Λέξημα / Βήμα του Λογοτέχνη / Ασκώντας τη Χαμένη ΤέχνηΑνώνυμος επισκέπτης
Βήμα του Λογοτέχνη Νεότερο Παλαιότερο
'Αρθρο #583 | Αποστολή από ?????? |
   Δευ 29 Νοε 2004 
Ασκώντας τη Χαμένη Τέχνη
Ασκώντας τη (Σχεδόν) Χαμένη Τέχνη. Προβληματισμοί για τη λογοτεχνία του φανταστικού σε προλογισμό του Stephen King.

Ξεκινώντας να διαβάσω την συλλογή ιστοριών του Stephen King,
«ΟΛΑ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΑ - 14 ΣΚΟΤΕΙΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ», των εκδόσεων BELL, βρέθηκα στην ευχάριστη έκπληξη, τον πρόλογο του βιβλίου να τον έχει γράψει ο ίδιος. Μια εξομολόγηση για την χαμένη τέχνη. Σαν συγγραφέας και ‘γω ιστοριών, νόμιζα μέχρι τώρα ότι τα πράγματα είναι δύσκολα για την Ελλάδα και ότι στο εξωτερικό ίσως να είχα διαφορετική τύχη. Περνώντας φουρτούνες με την γαλέρα μου για την έκδοση του δεύτερου βιβλίου μου ήρθε το μήνυμα μέσα στο μπουκάλι να καθησυχάσει τους δαίμονές μου. Δεν θα συνεχίσω, αφού δεν θεωρώ τον εαυτό μου άξιο να προλογίσει καν τον πρόλογο του Stephen King. Σας αφήνω να τον διαβάσετε καθώς προσωπικά θεωρώ ότι είναι εξίσου ενδιαφέρον όσο και οι ιστορίες που ακολουθούν.  Ευχαριστώ την Διευθύντρια Σύνταξης Μαρίνα Κουλουμούνδρα από τις εκδόσεις ΧΑΡΛΕΝΙΚ ΕΛΛΑΣ που μου έστειλε το κείμενο για την ανάρτησή του στο Λέξημα.                                                                      Ηλίας Φλωράκης


               Ασκώντας τη (Σχεδόν) Χαμένη Τέχνη

Έχω γράψει κάμποσες φορές για τη χαρά της συγγραφής και δεν βλέπω κάποιο λόγο να αναφερθώ ξανά σ' αυτό το θέμα, όμως να μια εξομολόγηση: η επιχειρηματική του πλευρά είναι κάτι που απολαμβάνω επίσης, ένα τρελό χόμπι μου κατά κάποιον τρόπο. Μου αρέσει να παίζω μ' αυτή, να δοκιμάζω καινούριους τρόπους, να μεταπηδώ από το ένα μέσο στο άλλο. Έχω δοκιμάσει να φτιάξω οπτικά μυθιστορήματα (Η Καταιγίδα του Αιώνα, Ρόουζ Ρεντ), μυθιστορήματα σε συνέχειες (Το Πράσινο Μίλι) και μυθιστορήματα σε συνέχειες στο Ίντερνετ (Το Φυτό). Το ζήτημα δεν είναι να βγάλω περισσότερα λεφτά, ούτε ακριβώς να δημιουργήσω νέες αγορές· είναι να δοκιμάσω να δω στην πράξη και την τέχνη της συγγραφής με διαφορετικούς τρόπους, ανανεώνοντας έτσι τη διαδικασία και διατηρώντας τα δημιουργήματα -τις ιστορίες, με άλλα λόγια- όσο πιο ζωντανά γίνεται.
Στην προηγούμενη πρόταση αρχικά πήγα να γράψω «διατηρώντας [τις ιστορίες] φρέσκες» και ύστερα έσβησα τη φράση, για να είμαι ειλικρινής. Θέλω να πω, ελάτε τώρα, κυρίες και κύριοι, ποιον θα μπορούσα να κοροϊδέψω τώρα πια, πέρα από τον ίδιο μου τον εαυτό; Πούλησα την πρώτη μου ιστορία όταν ήμουν είκοσι ενός ετών και τριτοετής στο πανεπιστήμιο. Τώρα είμαι πενήντα τεσσάρων κι έχω γράψει κάμποσες λέξεις στον υπολογιστή πάνω στον οποίο κρεμώ το καπελάκι μου των Ρεντ Σοξ. Η τέχνη της συγγραφής ιστοριών δεν είναι καινούρια για μένα εδώ και πολύ καιρό, όμως αυτό δεν σημαίνει πως έχει χάσει τη γοητεία της. Αν δεν βρίσκω τρόπους, όμως, για να τη διατηρώ ζωντανή και ενδιαφέρουσα, γρήγορα θα καταντήσει γέρικη και κουρασμένη. Δεν θέλω να συμβεί αυτό, γιατί δεν θέλω να κοροϊδεύω τον κόσμο που διαβάζει αυτά που γράφω (δηλαδή εσένα, αγαπητέ Σταθερέ Αναγνώστη), και δεν θέλω να κοροϊδεύω ούτε εμένα. Εν τέλει, σ' αυτή την υπόθεση είμαστε μαζί. Είναι το ραντεβού μας. Πρέπει να περάσουμε καλά μαζί, να χορέψουμε, να διασκεδάσουμε.
