Λέξημα / Λογοτεχνικά περιοδικά / Πλανόδιον - τεύχος 41Ανώνυμος επισκέπτης
Λογοτεχνικά περιοδικά Νεότερο Παλαιότερο
'Αρθρο #648 | Αποστολή από ?????? |
   Πεμ 25 Ιαν 2007 
Πλανόδιον - τεύχος 41
Το μετείκασμα της ξεχασμένης αρχοντιάς στην ποίηση του Ηλία Λάγιου.
    
     Είκοσι χρόνια ζωής κλείνει το περιοδικό Πλανόδιον, από το πρώτο τεύχος που κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του 1986 έως το σημερινό τεσσαρακοστό πρώτο.
Από τις σελίδες του έχουν περάσει, και συνεχίζουν να περνούν, πλήθος συνεργατών, ενώ παράλληλα έχουν παρουσιαστεί μεγάλος αριθμός αφιερωμάτων σε σπουδαίες μορφές των διεθνών γραμμάτων.
     Στο τεσσαρακοστό πρώτο τεύχος, εκτός των άλλων, παρουσιάζεται για πρώτη φορά στα νεοελληνικά μεταφρασμένος από τα ιαπωνικά μια μεγάλη μορφή των ιαπωνικών γραμμάτων, ο Ουέντα Ακινάρι, με τρεις ιστορίες από το κλασσικό πια Ουγκέτσου μονογκατάρι, σε σχολιασμένη μετάφραση του Στέλιου Λ. Παπαλεξανδρόπουλου.
     Από το ίδιο τεύχος αναδημοσιεύουμε άρθρο του Δημήτρη Ελευθεράκη για την ποίηση του Ηλία Λάγιου.

Το περιοδικό Πλανόδιον εκδίδει και διευθύνει ο Γιάννης Πατίλης και τα στοιχεία επικοινωνίας είναι :

     Περιοδικό Πλανόδιον                               τηλ/φαξ : 210-2284403
     Γρηγοροβίου 25                
     111 41  - Αθήνα                                    email : planodion@otenet.gr  





                                                *********




                      «Το μετείκασμα της ξεχασμένης αρχοντιάς»


Στο βιβλίο του για την Πολιτική του μοντερνισμού ο Raymond Williams διατυπώνει μία οξυδερκή παρατήρηση, τις παραμέτρους της οποίας δεν είμαστε σε θέση ακόμη να ελέγξουμε σε ολόκληρο το εύρος τους: «Οι τεχνικές της αποδιοργάνωσης που είχε κατακτήσει με κόπο ο μοντερνισμός επαναπροσδιορίζονται, με τη βοήθεια της ειδικευμένης προσήλωσης εκπαιδευμένων και έγκυρων τεχνικών, ως απλές τεχνικές μέθοδοι της διαφήμισης και του εμπορικού κινηματογράφου. Οι μεμονωμένες, αποξενωμένες εικόνες της αλλοτρίωσης και της απώλειας, οι αφηγηματικές ασυνέχειες, έχουν μετατραπεί στην εύκολη εικονογραφία των διαφημιστικών, και ο μοναχικός, πικρός, σαρδόνιος και σκεπτικιστής ήρωας παίρνει την έτοιμη θέση του ήρωα των θρίλερ». Είναι περισσότερο από βέβαιο ότι η εκμετάλλευση του παράλογου, η χαλαρή λογική αλληλουχία, ο συνειρμός, η νοηματική έκπληξη και η γλωσσική τόλμη που εισηγήθηκαν στην ποίηση οι νεωτερικοί ποιητές από τα τέλη ήδη του 19ου αιώνα αποτελούν σήμερα τους κοινούς τόπους και τις εύκολες τεχνικές της διαφήμισης. Το ερώτημα εάν η σύγχρονη ποίηση επιστρέφει στους παγιωμένους και εκφυλισμένους, θα έλεγε κανείς, τόπους της πρωτοπορίας, ή εάν επιχειρεί να εξέλθει προς μία κατεύθυνση λιγότερο ή περισσότερο πειραματική ως προς τα μέσα της, αποτελεί κατά τη γνώμη μου το κεντρικό ζήτημα που χρωματίζει την ποίηση σήμερα, είτε θα την ονομάσει κανείς «μεταμοντέρνα» είτε όχι. Και όσο είναι βέβαιο ότι ένας σύγχρονος ποιητής δεν μπορεί να γράψει ούτε με τα υλικά ούτε με το κοσμοείδωλο των μοντερνιστών, εάν θέλει να είναι πρωτότυπος, η εκρηκτική παρακαταθήκη ποιητών όπως ο Εγγονόπουλος, δύναται μεν να ασκεί ποιητική συγκίνηση, είναι αδύνατο όμως να επαναενεργοποιηθεί:

