Λέξημα / Βήμα του Λογοτέχνη / ΑλτσχάϊμερΑνώνυμος επισκέπτης
Βήμα του Λογοτέχνη Νεότερο Παλαιότερο
'Αρθρο #577 | Αποστολή από ??????? ?. |
   Πεμ 6 Μαϊ 2004 
Αλτσχάϊμερ
Δ. Καψάλη : φιλολογικό Αλτσχάϊμερ & η τέχνη της απομνημόνευσης ποιημάτων
                         ΑΛΤΣΧΑΪΜΕΡ


Διαβάζοντας, πριν από δύο χρόνια, ένα λαμπρό βιβλίο της διακεκριμένης φιλολόγου Έλεν Βέντλερ για τα σονέτα του Σαίξπηρ (Η τέχνη των σαιξπηρικών σονέτων, 1997) σταμάτησα την ακόλουθη διήγηση, την οποία και υπογράμμισα με άδολη συγκίνηση αλλά και εύστοχη, όπως ίσως αποδεικνύεται τώρα, υστεροβουλία:


Ο πρώτος άνθρωπος που με εισήγαγε στα σονέτα του Σαίξπηρ ήταν η μητέρα μου. Τα παρέθετε συχνά και πολλά τα είχε αποστηθίσει. Τα τελευταία γραπτά της (που τα βρήκαμε όταν η ασθένεια του Αλτσχάϊμερ της είχε κλέψει πια τη μνήμη) ήταν αποσπάσματα από τα σονέτα, που τα έγραφε σε διάφορα κομμάτια χαρτί, είτε από το φόβο της αμνησίας είτε για να νιώσει αυτοπεποίθηση. Δεν είναι μικρός φόρος τιμής προς τα σονέτα το γεγονός ότι, από τα εκατοντάδες ποιήματα που γνώριζε από στήθους, εκείνα σβήστηκαν τελευταία.


Η υπογράμμιση στο βιβλίο μου μαρτυρεί την ακόμη εντονότερη συγκίνηση που θα ένιωσα όταν, λίγο παρακάτω, στην Εισαγωγή του βιβλίου της , διάβασα και τα ακόλουθα:


Προκειμένου να φτάσω στο επίπεδο κατανόησης που προτείνει ο Σχολιασμός μου, ανακάλυψα ότι ήταν αναγκαίο να αποστηθίσω τα Σονέτα. Συχνά πίστεψα ότι «ήξερα» ένα σονέτο - αλλά, απαγγέλλοντας το στη μνήμη μου, έβρισκα χάσματα. Τα κενά αυτά με βοήθησαν να καταλάβω ότι κάποια κομμάτια του όλου δεν είχαν ακόμη αφομοιωθεί στο πώς αντιλαμβανόμουν τις προθέσεις του έργου, γι' αυτό και τα ξεχνούσα. Αποκαθιστώντας τα ελλείποντα μέρη, κατανοούσα καλύτερα το σχέδιο ενός σονέτου και συνειδητοποιούσα ό,τι δεν είχα αρχικά αντιληφθεί για τη λειτουργία των λέξεων αυτών. Κανείς πιανίστας ή βιολιστής δεν θα παραλείψει να αποστηθίσει μια σονάτα προτού την ερμηνεύσει δημοσίως, αλλά η ισοδύναμη συνήθεια να αποστηθίζουμε ποιήματα προτού τα ερμηνεύσουμε έχει πλέον χαθεί. Απομνημόνευσα για πρώτη φορά κάμποσα από τα Σονέτα (από το αντίτυπο της μητέρας μου) με τον εγκάρδιο τρόπο της νεότητας, και ελπίζω ότι δεν έχω απωλέσει αυτή την «από καρδιάς» αίσθηση των ποιημάτων. Έχω όμως μάθει έκτοτε να αγαπώ με τρόπους πιο συνειδητούς την ευφρόσυνη ποικιλία της σαιξπηρικής επινόησης, την επιδεξιότητα του στην ειρωνεία, την εντυπωσιακά εκλεπτυσμένη τεχνική του και, πάνω απ' όλα, την έκταση της σκεπτικής φαντασίας του.