Έτσι, έχοντας αυτό κατά νου, θα σας πω άλλη μια ιστορία. Η σύζυγός μου κι εγώ έχουμε δύο ραδιοφωνικούς σταθμούς, τον WZON-AM, που είναι αθλητικός, και τον WKIT-FM, με κλασικό ροκ (Το Ροκ του Μπάνγκορ, όπως τον λέμε). Το ραδιόφωνο είναι δύσκολη υπόθεση αυτή την εποχή, ειδικά σε μια αγορά σαν του Μπάνγκορ, όπου υπάρχουν πάμπολλοι σταθμοί και όχι αρκετοί ακροατές. Παίζουμε σύγχρονη κάντρι μουσική, κλασική κάντρι, παλιά τραγούδια, κλασικά παλιά τραγούδια, Ρας Λίμπο, Πολ Χάρβεϊ και Κέισι Κέισεμ. Οι σταθμοί του Στιβ και της Τάμπι Κινγκ είναι ζημιογόνοι εδώ και κάμποσα χρόνια -όχι πολύ ζημιογόνοι, όμως αρκετά ώστε να με ενοχλούν. Βλέπετε, μου αρέσει να είμαι νικητής, και, ενώ είχαμε το προβάδισμα στην ακροαματικότητα, στο τέλος της χρονιάς εμφανίζαμε έλλειμμα. Μου εξήγησαν πως δεν ήταν αρκετά τα έσοδα από τις διαφημίσεις στην αγορά του Μπάνγκορ, πως παραήταν πολλά τα κομμάτια στα οποία ήταν χωρισμένη η πίτα.
Έτσι, είχα μια ιδέα. Σκέφτηκα να γράψω ένα θεατρικό έργο για το ραδιόφωνο, σαν εκείνα που άκουγα με τον παππού μου όταν μεγάλωνα (κι αυτός γερνούσε) στο Ντέραμ του Μέιν. Ένα θεατρικό για τη γιορτή του Χαλοουίν! Φυσικά, ήξερα για την περιβόητη -ή διαβόητη- ραδιοφωνική διασκευή του Πολέμου των Κόσμων για το Χαλοουίν στην εκπομπή Μέρκιουρι Θίατερ από τον Όρσον Γουέλς. Η ιδέα του Γουέλς, η ευφυέστατη ιδέα του Γουέλς, ήταν να παρουσιάσει την κλασική ιστορία εξωγήινης εισβολής του Χέρμπερτ Τζορτζ Γουέλς υπό μορφή δελτίων ειδήσεων και ανταποκρίσεων. Και είχε επιτυχία. Είχε τόση επιτυχία, που προκάλεσε πανικό σε όλη τη χώρα, και ο Γουέλς (ο Όρσον, όχι ο Χέρμπερτ Τζορτζ) αναγκάστηκε να ζητήσει δημοσίως συγνώμη στο Μέρκιουρι Θίατερ της επόμενης εβδομάδας. (Στοιχηματίζω πως το έκανε μ' ένα χαμόγελο ζωγραφισμένο στο πρόσωπό του· τουλάχιστον ξέρω πως εγώ θα χαμογελούσα αν σκάρωνα ποτέ ένα τόσο δυνατό και πειστικό ψέμα.)