το λευκό σώμα αυτής της γυναικός
φωτίζονταν
εκ των έσωθεν
μ' ένα φως τόσο λαμπρό
ώστε
εδέησε
να πάρω τη λάμπα
και να την
ακουμπήσω
χάμω στο πάτωμα
που
να μπορέσουνε
οι σκιές
των δύο τόσο ευγενικών μας σωμάτων
να προβληθούν
στον
τοίχο
με μιαν ιερατικότητα βιβλική…


          Έχοντας κατά νου την αλλαγή προοπτικής που επιβάλλει η νέα πολιτισμική και αισθητική συνθήκη των ημερών μας, θα μπορέσουμε να σταθούμε με μεγαλύτερη εντιμότητα και χωρίς τις προκαταλήψεις του παρελθόντος απέναντι στο έργο των σύγχρονών μας ποιητών, οι οποίοι ανέλαβαν να υπερβούν τα αισθητικά αδιέξοδα που κληροδότησαν στους νεώτερους οι σημαντικότεροι ποιητές του 20ού αιώνα, φέροντας εκ προοιμίου μέσα τους τις αντιφάσεις και τη αγωνία των καλλιτεχνών της μεταπολιτευτικής Ελλάδας. Ένας τέτοιος ποιητής υπήρξε ο Ηλίας Λάγιος, και δεν είναι τυχαίο ότι τον αναφέρουμε μετά τον Εγγονόπουλο, αν και η κριτική του αποτίμηση μόλις τελευταία έχει αρχίσει να ξεφεύγει από την απλοϊκή άρνηση ή παραδοχή που επιχείρησαν να επιβάλλουν οι επικριτές και οι απολογητές του.
          Η Αρπαγή της κούτας (2003), ένα από τα τελευταία έργα του ποιητή, το οποίο δραματοποιήθηκε πρόσφατα σε μία συγκλονιστική παράσταση λόγου (Νεκτάριος Παππάς) και ήχου (Γιώργος Κωνσταντινίδης) στο Φεστιβάλ Αθηνών, θέτει εκ προοιμίου ένα ζήτημα συνοχής και στόχευσης, επιχειρώντας ίσως να θέσει εκ νέου τα ζητήματα γλωσσικής και νοηματικής συνέχειας που έθεσε ο μοντερνισμός, όπως είδαμε παραπάνω. Για την προσέγγιση του ποιήματος, ασφαλέστερο θα ήταν να ξεκινήσει κανείς από επιμέρους στίχους, οι οποίοι θα μπορούσαν ν' αποτελέσουν αυτόνομα ποιητικά επιτεύγματα• εδώ ο Λάγιος, παρ' όλο το φορτίο του εγχειρήματός του και των τολμηρών γλωσσικών επιλογών του, αναδεικνύει μερικές από τις λαμπρότερες στιγμές της τέχνης του, συντονίζοντας το μετέωρο γλωσσικό του ρήμα με τον ψυχολογικό και γλωσσικό σπαραγμό που αποτελούν τον πυρήνα του έργου του:

            Πλημμυρίζει η ημέρα με αττικώτατο φως στερεότυπο, η βαρύθυμη Αθήνα
                       αγκομαχώντας
           'σαν γεροντόπαχη πουτάνα της Σωκράτους βγάζει κουτσά στραβά το
                      μεροκάματο, τα κωλόπαιδα των λυκείων
            αθλιεύονται 'ς τα, ίσως, εκπαιδευτικά του κολαστήρια, η αργόσχολαις νεαραίς
                       μητέραις
            της μεσαίας τάξης βολτάρουν τα βλαστάρια τους, όπως 'ς την Άρτα, κάποτε,
            σαράντα χρόνια πριν, περιφέραμε 'ς την πόλη κάθε μακαρίτη,
            να καμαρώση τον τόπο μας, να τον γιορτάση με τα καινούργια, τ' απαθή,
                        πεθαμένα του μάτια.

            [...] η δροσούλα της Κηφισιάς, αυτή που λαμαϊστί δεν θα εννοήσουν της οδού
                         Ακαδημίας η νεραντζιαίς,
           η Κηφισιά το πανωραίο, το δυάκριβα αληθές, το άρτιο προάστιο,
           με το μετείκασμα της ξεχασμένης αρχοντιάς, με νεολαία μηχανόβια, με
                       σιδηρόφραχταις κλινικαίς.


           Η γλώσσα του Λάγιου είναι, σε μεγάλο βαθμό, (και δεν αναφέρομαι μόνο στην Αρπαγή της κούτας) μια γλώσσα που μιλιέται σήμερα και μια γλώσσα που προκύπτει μέσα από τη διαχρονία της ελληνικής• αλλά είναι ταυτόχρονα και μία γλώσσα που μιλιέται από τον ποιητή, μέσα στο ποίημα. Η επιτυχία στη συνύπαρξη αυτών των δύο τεμνομένων γλωσσικών δυνατοτήτων αποτελεί το ζητούμενο κάθε ανάγνωσης της ποίησης. Αν και θα ήταν κάτι παραπάνω από αφελές να ρωτήσουμε τι θέλει να μας δηλώσει το ποίημα, δεν θα ήταν άσκοπο να υποθέσουμε ότι η Αρπαγή της κούτας θέτει εν αμφιβόλω το ίδιο το ζήτημα της συνοχής και της κατανόησης, στρέφοντας τον ποιητικό λόγο σαν εκτυφλωτικό προβολέα επάνω στον αναγνώστη, κι επιφορτίζοντάς τον με την ευθύνη της ανεύρεσης -ή της απώλειας- του νοήματος:

            Και ο Αφηγητής, ο Ιστορών, βουβαίνεται και η συλλαβαίς περιδινούνται
                        κυκλοφέρνοντας,
           προς επίρρωσιν της γραφής, δια της ενθρονίσεως, τέκτονος και τελεσφορούντος,
                       του Ακροατού. Να ιερουργή σφαγίασμα,
           'ς την ακρώρεια της Ομιλίας, αυτόσε και ουδαμόθεν, τα φωνήεντα να
                        διακονούν θαυματοποιώντας αενάως ως
            σελάχια πλινθόκτιστα, κυδώνια και ωκεανοπόροι δράκοι και οι νεκροί ν'
                       αμνηστεύονται. Ξαναπιάνω το νήμα,
            του αλλοτόπου και της παραγλώσσας τον μίτο.


Η Αρπαγή της κούτας είναι, ασφαλώς, ένα ειρωνικό εγχείρημα, το οποίο θέτει το ερώτημα της δυνατότητας του ποιητικού λόγου σήμερα, και γι' αυτό δεν θα μπορούσε, σε καμία περίπτωση, να έχει επιτευχθεί παλαιότερα. Αντιθέτως, μία αρμονική γλωσσική διεκπεραίωση ενός τόσο επισφαλούς και ακραίου γλωσσικού εγχειρήματος θα είχε πολλά λιγότερα να πει σε μία εποχή ασυμφωνίας και ασυμμετρίας, όπως η σημερινή. Η Αρπαγή της κούτας ανήκει στις σπάνιες εκείνες στιγμές που η καλλιτεχνική εμπειρία, για λόγους εσωτερικής συνοχής του καλλιτεχνικού φαινομένου ως τέτοιου ή εξ αιτίας εξωκαλλιτεχνικών συγκυριών, επιδίδεται σε μία πράξη απελπισίας, αναδεικνύοντας τις αντιφάσεις, τις αποτυχίες και τα αδιέξοδα μίας ολόκληρης καλλιτεχνικής εποχής ή, πιο συγκεκριμένα, μίας ποιητικής συνθήκης, κατά την οποία η σύνδεση του ποιητικού γεγονότος με την εμβάθυνση στη γλώσσα που αποτελεί φορέα του, δεν θεωρείται πράξη αναγκαία και αυτονόητη.

