Λέξημα / Βήμα του Λογοτέχνη / Χαίρε Παραμύθι μουΑνώνυμος επισκέπτης
Βήμα του Λογοτέχνη Νεότερο Παλαιότερο
'Αρθρο #592 | Αποστολή από ?????? |
   Δευ 15 Μαϊ 2006 
Χαίρε Παραμύθι μου
Νάσος Μαρτίνος - Ελένη Γκίκα : Στην Κέρκυρα, βρέχει ιστορίες

Σ' ένα φιλικό περιβάλλον, το Σάββατο, 8 Απριλίου 2006, παρουσιάστηκε στην Δημοτική Πινακοθήκη Κέρκυρας το βιβλίο  «Χαίρε Παραμύθι μου», της Ελένης Γκίκα.   Στην εκδήλωση που συνδιοργάνωσαν ο Δήμος Κέρκυρας, οι εκδόσεις Άγκυρα και το βιβλιοπωλείο ΜΟΥΣΤΑΚΗ, οι ομιλητές, Άντζελα Γκερέκου, Νάσος Μαρτίνος και Νίκος Παργινός αναφέρθηκαν στις διάφορες πτυχές της συγγραφέως, όπως αυτές διαφαίνονται μέσα από το μυθιστόρημά της.
Στο Λέξημα δημοσιεύουμε το ενδιαφέρον κείμενο του Νάσου Μαρτίνου και την εκτός προγράμματος ομιλία της ίδιας, επιφυλασσόμενοι αργότερα να παρουσιάσουμε και μιαν άλλη, άγνωστη στο ευρύτερο αναγνωστικό κοινό πλευρά της, της ποιήτριας Ελένης Γκίκα∙ καθώς πρόσφατα εκδόθηκε η ένατη ποιητική συλλογή της, με τον τίτλο «Εν αταξίαις, εύτακτοι όντες…».  
                                                                                               (Γ. Μ.)


                                                 *****

«Χαίρε Παραμύθι μου» της Ελένης Γκίκα, Εκδ. «Άγκυρα».

Γράφει ο Νάσος Μαρτίνος (Νευρολόγος - ψυχίατρος, συγγραφέας)


Παραμύθι, συνήθως είναι αυτό στο οποίο τελικά όλοι πέρασαν κι έζησαν καλά κι εμείς καλύτερα.
Ακόμα κι αν οι δρόμοι του περνούν μέσα από βάσανα, πυρές δρακόντων, δύστροπους νάνους, καλούς και κακούς μάγους, όμορφες και γλυκές νεράιδες, καλωσυνάτους και επιεικείς βασιλιάδες και μοχθηρές βασίλισσες, ακόμα και τότε, το τέλος ανταμείβει τους καλούς και τους ερωτευμένους.
Υπάρχει εν πάση περιπτώσει πάντα η ελπίδα ο βάτραχος να μεταμορφωθεί σε πρίγκιπα.
Αυτά για τα παραμύθια των παιδιών.

Για τους μεγάλους παραμύθι είναι ό,τι επιθυμούμε μα είναι απρόσιτο ή ό,τι ζήσαμε σαν απίστευτο.
Κάτι σαν το όνειρο.
Είναι ό,τι θα θέλαμε να έχουμε μα δε γίνεται να το έχουμε, είναι το χειρότερο: και ό,τι είχαμε και γλίστρησε σχεδόν ανέγγιχτο από τα χέρια μας και παίρνει τα χρόνο του παρελθόντος.
Παραμύθι είναι το απρόσιτο και το ανέγγιχτο που όμως επιτρέπουμε στη φαντασία να το κάνει υπαρκτό, προσεγγίσιμο και απτό.
Στην παράξενη και πολύπλοκη φύση του ανθρώπου, συχνά αυτό το ανέγγιχτο και το απρόσιτο είναι παρηγοριά να βρίσκεται εκεί που είναι σαν απραγματοποίητο, γιατί η συνάντηση σε πρόσωπο με πρόσωπο ίσως διαθέτει μιαν αλήθεια τραυματική.
Βέβαια η στιγμή της αλήθειας είναι μια' το παραμύθι μπορεί να έχει τη διάρκεια μιας ζωής.
Στην κηδεία του ποιητή Σεργκέι Γεσένιν, ιδανικού αυτόχειρα, μια άγνωστη τον αποχαιρέτησε. «Χαίρε παραμύθι μου» του φώναξε κι έτσι τον έκανε δικό της για τη ζωή της ολόκληρη.