Σκέφτηκα πως ό,τι είχε λειτουργήσει για τον Όρσον Γουέλς θα λειτουργούσε και για μένα. Αντί να ξεκινήσει με χορευτική μουσική από ορχήστρα, όπως η διασκευή του Γουέλς, το δικό μου έργο θα άρχιζε με τον Τεντ Νιούτζεντ να κλαψουρίζει στο «Cat Scratch Fever». Ύστερα, ένας εκφωνητής θα διέκοπτε το πρόγραμμα, ένας από τους κανονικούς συνεργάτες του WKIT. «Είμαι ο Τζέι-Τζει Γουέστ κι αυτές είναι οι ειδήσεις στον WKIT», θα έλεγε. «Βρίσκομαι στο κέντρο του Μπάνγκορ, όπου περίπου χίλιοι άνθρωποι συνωστίζονται στην Πίκερινγκ Σκουέαρ για να δουν ένα μεγάλο ασημί αντικείμενο με σχήμα δίσκου, που κατεβαίνει προς το έδαφος… μισό λεπτό, αν σηκώσω το μικρόφωνο, μπορεί να το ακούσετε».
Κι έτσι θα «σκίζαμε». Θα χρησιμοποιούσαμε τις τεχνικές δυνατότητες του σταθμού μας για να παραγάγουμε τα ηχητικά εφέ, ντόπιους ηθοποιούς για τους ρόλους… και το καλύτερο; Το καλύτερο απ' όλα; Θα ηχογραφούσαμε το αποτέλεσμα και θα το πουλούσαμε σε σταθμούς σε όλη τη χώρα! Το κέρδος, σκέφτηκα (κι ο λογιστής μου συμφώνησε), θα ήταν «εισόδημα ραδιοφωνικού σταθμού» και όχι «εισόδημα από δημιουργική γραφή». Ήταν ένας τρόπος να ξεπεράσουμε το πρόβλημα των λιγοστών εσόδων από τις διαφημίσεις και, στο τέλος της χρονιάς, οι ραδιοφωνικοί σταθμοί θα μπορούσαν επιτέλους να είναι επικερδείς.
Η ιδέα για το ραδιοφωνικό θεατρικό έργο ήταν συναρπαστική, όπως και η προοπτική να βοηθήσω με το συγγραφικό μου ταλέντο τους σταθμούς μου να γίνουν επικερδείς. Και τι συνέβη; Δεν μπόρεσα να το κάνω, να τι. Προσπάθησα και ξαναπροσπάθησα, όμως ό,τι κι αν έγραψα ήταν σαν αφήγηση. Όχι σαν θεατρικό, κάτι που βλέπεις να εκτυλίσσεται ολοζώντανο στη φαντασία σου (όσοι είναι αρκετά μεγάλοι ώστε να θυμούνται ραδιοφωνικά προγράμματα όπως το Σασπένς και το Γκάνσμοουκ θα καταλάβουν τι εννοώ), αλλά σαν βιβλίο σε κασέτα. Είμαι βέβαιος πως, παρ' όλα αυτά, θα κατορθώναμε να το πουλήσουμε σε κάποιους σταθμούς και να βγάλουμε μερικά λεφτά, όμως ήξερα πως δεν θα γινόταν επιτυχία. Θα κορόιδευε τον ακροατή. Είχε ναυαγήσει και δεν ήξερα πώς να το ανελκύσω. Η συγγραφή θεατρικών έργων για το ραδιόφωνο είναι, πιστεύω, μια χαμένη τέχνη. Έχουμε χάσει την ικανότητα να βλέπουμε με τ' αυτιά μας, αν και κάποτε την είχαμε. Θυμάμαι να ακούω κάποιον τύπο στο ραδιόφωνο να χτυπά τις αρθρώσεις των δαχτύλων του σ' ένα κούφιο κομμάτι ξύλο… και βλέπω ολοκάθαρα τον Ματ Ντίλον να βαδίζει με τις σκονισμένες του μπότες προς το μπαρ του Λονγκ Μπραντς Σαλούν. Αυτό δεν υπάρχει πια. Εκείνη η εποχή έχει περάσει.