*

Ας δούμε, όμως, και μία ακόμη πλευρά του φαινομένου της νεωτερικής γραφής αλλά και της ποιητικής του Λάγιου. Σε ένα εξαιρετικό λυρικό ποίημα γραμμένο το 1919, το οποίο δεν συμπεριέλαβε στις δύο συγκεντρωτικές εκδόσεις των ποιημάτων του (Εκλογή Α΄, Εκλογή Β΄), ο «νεωτερικός ποιητής του Μεσοπολέμου» κατά τον χαρακτηρισμό του Αλέξ. Αργυρίου, Τάκης Παπατσώνης, εκμεταλλεύεται τις μετρικές και μορφικές δυνατότητες μίας παραδοσιακής φόρμας για να εκφράσει ένα όραμα εξαίρετης θεολογικής φαντασίας. Όπως και ο Παπατσώνης, οι μοντερνιστές ποιητές χρησιμοποιούν ενίοτε παραδοσιακές μορφές, και θα αρκούσε εδώ να θυμηθούμε τα έμμετρα μέρη της ελιοτικής Έρημης Χώρας, την οποία μετέφρασε πρώτη φορά στα ελληνικά ο Παπατσώνης το '33 με τον τίτλο Ερημότοπος. Ας ακούσουμε το παπατσωνικό σονέττο:

Με τον καιρό, γιγάντιο δέντρο υψώθη
στον Παράδεισο, με πυκνή τη σκιά.
Απ' τους Αγγέλους ποτές δεν ειπώθη,
λόγος ουδείς, για τόσην ομορφιά!
Τις νύχτες μόνο τις χωρίς φεγγάρι,
το δένδρον σαν σκοταδερά, σαν άγρια βάρη
στις ψυχές έρριχνε τις Αρχαγγελικές.
Το Δένδρον εγέννα Οπτασίες κακές!
Ήτο νυχτιές, που εμαύριζε ως καμμένο,
κι' άλλες που διάχυνε χρυσή φεγγοβολή!
Κι' η Παναγία ηρέσκετο, κρυμμένο
το Πρόσωπον έχουσα σ' ένα μαβί πανί,
να διαλογίζεται πολύ, στο δέντρο εμπρός,
σαν να ήτον όχι Δέντρο, αλλά ο Σταυρός!


           Ο Λάγιος, ποιητής ο οποίος εκμεταλλεύτηκε με αριστοτεχνικό τρόπο τις παραδοσιακές φόρμες για να γράψει ποιήματα σύγχρονης προβληματικής, και ποιητής της εσωτερικής ρήξης που έρχεται αντιμέτωπος με θεμελιώδη ερωτήματα που αφορούν την ύπαρξη, όπως το ζήτημα της σιωπής του Θεού στον Άνθρωπο από τη Γαλιλαία (2004), και αρθρώνει ενίοτε έναν θρήνο που αγγίζει τα όρια της προσευχής, επέλεξε τη μορφή του σονέττου για να εκφράσει τη ριζική θεολογική του αγωνία. Ας δούμε τέσσερις στροφές από δύο σονέττα που περιλαμβάνονται στη συλλογή Πράξη υποταγής (2000), στα οποία επανέρχεται ο συμβολισμός του δέντρου:

           Πελώριο δέντρο σε θαυμάζω από το τζάμι•
           και, χέρι ο ορός, να μου κρατά σφιχτά το χέρι,
           στους άλλους ουρανούς μου ανάβει μαύρο αστέρι,
           αργά να μού μεταμορφώνει την παλάμη.