Αυτή τη φράση διάλεξε σαν τίτλο του βιβλίου της η Ελένη Γκίκα. Και είναι αλήθεια πως όσο κοντά κι αν ήρθαν τα δύο κυρίαρχα πρόσωπα του έργου της, η Λίλια και ο Βλαδίμηρος, η σχέση τους διατρέχεται από ένα εντός τους ανέγγιχτο και απρόσιτο, μια εκκρεμότητα ανεκπλήρωτων λόγων και πράξεων. Κάτι διαφεύγει διαρκώς και λες αυτή η μηδέποτε αναγνωρίσιμη διαφυγή, σαν ανεπίτρεπτη ομολογία, συντηρεί το παραμύθι μέχρι την ύστατη ώρα.

Θα ήθελα να επισημάνω πως το «Χαίρε παραμύθι μου» και ειδικά το «Χαίρε» μπορεί να διαθέτει διπλή μηνυματική, σαν τα «χαίρε» των Χαιρετισμών της Θεοτόκου: απόδοση χαράς και ευγνωμοσύνης στο παραμύθι επειδή υπάρχει καθεαυτό σαν παραμυθία ζωής..

Το μυθιστόρημα της Ελένης Γκίκα εκτείνεται σε εικοσιδύο κεφάλαια και ένα επίλογο. Κάθε κεφάλαιο έχει δυο μέρη αυτό της Λίλια και αυτό του Βλαδίμηρου, πλην του επιλόγου όπου μιλάει μόνον η Λίλια.
Το περιεχόμενο του μυθιστορήματος πραγματοποιείται σε χώρο, σε χρόνο και φυσικά σε πρόσωπα.
Ο χώρος λειτουργεί κυρίως σαν μνήμη.
Στην αρχή του πρώτου κεφαλαίου η Λίλια αναφέρεται σε ένα μικρό χώρο.
«Εκείνο που μ' άρεσε πιο πολύ απ' όλα σ' αυτό το ξενοδοχείο ήταν ο βαρύς ίσκιος των ιπποτών. Στο κάστρο απέναντι, στο πλακόστρωτο κάτω, σ' εκείνη την τεράστια μ' αρχαίους θορύβους πλατεία που απλώνεται μπροστά, στις κεραμιδοσκεπές στο χρώμα ώχρας που χύνεται όσο τραβά το μάτι από το ανατολικό παράθυρο, στα πόμολα της πόρτας, στις βυσσινιές ταπετσαρίες, στα χαλιά και τις μοκέτες, ακόμα και στο παγωτό».
Στο ίδιο κεφάλαιο και στο μέρος που του ανήκει ο Βλαδίμηρος ομολογεί τον μεγάλο χώρο, τον τόπο, και ονομάζει τον μικρό.
«Από την ανατολική βεράντα βλέπω το πέλαγος, αυτή τη σπάνια κερκυραϊκή θάλασσα που ενώνεται με την Αδριατική.
Στο Καβαλιέρι. Λες και, εντέλει, μπορείς να μ' αγαπάς μόνο στο Καβαλιέρι»
.
Ο χρόνος, τα είκοσι τριάντα τελευταία χρόνια με αναφορές- πινελιές σε γεγονότα ή πράξεις ή συμμετοχές που προσδιορίζουν χρόνο που περνάει σαν ιστορική σημασία από δίπλα.