Η συγγραφή θεατρικών έργων στο σαιξπηρικό ύφος -κωμωδίες και τραγωδίες σε ανομοιοκατάληκτους στίχους- είναι επίσης μια τέχνη που έχει χαθεί. Ο κόσμος πηγαίνει ακόμη να δει τις πανεπιστημιακές παραστάσεις του Άμλετ και του Βασιλιά Ληρ, αλλά, ας είμαστε ειλικρινείς, πόση επιτυχία πιστεύετε πως θα είχαν στην τηλεόραση, μπροστά στον Πιο Αδύναμο Κρίκο ή το Σορβάιβερ Νο 5: Ναυαγοί στη Σελήνη, ακόμη κι αν έπαιζε ο Μπραντ Πιτ τον Άμλετ και ο Τζακ Νίκολσον τον Πολώνιο; Και, παρ' ότι ο κόσμος εξακολουθεί να πηγαίνει σε ελισαβετιανά θεατρικά έργα όπως ο Βασιλιάς Ληρ και ο Μάκβεθ, η απόλαυση μιας μορφής τέχνης απέχει έτη φωτός από την ικανότητα δημιουργίας αντίστοιχων καινούριων έργων. Κάπου κάπου γίνονται προσπάθειες να ανέβουν έργα σε ανομοιοκατάληκτους στίχους, εντός και εκτός Μπρόντγουεϊ. Μοιραία, αποτυγχάνουν.
Η ποίηση δεν είναι χαμένη τέχνη. Η ποίηση είναι καλύτερη από ποτέ. Φυσικά, υπάρχει το συνηθισμένο τσούρμο ηλιθίων (όπως αυτοαποκαλούνταν οι συνεργάτες του περιοδικού Mad) που κρύβονται πίσω από τη μεγαλοστομία τους, έχοντας μπερδέψει την εκζήτηση με τη μεγαλοφυΐα, όμως υπάρχουν και οι αληθινά λαμπροί ποιητές. Αν δεν με πιστεύετε, ρίξτε μια ματιά στα λογοτεχνικά περιοδικά στο βιβλιοπωλείο της γειτονιάς σας. Για κάθε έξι ανόητα ποιήματα, θα βρείτε ένα δυο καλά. Και αυτό, πιστέψτε με, είναι μια πολύ καλή αναλογία σκουπιδιών-θησαυρών.
Το διήγημα, επίσης, δεν είναι χαμένη τέχνη, όμως θα έλεγα πως είναι πολύ πιο κοντά από την ποίηση στο χείλος του βαράθρου της λήθης. Όταν πούλησα το πρώτο μου διήγημα, στο υπέροχα μακρινό παρελθόν, δηλαδή το 1968, ήδη θρηνούσα για τη σταθερή εξαφάνιση της αγοράς του διηγήματος: τα φτηνά λαϊκά περιοδικά είχαν χαθεί, τα περιοδικά-συλλογές χάνονταν, τα εβδομαδιαία έντυπα (όπως το Saturday Evening Post) ψυχορραγούσαν. Στα χρόνια που πέρασαν από τότε, έχω δει την αγορά του διηγήματος να συρρικνώνεται κι άλλο. Ο Θεός να ευλογεί τα μικρά περιοδικά, στα οποία νέοι συγγραφείς μπορούν ακόμη να δημοσιεύσουν τα διηγήματά τους με αμοιβή κάποια αντίτυπα του περιοδικού, ο Θεός να ευλογεί τους συντάκτες που εξακολουθούν να διαβάζουν ό,τι ανοησίες τούς στέλνουν (και μάλιστα μετά από όλο αυτό τον πανικό με τον άνθρακα το 2001), και ο Θεός να ευλογεί τους εκδότες που περιστασιακά δίνουν ακόμη το πράσινο φως για κάποια ανθολογία αδημοσίευτων διηγημάτων, όμως δεν θα χρειαστεί να σπαταλήσει ο Θεός όλη του τη μέρα -ακόμη και το διάλειμμά του για καφέ- ευλογώντας τους. Δέκα δεκαπέντε λεπτά αρκούν. Είναι λιγοστοί, και κάθε χρόνο λιγοστεύουν κι άλλο. Το περιοδικό Story, που έδειχνε με το φως του το δρόμο στους νέους συγγραφείς (όπως τον έδειξε και σ' εμένα, κι ας μη δημοσίευσα ποτέ κάποια ιστορία μου εκεί), δεν υπάρχει πια. Το Amazing Stories επίσης δεν υπάρχει, παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες να κυκλοφορήσει ξανά. Ενδιαφέροντα περιοδικά επιστημονικής φαντασίας σαν το Βέρτεξ δεν υπάρχουν πια, και, φυσικά, τα περιοδικά τρόμου όπως το Creepy και το Eerie Είναι πολύς ο καιρός που αυτά τα υπέροχα περιοδικά έχουν πάψει να κυκλοφορούν. Κατά διαστήματα έχουν γίνει προσπάθειες να εκδοθούν ξανά· τώρα που γράφω αυτό το κείμενο, γίνεται μια τέτοια προσπάθεια για το Weird Tales. Συνήθως αποτυγχάνουν. Είναι σαν εκείνα τα θεατρικά έργα σε ανομοιοκατάληκτους στίχους, που ανεβαίνουν και κατεβαίνουν εν ριπή οφθαλμού. Όταν χαθεί κάτι, χάνεται οριστικά και δεν υπάρχει τρόπος να αναστηθεί.