           Είναι πηγή. Θα 'ρθούν να πιουν τον μύθο αηδόνια,
           και θα λουστούν πρωταίτια ζώα κι ο μοσχομπάτης,
           κι όλοι θα υπάρξουν προσφορά στην προσφορά της•
           και, λέει, ποτέ δεν θα διαβάσουμε τα χρόνια.

           […]

            Αίφνης, εδώ θα ψάλλουν δέντρα• ελάτια, πεύκα•
            κι εν τέλει εδώ θ' ανθίση ρόδο η δικαιοσύνη•
            θα 'ρθή ο Θεός, κανέναν πλέον να μην κρίνη•
            και θα υψωθεί στο φως, μια φουντωμένη λεύκα.

            Ουράνια λεύκα που εν τω βίω ποτέ δεν είδα,
            να με φέρη σ' εσέ τερπνή, αληθής πατρίδα.


            Διαβάζοντας τον Παπατσώνη, τον Λάγιο, και όλους τους ποιητές που υπήρξαν τεχνίτες στη γλώσσα τους, ανοιγόμαστε στην πλατιά θάλασσα της λογοτεχνίας, σπουδάζοντας τη γλώσσα και μαθαίνοντας τον άνθρωπο, τον οποίο ο Pascal είδε ως την ύπαρξη εκείνη που μοιράζεται ανάμεσα στην ταπεινότητα και το μεγαλείο:

           Ήτο νυχτιές, που εμαύριζε ως καμμένο,
            κι' άλλες που διάχυνε χρυσή φεγγοβολή!


            Στο πρώτο σονέττο του Λάγιου, ο ορός μεταμορφώνεται σε χέρι που κρατά το χέρι του ποιητή, ο οποίος μας θυμίζει ότι η ποίηση είναι μία ριζική χειρονομία προς τον άλλο άνθρωπο: «Δεν διακρίνω καμία διαφορά», διαβάζουμε σε μία επιστολή του Paul Celan προς τον Hans Bender, «ανάμεσα σε μία χειραψία κι ένα ποίημα».  «Πράγματι, λοιπόν», σχολιάζει ο Emmanuel Levinas, «για τον Celan το ποίημα βρίσκεται ακριβώς σ' εκείνο το προ-συντακτικό και προ-λογικό, αλλά και προ-αποκαλυπτικό επίπεδο: τη στιγμή του καθαρού αγγίγματος, της καθαρής επαφής, του αρπάγματος, της σύνθλιψης, η οποία είναι, πιθανώς, ένας τρόπος προσφοράς μέχρι το χέρι που προσφέρει. Γλώσσα της εγγύτητας χάριν της εγγύτητας, παλαιότερη από εκείνη της αλήθειας του είναι - την οποία πιθανώς φέρει και στηρίζει -πρώτη γλώσσα, απάντηση πριν το ερώτημα, ευθύνη για τον πλησίον, καθιστώντας δυνατό, χάριν του για τον άλλο, ακέραιο το θαύμα της προσφοράς». Ας κρατήσουμε την ανάμνηση της ποίησης ως κίνησης προς τον άλλο άνθρωπο, ως πράξης απόλυτης και χωρίς προϋποθέσεις ευθύνης προς τον πλησίον, την οποία οφείλει να μοιράζεται, μαζί με τον ποιητή, και ο κριτικός που τον κρίνει (ή τον έκρινε), μακριά, θέλουμε να πιστεύουμε, από εφήμερα συντεχνιακά «συμφέροντα» και μικρά ανθρώπινα πάθη:

           Θα 'ρθή ο Θεός, κανέναν πλέον να μην κρίνη•
           και θα υψωθεί στο φως, μια φουντωμένη λεύκα.



                                                                               Δημήτρης Ελευθεράκης



Δημοσίευση στο lexima.gr : 26/1/2007

Lexima.gr - Τα κείμενα αποτελούν απόψεις και θέσεις των συντακτών τους.