Το «Χαίρε παραμύθι» της Ελένης Γκίκα αναφέρεται σε μια ιστορία έρωτα και όχι σε μια ερωτική ιστορία!
Ίσως πείτε: λογοπαίχνιο του παρουσιαστή. Όμως όχι, και θα σας πω σχετικά.
Δεν πρόκειται για την περιγραφή μιας ερωτικής ιστορίας, αν θέλετε, μιας ερωτικής περιπέτειας με τις ανατροπές της από συμβάντα, από παρεμβάσεις ή παρουσίες τρίτων, από αγωνιώδεις αναμονές για την έκβαση, τις επιρροές των καλών και κακών.
Πρόκειται για την αναφορά και την έκθεση των τρόπων, των προσεγγίσεων, των οπτικών γωνιών, του τρόπου με τον οποίο βιώνει ο καθένας ξεχωριστά τον έρωτά του και τη διαδρομή του έρωτά του στη σχέση του με τον άλλο.
Τα συναισθήματα κινούνται από την υπέροχη εκστατική κατάσταση του βιώματος πως κάποιος αγαπιέται από κάποιον, μέχρι τον κίνδυνο της άμβλυνσης και της συντριβής σε μια περιρρέουσα καθημερινότητα.
Τόσο η έκσταση όσο και η συντριβή του έρωτα προσλαμβάνουν διάσταση αμείλικτη, καθώς έτσι αμείλικτα είναι τα όρια στα οποία καλείται να κινηθεί ο ερωτευμένος άνθρωπος.

Στέκομαι σε μια φράση κλειδί της Λίλια: «Εσένα δε σε ρώτησα για τίποτα, ούτε ανύπαρχτος να ήσουνα.
Αλήθεια υπήρξες;»


Το ίδιο θα μπορούσε να έχει πει και ο Βλαδίμηρος.
Αυτό είναι το γοητευτικό εφεύρημα του μυθιστορήματος της Ελένης Γκίκα.
Τα πρόσωπα είναι δύο: Αυτή' η Λίλια. Αυτός' ο Βλαδίμηρος.
Οι προσεγγίσεις είναι πολλαπλάσιες:
               Αυτή μιλάει γι' Αυτόν
               Αυτός μιλάει γι' Αυτήν
               Αυτή μιλάει γι' Αυτήν
               Αυτός μιλάει γι' αυτόν

Έτσι εκτυλίσσεται το μυθιστόρημα. Θα έλεγα καλλίτερα έτσι ελίσσεται το μυθιστόρημα. Ο έρωτας εκάστου διαθέτει ένα απόλυτα υποκειμενικό στοιχείο που αυτόματα διαλύεται στην ίδια ακριβώς υποκειμενικότητα του άλλου.
Είτε αυτό είναι γράμμα (επιστολή) είτε είναι κουβέντα, είτε σκέψη, είτε υπαινιγμός, νύξη, φιλί, άγγιγμα, χάδι, αγκαλιά, φαγητό, καφές, γλυκό, προσλαμβάνει για τον καθένα μια μέγιστη διάσταση η οποία πυκνώνει σε μια ελάχιστη όπου οι δύο γίνονται τόσο ένα που κάποια στιγμή ξεχνάς ποιος μιλάει και πρέπει να γυρίσεις στην αρχή του κεφαλαίου για να βεβαιωθείς αν κάνεις ή δεν κάνεις λάθος!
Όλο αυτό εκφέρεται με μικρές φράσεις, συχνές αλλαγές παραγράφων, βατή και μη στατική γλώσσα και προκαλεί στον αναγνώστη μιαν αγωνιώδη γοητεία.
Ο έρωτας είναι χαρά, είναι και βάσανο. Γι' αυτό μίλησα για την ιστορία του έρωτα. Δεν υπάρχουν μείζονες παρεμβάσεις, μείζονες ανατροπές. Οι σύζυγοι εκάστου (Πέτρος και Ξένια) είναι πρόσωπα σκιώδη. Τα ξεχνάς.
Οι εκκρεμότητες, τα ερωτήματα, οι ανεκπλήρωτοι λόγοι, η τόλμη, η ατολμία, η υπερβολή για κάτι φαινομενικά ή και πραγματικά ασήμαντο, το ξόδεμα συναισθημάτων, η κατανάλωση λόγων, αφορούν την προσωπικότητα εκάστου.
Αναζητείστε τα σε ό,τι χαρακτηρίζει Αυτόν ή Αυτήν ή και τους δυο σα δρώσες χαρακτηριολογικές υποστάσεις.
Επαναλαμβάνω πως αυτό είναι μια από τις αλήθειες του μυθιστορήματος. Έκαστος ήρωας διαθέτει μιαν απόλυτη υποκειμενικότητα στη σύλληψη των φυσικών αλλά και των συναισθηματικών γεγονότων, συγχρόνως όμως διαλύεται μέσα στον άλλο σε αυτό το ηδονικό και αγχώδες μάγμα που είναι ο έρωτας και όπου, τελικά, αυτό το «εγώ πριν από σένα» γίνεται «εγώ με σένα» σε μια έκρηξη συνύπαρξης χωρίς λογικά επιχειρήματα.
Ο ιστορικός χρόνος του μυθιστορήματος αφορά τα τελευταία 20 με 30 χρόνια. Αλλά όλα: οι κομματικές οργανώσεις, οι διαδηλώσεις, οι συγκεντρώσεις, οι εικόνες, οι λόγοι είναι αιτίες συναντήσεων και όλα γίνονται νύξη ερωτική.
Συχνά σ' αυτή την ιστορία του έρωτα της Λίλια και του Βλαδίμηρου αναρωτήθηκα ποιος εισπράττει το μεγαλύτερο βάσανο. Φυσικά δε θα σας ομολογήσω το προσωπικό μου αίσθημα. Όμως μέσα από το ερώτημα προβάλλει μια ακόμα σημαντική συγγραφική αρετή. Το βιβλίο είναι γραμμένο από γυναίκα. Τα συναισθήματα και οι βιωματικές καταστάσεις της Λίλια είναι περιγραφικά έντονες. Εξίσου όμως έντονες περιγράφονται οι αντίστοιχες καταστάσεις στον άντρα.