Όλα αυτά τα χρόνια, συνέχισα να γράφω διηγήματα, εν μέρει γιατί οι ιδέες εξακολουθούν να ξεπηδούν στο μυαλό μου κάπου κάπου -όμορφες, σύντομες, συμπυκνωμένες ιδέες, που φωνάζουν για τρεις χιλιάδες λέξεις, ίσως για εννέα χιλιάδες, το πολύ για δεκαπέντε- και εν μέρει γιατί είναι ένας τρόπος να επιβεβαιώνω, τουλάχιστον στον εαυτό μου, πως δεν ξεπουλήθηκα, ό,τι κι αν πιστεύουν οι πιο σκληροί επικριτές μου. Ένα διήγημα μοιάζει με το μοναδικό χειροποίητο κομμάτι που αγοράζει κανείς στο μαγαζί ενός τεχνίτη. Αν έχει δηλαδή την υπομονή να περιμένει καθώς φτιάχνεται με το χέρι στο πίσω δωμάτιο-εργαστήρι.
Δεν υπάρχει όμως κανένας λόγος να προωθούνται τα διηγήματα στην αγορά με τις παλαιές, πατροπαράδοτες μεθόδους, μόνο και μόνο γιατί τα ίδια τα διηγήματα φτιάχνονται με αυτό τον τρόπο, ούτε υπάρχει λόγος να θεωρούμε, όπως κάνουν τόσοι στενόμυαλοι κριτικοί, πως ο τρόπος με τον οποίο πωλείται ένα λογοτέχνημα μολύνει ή υποβιβάζει, κατά κάποιον τρόπο, το ίδιο το προϊόν.
Εν προκειμένω αναφέρομαι στη «Σφαίρα του Τρόμου», που σίγουρα ήταν από τις πιο παράξενες εμπειρίες που είχα όσον αφορά την προώθηση του έργου μου στην αγορά, και δείχνει αυτό που προσπαθώ να πω εδώ: πως ό,τι έχει χαθεί δεν μπορεί εύκολα να ανακτηθεί, πως, όταν φτάσουν πια τα πράγματα σε ένα συγκεκριμένο σημείο, η εξαφάνιση είναι μάλλον αναπόφευκτη, αλλά πως μια νέα προοπτική σε μια από τις πλευρές της δημιουργικής γραφής -την εμπορική- μπορεί κάποιες φορές να αναζωογονήσει το σύνολο.
Η «Σφαίρα του Τρόμου» γράφτηκε μετά το Για τη Συγγραφή και ενώ ανάρρωνα ακόμη από ένα ατύχημα που με έκανε να υποφέρω σωματικά σχεδόν διαρκώς. Το γράψιμο με βοήθησε να ξεχάσω τους πιο έντονους από αυτούς τους πόνους· ήταν (και συνεχίζει να είναι) το καλύτερο παυσίπονο στο περιορισμένο μου οπλοστάσιο. Η ιστορία που ήθελα να αφηγηθώ ήταν η πεμπτουσία της απλότητας· για την ακρίβεια, δεν ήταν τίποτε παραπάνω από μια ιστορία με φαντάσματα που αφηγείται κάποιος στην παρέα του ένα βράδυ δίπλα στη φωτιά. Ήταν η ιστορία Αυτού Που Έκανε Οτοστόπ Και Τον Πήρε Με Το Αμάξι Του Ένας Νεκρός.
Καθώς έγραφα την ιστορία μου στον πλασματικό κόσμο της φαντασίας μου, το μπαλόνι τού www.com φούσκωνε στον εξίσου πλασματικό κόσμο του ηλεκτρονικού εμπορίου. Μία πλευρά του ήταν το λεγόμενο ηλεκτρονικό βιβλίο, το οποίο, σύμφωνα με κάποιους, θα σήμαινε το τέλος των βιβλίων όπως τα ξέραμε μέχρι τώρα, ως προϊόντα βιβλιοδεσίας, με σελίδες που τις γύριζες με το χέρι (και που κάποιες φορές ξεκολλούσαν κι έπεφταν αν η κόλλα ήταν αδύναμη ή το δέσιμο παλιό). Στις αρχές του 2000, εκδηλώθηκε μεγάλο ενδιαφέρον για ένα δοκίμιο του Άρθουρ Κλαρκ, που δημοσιεύτηκε μονάχα στον κυβερνοχώρο.