     Προλεγόμενα σε κάθε μελλοντικό λόγο περί φιλολογικής μεθόδου θα μπορούσαν να ονομαστούν οι απλές αυτές εμπειρικές παρατηρήσεις. Υπενθυμίζω, πάντως, ότι τα σονέτα του Σαίξπηρ είναι 154 - τόσα χρειάστηκε να μάθει απέξω η κυρία Βέντλερ για να μπορέσει να γράψει το βιβλίο της όπως πραγματικά επιθυμούσε. Δεν χρειάζεται, νομίζω, να παραστήσω στον αναγνώστη πόσο σπάνια έχει καταντήσει αυτή η συνήθεια της απομνημόνευσης, τόσο στην μεθοδική - την επαγγελματική, ας πούμε - όσο και στην κοινή, την ερασιτεχνική  εκδοχή της. Από την άλλη, μπορώ να τον διαβεβαιώσω ότι έχω συναντήσει υποψήφιους διδάκτορες και διδάκτορες της φιλολογίας οι οποίοι δεν ήταν σε θέση να απαγγείλουν από μνήμης ούτε μια στροφή - πόσο μάλλον ολόκληρο ποίημα - του ποιητή στον οποίο διέτριψαν.
     «Δεν έχω καλή μνήμη» θα απαντήσει περίλυπος, εάν ερωτηθεί για την αναπηρία του, ο φιλόλογος. Η συνήθης εξήγηση γι' αυτό το γενικευμένο φιλολογικό Αλτσχάϊμερ (που πλήττει κυρίως τις μικρότερες ηλικίες) είναι τόσο κοινότοπη ώστε μοιάζει πια σχεδόν φυσιολογική - δεν παύει όμως να δηλώνει την ύπαρξη συνδρόμου. Λίγοι άνθρωποι «έχουν» καλή μνήμη όπως έχουν - ή δεν έχουν - αυτοκίνητο, σύζυγο, σπίτι στην εξοχή ή με τον προληπτικό τρόπο που μπορεί να πιστεύουν ότι έχουν - ή ότι δεν έχουν - τύχη. Η μνήμη, όπως και πολλά άλλα πράγματα, είναι αποτέλεσμα παιδείας, άσκησης, ενίοτε δε επίπονης άσκησης - είναι, με άλλα λόγια, τέχνη. Μαθαίνει κανείς να αποστηθίζει ποιήματα όπως μαθαίνει και τόσα άλλα πράγματα, χρήσιμα και άχρηστα - και η διαδικασία της εκμάθησης μπορεί κάποτε να αποβεί τόσο απολαυστική όσο και το αποτέλεσμα: η πλήρης αφομοίωση ενός δυναμογόνου εκφραστικού πυρήνα (όπου μπορεί να συμπιέστηκαν πολλά αμήχανα χρόνια) στον διανοητικό και αισθηματικό οργανισμό ενός ζωντανού, ομιλούντος ανθρώπου. Δεν θα χρειαζόταν, επομένως, κανενός είδους απολογία υπέρ της ευλογημένης αυτής συνήθειας, εάν η απόρριψη της δεν συμπύκνωνε , με την επιμονή παραμορφωτικού συμπτώματος, τα χαρακτηριστικά ενός μείζονος προβλήματος που είναι έκδηλο παντού, στην παραγωγή της ποίησης και σε όλο το φάσμα της υποδοχής της: από την τυχαία ακρόαση ως τη συστηματική ανάγνωση, από το καφενείο ως το σχολείο και από την ερωτική εξομολόγηση ως τη βάναυση, γεροντική μοναξιά.
     Η γενική διάγνωση, λοιπόν, πρέπει να είναι άλλη, εντελώς διαφορετική από την ατομική υπεκφυγή. Απλούστατα, αυτός ο τρόπος συγχρωτισμού με την ποίηση, ο οποίος μέχρι πρότινος οδηγούσε, ηθελημένα είτε αθέλητα, στην απομνημόνευση ποιημάτων (ηθελημένα, ως άσκηση, και αθέλητα, όπως μετά από πολυετείς αναγνώσεις), αυτός ο τρόπος όχι μόνο δεν συνηθίζεται πια αλλά θεωρείται παρωχημένος μεν - περίπου εκκεντρικός - ως στοιχείο γενικής παιδείας, ύποπτος δε και ανεπιθύμητος ως παιδαγωγική μέθοδος. Συγχέοντας την παπαγαλία (από την οποία βεβαίως δεν έχουμε απαλλαγεί) με τη μνημοτεχνία, λησμονήσαμε ότι καλό ποίημα, κατά μία πιθανότατη εκδοχή, είναι εκείνο που το εμπιστευόμαστε και επιθυμούμε με όλη μας την καρδιά να το αποστηθίσουμε, να το ενστερνιστούμε και να το πούμε.


17 Οκτωβρίου 1999


Διονύσης Καψάλης



[Από το βιβλίο του Διονύση Καψάλη Η συνάφεια με τα πράγματα. Επιχειρήματα για την ποίηση, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ύψιλον]  

Lexima.gr - Τα κείμενα αποτελούν απόψεις και θέσεις των συντακτών τους.
 
Τοποθετηθείτε
Δεν υπάρχουν τοποθετήσεις πάνω σ' αυτό το κείμενο.
Πρέπει να συνδεθείτε ή να κάνετε εγγραφή για να τοποθετηθείτε.