Έβαλα στον εαυτό μου και ένα άλλο ερώτημα' όχι εξαρχής, αλλά στην πρόοδο της ανάγνωσης. Πόσο αλήθεια είναι αυτά όλα; Δεν εννοώ φυσικά στην πραγματικότητα της ζωής της συγγραφέως- άλλωστε το μυθιστόρημα είναι μύθος και ιστορία- εννοώ πόσο πραγματικός γι' Αυτήν είναι Αυτός και πόσο αληθινή γι' Αυτόν είναι Αυτή.
«Να υποθέσω ότι σε λένε Βλαδίμηρο;»  τον ρωτάει αυτή.
«Λέγε με όπως θες! Πάντως εγώ Λίλια θα σε φωνάζω!» απαντάει αυτός.
Τα ποιήματα του Βλαντιμίρ Βλαντιμίροβιτς Μαγιακόφσκυ πάνε κι έρχονται σαν δώρα, σαν υπαινιγμοί. Μα και τα «Ερωτικά γράμματα στη Λίλια» και «Οι συζητήσεις με τη Λίλια Μπρικ».
Έτσι αναδύονται τα ονόματα Εκείνης κι Εκείνου.

Η περιγραφή του Βλαδίμηρου είναι η εικόνα της ωραιότητας του αυτόχειρα ποιητή που αγάπησε χωρίς ν' αγαπηθεί!
Τόσοι υπαινιγμοί!
Τόσες εκκρεμότητες!
Η γλύκα του έρωτα, το βάσανό του, η αλήθεια του, το παραμύθι του, πάνε κι έρχονται με ρυθμό που λαχανιάζει στο έργο της Ελένης Γκίκα.
Πάνε κι έρχονται καθώς η θάλασσα του όρμου της Γαρίτσας, όταν την ατενίζει η Λίλια από το μπαλκόνι του Καβαλιέρι.
Εκεί φαντάζομαι θέτει το αδυσώπητο το καταλυτικό ερώτημα που θέτει σε κίνηση όλο το βιβλίο, του δίνει τη διάσταση της βαθιάς αλήθειας και το ρίγος του ονείρου:

«Άραγε υπήρξες;».

Καλό ταξίδι στο βιβλίο σου Ελένη Γκίκα

Νάσος Μαρτίνος  (Νευρολόγος - ψυχίατρος, συγγραφέας)


                                                    *****


Γράφει η Ελένη Γκίκα (ποιήτρια - συγγραφέας - δημοσιογράφος)

Εάν αυτό που συμβαίνει απόψε, μου είχε συμβεί 25 χρόνια πριν, θα ήμουν η ευτυχέστερη των θνητών.
Εάν μου λέγανε πριν από 25 χρόνια αυτό που σήμερα μου συμβαίνει ότι θα μου συμβεί, θα είχα πεθάνει από λαχτάρα κι από ευτυχία.
Αλλά μου συμβαίνει απόψε, 25 χρόνια μετά, όταν θα έπρεπε εν τέλει αυτό να μου συμβεί, και είμαι όντως- αν και κάπως διαφορετικά- η πιο ευτυχισμένη γυναίκα του κόσμου.
Διότι όλη η ζωή μας δεν είναι άλλο παρά μια επιστροφή. Με τρόπο αρκετά παράδοξο και ανορθόδοξο, προς την αφετηρία.
Κι όλες οι ιστορίες μας, η ίδια αγωνιώδης κι απεγνωσμένη προσπάθεια: να την νικήσουμε, εν τέλει, την απώλεια και την φθορά. Να σταματήσουμε, στο πιο σημαντικό σημείο μας τον χρόνο.