Ωστόσο, ήταν εξαιρετικά σύντομο (σαν να φιλάς την αδερφή σου· αυτό σκέφτηκα όταν το πρωτοδιάβασα). Το διήγημά μου, όταν τελείωσε, ήταν αρκετά μακροσκελές. Η Σούζαν Μόλντοου, η επιμελήτριά μου στον οίκο Σκρίμπνερ (ως οπαδός των X-Files, την αποκαλώ πράκτορα Μόλντοου… μαντέψτε γιατί), μου τηλεφώνησε μια μέρα ύστερα από παρότρυνση του Ραλφ Βισινάντσα και με ρώτησε αν είχα τίποτε που θα ήθελα να προωθήσω στην ηλεκτρονική αγορά. Της έστειλα τη «Σφαίρα του Τρόμου» και οι τρεις μας -η Σούζαν, ο Σκρίμπνερ κι εγώ- γράψαμε κατά κάποιον τρόπο ιστορία στο χώρο των εκδόσεων. Κάμποσες εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι «κατέβασαν» το διήγημα και κατέληξα να κερδίσω τόσα χρήματα, που ένιωσα αμηχανία. (Μόνο που αυτό είναι ψέμα -δεν ένιωσα καθόλου αμηχανία.) Ακόμη και τα δικαιώματα για την κυκλοφορία του σε audio ξεπέρασαν τα εκατό χιλιάδες δολάρια, που είναι ένα κωμικά υπέρογκο ποσό.
Τι κάνω, καυχιέμαι; Σας κάνω τον έξυπνο; Κατά κάποιον τρόπο, ναι. Επίσης, όμως, έχω να σας πω ότι η «Σφαίρα του Τρόμου» με τρέλανε. Συνήθως, όταν βρίσκομαι σε μια από αυτές τις ψυχρές-μοντέρνες αίθουσες κάποιου αεροδρομίου, οι υπόλοιποι γύρω μου με αγνοούν· παραείναι απασχολημένοι με το να μιλούν στο τηλέφωνο ή να κλείνουν συμφωνίες στο μπαρ. Πράγμα που δεν με πειράζει καθόλου. Κάπου κάπου, με ζυγώνει κάποιος και μου ζητά το αυτόγραφό μου σε μια χαρτοπετσέτα, για τη σύζυγό του. Η σύζυγος -θεωρούν συνήθως χρέος τους να με πληροφορήσουν αυτοί οι καλοντυμένοι τύποι με τους χαρτοφύλακες- έχει διαβάσει όλα τα βιβλία μου. Οι ίδιοι, από την άλλη, δεν έχουν διαβάσει κανένα, κάτι που θεωρούν επίσης χρέος τους να μου πουν. Είναι πολύ απασχολημένοι. Έχουν διαβάσει το Οι Επτά Συνήθειες των Εξαιρετικά Αποτελεσματικών Ανθρώπων, το Ποιος Πήρε το Τυρί Μου;, την προτεσταντική Προσευχή του Ιαβής και τίποτ' άλλο. Πρέπει να βιαστώ, πρέπει να τρέξω, σε τέσσερα πέντε χρονάκια έχω ραντεβού με το έμφραγμα και θέλω να 'μαι σίγουρος πως θα είμαι εκεί παρέα με τις μετοχές μου.
Μετά τη δημοσίευση της «Σφαίρας του Τρόμου» σε ηλεκτρονική μορφή (με εξώφυλλο, με το σήμα του Σκρίμπνερ, με τα πάντα), αυτό άλλαξε. Με πολιορκούσαν στις αίθουσες των αεροδρομίων, μέχρι και στον σιδηροδρομικό σταθμό της Βοστόνης. Με στρίμωχναν στο δρόμο. Για λίγο, βρέθηκα να απορρίπτω προσκλήσεις για τρία τοκ σόου την ημέρα (περίμενα πότε θα με καλούσε και ο Τζέρι Σπρίνγκερ, όμως δεν τηλεφώνησε ποτέ). Μέχρι που έγινα εξώφυλλο στο Τάιμ, και οι Νιου Γιορκ Τάιμς μίλησαν από καθέδρας για την υποτιθέμενη επιτυχία της «Σφαίρας του Τρόμου» και την υποτιθέμενη αποτυχία του ηλεκτρονικού διαδόχου της με τίτλο Το Φυτό. Θεέ μου, μπήκα μέχρι και στην πρώτη σελίδα της Γουόλ Στρητ Τζέρναλ. Άθελά μου, είχα γίνει μεγιστάνας.
Και τι με τρέλαινε; Τι έκανε όλα αυτά να φαίνονται τόσο μάταια; Μα το ότι κανένας δεν νοιαζόταν για το διήγημα. Διάβολε, κανένας δεν ρώτησε ποτέ για το διήγημα, και ξέρετε κάτι; Είναι αρκετά καλό, αν μπορώ να μιλήσω ο ίδιος για κάτι δικό μου. Απλό αλλά ψυχαγωγικό. Αν σας έκανε να σβήσετε την τηλεόραση, για μένα προσωπικά αυτό είναι απόλυτη επιτυχία (όπως το ίδιο ισχύει για τα υπόλοιπα διηγήματα σ' αυτή τη συλλογή).
Ύστερα από τη «Σφαίρα του Τρόμου», όμως, το μόνο που ήθελαν να μάθουν οι τύποι με τις γραβάτες ήταν «Πώς τα πηγαίνει; Πουλάει;» Πώς να τους πω πως δεν μου καιγόταν καρφί για το πώς τα πήγαινε στην αγορά, πως αυτό που με ένοιαζε ήταν πώς τα πήγαινε στην καρδιά του αναγνώστη; Εκεί πετύχαινε; Αποτύχαινε; Το ένιωθε ο αναγνώστης μέσα του; Προκαλούσε αυτές τις μικρές ανατριχίλες που είναι ο λόγος ύπαρξης της ιστορίας τρόμου; Σταδιακά συνειδητοποίησα πως επρόκειτο για ένα ακόμη βήμα προς τη δημιουργική παρακμή, ένα ακόμη βήμα άλλης μιας τέχνης που μπορεί να βρίσκεται στο δρόμο για την εξαφάνιση. 'πάρχει κάτι αλλόκοτα παρακμιακό στο να εμφανίζεσαι στο εξώφυλλο ενός μεγάλου περιοδικού απλώς επειδή χρησιμοποίησες έναν εναλλακτικό τρόπο προώθησης στην αγορά. Και υπάρχει κάτι ακόμη πιο αλλόκοτο στο να συνειδητοποιείς πως όλοι αυτοί οι αναγνώστες μπορεί να ενδιαφέρονταν πολύ περισσότερο για την καινοτομία του ηλεκτρονικού περιτυλίγματος παρά για το τι υπήρχε μέσα από το περιτύλιγμα. Θέλω να μάθω πόσοι από τους αναγνώστες που «κατέβασαν» τη «Σφαίρα του Τρόμου» όντως διάβασαν τη «Σφαίρα του Τρόμου»; Δεν θέλω. Μπορεί να απογοητευτώ βαθιά.
Το ηλεκτρονικό βιβλίο μπορεί να είναι ή να μην είναι το βιβλίο του μέλλοντος. Γι' αυτό δεν μου καίγεται καρφί, πιστέψτε με. Για μένα, το να ακολουθήσω αυτόν το δρόμο ήταν απλώς άλλος ένας τρόπος να συνεχίσω να γράφω ιστορίες κι αυτές οι ιστορίες να φτάνουν σε όσο πιο πολύ κόσμο είναι δυνατόν.
Αυτό το βιβλίο μάλλον θα καταλήξει για λίγο στους καταλόγους των μπεστ σέλερ· από αυτή την άποψη έχω σταθεί πολύ τυχερός. Αν το δείτε όμως εκεί, θα σας συμβούλευα να αναρωτηθείτε πόσα άλλα βιβλία με διηγήματα καταλήγουν στους καταλόγους των μπεστ σέλερ στη διάρκεια μιας οποιασδήποτε χρονιάς και για πόσο διάστημα θα συνεχίσουν οι εκδότες να εκδίδουν βιβλία ενός είδους που δεν ενδιαφέρει ιδιαίτερα τους αναγνώστες. Για μένα, όμως, υπάρχουν λιγοστές απολαύσεις τόσο υπέροχες όσο το να κάθομαι στην αγαπημένη μου πολυθρόνα μια παγερή βραδιά, μ' ένα ζεστό φλιτζάνι τσάι, να ακούω τον αέρα έξω και να διαβάζω μια καλή ιστορία που, μέχρι να ξαπλώσω, θα την έχω τελειώσει.