«Για τους ελάχιστους φίλους μου γράφω και για να απαλύνω το πέρασμα του χρόνου». Έγραφε ο Μπόρχες κι έτσι τον άντεξε και τον νίκησε τον καιρό.
«Ελάτε να πετάμε πέτρες/ να περάσουνε τα χρόνια», ο Τάκης Σινόπουλος.
Το «Χαίρε, παραμύθι μου» δεν είναι παρά «πέτρες / να περάσουνε τα χρόνια». Μια λυσσαλέα νιότη τώρα που «πού πια καιρός». Η ιδεολογία μας είναι που μας πρόδωσε ή την προδώσαμε, σήμερα που έχουμε γίνει πια ένας άλλος. Ο Θεός που δεν μας άκουσε ή δεν τον καταλάβαμε ποτέ, έτσι ελάχιστοι που αποδειχτήκαμε στην πορεία. Ο έρωτας που δεν ολοκληρώσαμε, γιατί στον έρωτα βαδίζει κανείς με «ό,τι δεν είναι». Μια άκρη στο δικό μας δωμάτιο, που δεν έπαψε ποτέ να λαχταρά μιαν άλλη άκρη στο δωμάτιο του άλλου. Τα επίγεια είναι, που δεν τα χορτάσαμε. Ο παρελθών χρόνος που αποδείχτηκε, τελικά, μαγική εικόνα.

«Γράφουμε γιατί είμαστε ανίκανοι να ζήσουμε. Αγαπάμε γιατί νοσταλγούμε ένα Θεό. Κάθε βιβλίο, μια αποτυχία. Κάθε έρωτας, μια φυγή. Μπορούμε να φέρουμε κάτι εις πέρας μόνο με κόλπα, μπορούμε να ζήσουμε μόνο πλαγίως. Δεν βρισκόμαστε ποτέ εκεί που νομίζουμε. Ο πόθος μας είναι ταγμένος στην αλητεία. Η θέλησή μας δεν έχει κανένα βάρος. Εντούτοις, καμία φορά μας έρχονται νέα από το αιώνιο. Τα φώτα που πέφτουν σ' ένα πρόσωπο. Ο κεραυνός που χτυπάει στο μελάνι…» Γράφει ο Μπομπέν στην «Φάλαινα με τα πράσινα μάτια».
Να ‘μαι,  λοιπόν, κι εγώ μπροστά σας 25 χρόνια μετά, κρατώντας το… κόλπο μου. Ήτοι, δύο κιόλας αποτυχίες. Αυτά τα δύο βιβλία.
Ομολογώντας πια ευθαρσώς πως επί της ουσίας είμαι ανίκανη να ζήσω τα βασικά. Πώς γράφω, φεύγοντας. Κι οι ιστορίες δεν είναι παρά το δικό μου ξόρκι στον φόβο' στον μέγιστο φόβο της απώλειας. Για να μην τα ξεχάσω, γράφω. Να εξηγήσω και να εξηγηθώ. Να μη χαθούνε κι αυτά αλλά κι εγώ μέσα στον χρόνο.