Η συγγραφή τους δεν είναι τόσο απολαυστική. Δεν μπορώ να θυμηθώ παρά δύο διηγήματα σ' αυτή τη συλλογή -το «Όλα Είναι Δυνατά» και το «Η Περί Κατοικίδιων Θεωρία του Λ. Τ.»- που γράφτηκαν δίχως πολύ μεγαλύτερη προσπάθεια από το συγκριτικά πενιχρό αποτέλεσμα. Κι όμως, πιστεύω πως πέτυχα να διατηρήσω την τέχνη μου φρέσκια, τουλάχιστον για μένα, κυρίως γιατί αρνούμαι να περάσει μια χρονιά δίχως να γράψω τουλάχιστον ένα δυο διηγήματα. Όχι για τα λεφτά, ούτε ακριβώς από αγάπη, αλλά ως χρέος. Γιατί, αν θέλεις να γράφεις διηγήματα, πρέπει να κάνεις κάτι παραπάνω από το να το σκέφτεσαι. Δεν είναι σαν να κάνεις ποδήλατο, αλλά σαν να ασκείσαι στο γυμναστήριο. Έχεις δύο επιλογές: είτε το κάνεις είτε το χάνεις.
Το να τα βλέπω συγκεντρωμένα εδώ είναι μεγάλη χαρά για μένα. Ελπίζω να είναι και για σας. Πείτε τό μου στο www.stephenking.com, και μπορείτε επίσης να κάνετε κάτι άλλο για μένα (και για σας): αν απολαύσετε αυτά τα διηγήματα, αγοράστε και κάποια άλλη συλλογή. Το Sam the Cat του Μάθιου Κλαμ, για παράδειγμα, ή το The Hotel Eden του Ρον Κάρλσον. Αυτοί είναι μονάχα δύο από τους καλούς συγγραφείς που παράγουν αληθινά καλό έργο και, παρ' ότι έχουμε πλέον μπει στον εικοστό πρώτο αιώνα, το κάνουν με τον παλιό τρόπο, λέξη λέξη. Η μορφή με την οποία εμφανίζεται το έργο τους τελικά δεν το αλλάζει αυτό. Αν νοιάζεστε, στηρίξτε τους. Και η καλύτερη μέθοδος για να τους στηρίξετε, επίσης, δεν έχει αλλάξει ιδιαίτερα: διαβάστε τις ιστορίες τους.
Θα ήθελα να ευχαριστήσω κάποιους ανθρώπους που διάβασαν τις δικές μου: τον Μπιλ Μπάφορντ στο Νιου Γιόρκερ· τη Σούζαν Μόλντοου στον Σκρίμπνερ· τον Τσακ Βέριλ, που έχει επιμεληθεί τόσα από τα έργα μου όλα αυτά τα χρόνια· τον Ραλφ Βισινάντσα, τον Άρθουρ Γκριν, τον Γκόρντον Βαν Γκέλντερ και τον Εντ Φέρμαν στο Μάγκαζιν οφ Φάντασι εντ Σάιενς Φίκσιον· τον Νάι Γουίλντεν στο Καβαλίερ· και το μακαρίτη τον Ρόμπερτ Α. Γ. Λόουντς, που αγόρασε εκείνο το πρώτο διήγημα το '68. Και επίσης -το σημαντικότερο- τη σύζυγό μου, Τάμπιθα, που παραμένει η αγαπημένη μου Σταθερή Αναγνώστρια. Όλοι αυτοί είναι άνθρωποι που έχουν προσπαθήσει και εξακολουθούν να προσπαθούν για να μη γίνει το διήγημα μια χαμένη τέχνη. Όπως προσπαθώ κι εγώ. Και -ανάλογα με το τι αγοράζεις (και επομένως επιλέγεις να στηρίξεις) και το τι διαβάζεις- όπως προσπαθείς κι εσύ. Εσύ, πρώτος απ' όλους, Σταθερέ Αναγνώστη. Πάντα Εσύ.

Στίβεν Κινγκ
Μπάνγκορ, Μέιν
11 Δεκεμβρίου 2001


Lexima.gr - Τα κείμενα αποτελούν απόψεις και θέσεις των συντακτών τους.
 
Τοποθετηθείτε
Δεν υπάρχουν τοποθετήσεις πάνω σ' αυτό το κείμενο.
Πρέπει να συνδεθείτε ή να κάνετε εγγραφή για να τοποθετηθείτε.