Όταν κάποια στιγμή μου χαρίστηκε αυτός ο τίτλος, ο τόσο καθοριστικός - μ' αυτή τη φράση «χαίρε, παραμύθι μου» είχε αποχαιρετήσει μια άγνωστη γυναίκα τον αυτόχειρα ρώσο ποιητή Σεργκέι Γιεσένιν - ούτε μπορούσα τότε να το φανταστώ πως όταν θα έβγαινε, εν τέλει, αυτό το βιβλίο, θα έπρεπε κι εγώ να αποχαιρετήσω το δικό μου παραμύθι ζωής.
Αυτό που θα ήθελα τότε πρωτίστως ήταν να γράψω μια επαναστατική, ερωτική ιστορία.
Μονάχα για έναν έρωτα ήθελα τότε να μιλήσω. Για έναν έρωτα σπασμένο στα δυο. Αφού, έτσι ή αλλιώς, σ' έναν έρωτα ο καθένας έχει ν' αφηγηθεί την ολότελα προσωπική του εκδοχή κι ιστορία. Ήθελα, δηλαδή, να είναι ένας άντρας και μια γυναίκα που εξιστορούν ο καθένας τη δική του βασανιστική ιστορία. Και μονάχα στο τελευταίο κεφάλαιο ο αναγνώστης ν' αντιλαμβάνεται ότι αυτές οι δύο ιστορίες, είναι η ίδια ιστορία.

Αλλά, άλλη η πρόθεση του συγγραφέα, άλλη του αναγνώστη, κι άλλη αυτή καθ' εαυτή η πρόθεση του κειμένου,
Από τη μέση αυτή η ιστορία άρχισε να μου… κάνει νερά. Οι ήρωες να αυτονομούνται και να κάνουν του κεφαλιού τους, ο Μαγιακόφσκι και η Λίλια Μπρικ να κλέβουν αίμα και χρόνο κι ονόματα. Και στο φινάλε ο φόβος να είναι ο μέγιστος νικητής. Και η ποίηση το καταφύγιο που φθονούμε.

Όπως και να' χει, ό,τι χαλάστρα τους έκανα στο πεζό, προσπάθησα να την διορθώσω ολοκληρώνοντας τούτα τα ποιήματα.
«Εν αταξίαις, εύτακτοι όντες».
Αναγνωρίζοντας πως έχει δικούς της κώδικες και νόμους η καρδιά. Και ότι ο απόλυτος έρωτας, το άλλο μισό μας υπάρχει, έστω και αν εμείς είμαστε ανίκανοι να τον ζήσουμε. «Αλίκη», μονίμως, «στην χώρα των θαυμάτων» που στην ερώτηση της κάμπιας «ποια είσαι» απαντά «Δεν ξέρω, κύριε. Ξέρω τουλάχιστον ποια ήμουν όταν ξύπνησα το πρωί, αλλά νομίζω πως έχω αλλάξει πολλές φορές από τότε».

Ισως γι' αυτό και να γράφουμε. Παρακολουθώντας έκπληκτοι κι εμείς όλες αυτές τις αλλαγές. Μονίμως Ομηρος, που στην πορεία γίνεται Κανένας σαν τον Οδυσσέα.
Όμως, θα πρέπει ο καθένας να μαθαίνει να ζει με τα κουσούρια του.
Εξάλλου, γι' αυτό είναι οι φίλοι. Καθρέφτης. Για ν' αντέχουμε όποτε κοιτάζουμε λίγο πιο μέσα μας, και η υψοφοβία μας υποτροπιάζει.
Χωρίς όμως να μπορούμε να κάνουμε και διαφορετικά, Διότι «αν δεν μοιάσεις στον εαυτό σου, θα πάψουν και οι καθρέφτες να σε βλέπουν, και θα σ' αναγνωρίζει κανείς».
Κι εδώ θα πρέπει να σας πω ότι ο δικό μου καθρέφτης ανάμεσά σας βρίσκεται. Είναι ο χρόνια φίλος μου, τι λέω, ο κολλητός μου φίλος, Μάκης Αρμένης. Ο οποίος μου γνώρισε τον Μαγιακόφσκι και την Κέρκυρα.

Αλλά δεν θα ‘θελα να σας κουράσω άλλο Απλώς θα ήθελα να σας πω πως όποτε έρχομαι στο νησί σας, βρέχει ιστορίες. Ξημερώνομαι μόνη μου κι έχω την βεβαιότητα πως ζω μια αγάπη τεράστια, τεντώνω στην άβυσσο το σκοινί όσο θέλω, κι αυτή με αποζημιώνει με λέξεις. Φράσεις ολόκληρες σα φωτεινές επιγραφές από Νέον.
Τρέχουν απ' τα μανίκια μου, τα μπατζάκια μου, γεμίζουν τα μάτια μου και πλημμυρίζουν την καρδιά και το κεφάλι. Δεν είναι καθόλου τυχαίο πως έχω από δω φίλους που αντέχουν στον χρόνο, καλούς. Και οι οποίοι απόψε βρίσκονται εδώ και με τιμούν με την παρουσία τους.

Σε αυτό το σημείο θα ήθελα να ευχαριστήσω μέσα από την καρδιά μου, έναν δικό σας και δικό μου άνθρωπο, την κυρία Άντζελα Γκερέκου για το νέο ήθος και ύφος, για την ευαισθησία που έφερε στα πολιτικά μας πράγματα, και για την παρουσία της στη ζωή μου, για όλα όσα εν τέλει για μένα σημαίνει. Διότι όταν παρέδωσα στην Άντζελα αυτό το τελικά ανεπίδοτο κατ' εμένα βιβλίο, ήταν σαν να έφτανε κιόλας στον παραλήπτη του. Με έναν παράδοξο τρόπο που αδυνατώ αυτή τη στιγμή να σας εξηγήσω, επειδή η Άντζελα γνώριζε κατά κάποιον τρόπο και τον ήρωα αυτού του βιβλίου.

Επίσης, θα ‘θελα, μέσα από την καρδιά μου να ευχαριστήσω τον κύριο Νάσο Μαρτίνο, συγγραφέα σπουδαίο που από τυπογραφική παραδρομή αναφέρθηκε στην πρόσκληση μοναχά με την μια του ιδιότητα, δηλαδή, αυτή του νευρολόγου- ψυχιάτρου. Ενδεχομένως επειδή ένας ψυχίατρος μου χρειάζεται, τελικά και επί… της ουσίας.

Επίσης, θέλω να ευχαριστήσω θερμά κι έναν σπουδαίο δικό σας συγγραφέα που μόλις γεννήθηκε. Τον Νίκο Παργινό. Με την «Κρεμάλα» του να παίρνει το δρόμο προς τις προθήκες των βιβλιοπωλείων και δυο άλλα βιβλία να περιμένουν καρτερικά στον εκδοτικό… φούρνο.
Πολλές ευχαριστίες στον Δήμαρχό σας για την αίθουσα και την φιλοξενία, στην καλή μου φίλη πια κυρία Μαρία Μουστάκη που τόσο μου στάθηκε και με φρόντισε αντιμετωπίζοντας μιαν έμφυτή μου και άκρως προβληματική δειλία.
Και, βεβαίως, στην οικογένειά μου, την «Αγκυρα» που της ανήκω ολοσχερώς κι αμετακλήτως εκδοτικά και συναισθηματικά.
Πολλές και θερμές ευχαριστίες στην αδελφική μου φίλη Αναστασία Παπαδημητρίου (και κουμπάρα μου) που αγαπώ και συμπορεύομαι μαζί της παιδιόθεν, πολλά ευχαριστώ στην Δήμητρα Παπαδημητρίου, την Δήμητρά μας, που με συνόδευσε ως εδώ, νεράιδα μου καλή με την ευαισθησία της και με το χιούμορ που την χαρακτηρίζει.

Και, βεβαίως, ευχαριστώ πολύ- πολύ και όλους εσάς, που είστε εδώ. Που είστε αυτοί που είστε και πως θα μπορούσε, εξάλλου, να γίνει αλλιώς. Αφού ζείτε εδώ, στο πιο όμορφο νησί του κόσμου. Στο νησί, όπου βρέχει ιστορίες.
Ξέρετε, στην Κέρκυρα ποτέ δεν νιώθω μοναξιά.
Σας ευχαριστώ όλους, ειλικρινά και εκ βάθους καρδιάς.

Και, ε, ναι, εν τέλει, 25 χρόνια μετά είμαι η ευτυχέστερη των θνητών. Γιατί φαντάστηκα ότι την έζησα κάποτε εδώ αυτή την ιστορία.

Ελένη Γκίκα




Δημοσίευση στο lexima.gr  : 15/5/2006


Lexima.gr - Τα κείμενα αποτελούν απόψεις και θέσεις των συντακτών τους.
 
Τοποθετηθείτε
Δεν υπάρχουν τοποθετήσεις πάνω σ' αυτό το κείμενο.
Πρέπει να συνδεθείτε ή να κάνετε εγγραφή για να τοποθετηθείτε.