Λέξημα / Βήμα του Λογοτέχνη / Γιώργος ΜπλάναςΑνώνυμος επισκέπτης
Βήμα του Λογοτέχνη Νεότερο Παλαιότερο
'Αρθρο #576 | Αποστολή από ?????? |
   Τρι 10 Φεβ 2004 
Γιώργος Μπλάνας
«Μπορεί πραγματικά η ποίηση να βρίσκεται σε κατάσταση αμηχανίας, αλλά όχι σε αδιέξοδο.»
«Μπορεί πραγματικά η ποίηση να βρίσκεται σε κατάσταση αμηχανίας, αλλά όχι σε αδιέξοδο.»


Έχω μπροστά μου το «Βήμα» της 26ης Νοεμβρίου 2000, στο οποίο ο Νάσος Βαγενάς, καθηγητής της Θεωρίας και Κριτικής της λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, διατυπώνει την άποψή του για την κατάσταση της σύγχρονης ποίησης, σύμφωνα με την οποία "εδώ και καιρό, βρισκόμαστε σε μια κρίση του στίχου". Τα όρια αυτής της κρίσης τα υποτυπώνει αδρά, με τον λελογισμένο τρόπο που διακρίνει κάθε κείμενό του: "Η απελευθέρωση του ποιητικού λόγου από τον έμμετρο στίχο κυριάρχησε κατά τον 20ό αιώνα, όμως η υπερβολική και ανεπαρκής χρήση της προσωδίας αυτής μείωσε στο ελάχιστο τη διαφορά της από την προσωδία του καθημερινού λόγου". Ο Βαγενάς πιστεύει πως "χωρίς μέτρο, δηλαδή χωρίς την ιδιαίτερη προσωδιακή ορχήστρωση (έμμετρη ή ελεύθερη), που θα έδινε στη γλώσσα εκείνη την κίνηση που ονομάζεται ποιητικός ρυθμός, ο λόγος δεν μπορεί να γίνει ποιητικός".

Αναφερόμενος στην ελληνική περίπτωση, επισημαίνει την απόλυτη κυριαρχία της ελευθερόστιχης ποίησης και τη μετατροπή του ελεύθερου στίχου σε μια νέα συμβατικότητα.
Συμφωνώ πως "χωρίς μέτρο, δηλαδή χωρίς την ιδιαίτερη προσωδιακή ορχήστρωση (έμμετρη ή ελεύθερη), που θα έδινε στη γλώσσα εκείνη την κίνηση που ονομάζεται ποιητικός ρυθμός, ο λόγος δεν μπορεί να γίνει ποιητικός". Ήδη από την πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα, ο Έζρα Πάουντ σημείωνε πως ο ελεύθερος στίχος είναι εξαιρετικά ριψοκίνδυνη υπόθεση γιατί μπορεί να χωρέσει άπειρη κακογραφία. Συνιστούσε στους υποψήφιους ποιητές να μελετούν επίμονα τους παραδοσιακούς ρυθμούς. Μετά από μερικές δεκαετίες ο εικονιστής ποιητής Ρίτσαρντ Άλντινγκτον παραδεχόταν πως ο ελεύθερος στίχος δεν έχει καμιάν αξία αν δεν παράγει νέους ενδιαφέροντες ρυθμούς. Κατά τη γνώμη μου ο ποιητής που δεν μπορεί να γράψει επαρκή ποιήματα σε κάθε φόρμα (παλιά ή νέα) της γλώσσας του δεν μπορεί να επιτύχει μιαν αξιόλογη πραγμάτευση του υλικού του.

Παρ' όλα αυτά, η ποίηση καλύπτει μιαν ευρύτατη περιοχή γλωσσικών κατασκευών, αναστέλλοντας κάθε προσπάθεια να την ορίσουμε. Μόνο να αναγνωρίσουμε ένα κείμενο ως ποιητικό μπορούμε, καθένας με την ευαισθησία, τη γνώση, την καλλιέργειά του. Ασφαλώς καθετί δεν είναι ποίηση, αλλά μόνο γιατί η εκπαιδευτική διαδικασία κατορθώνει να θεσμοθετεί πάντα μια περιορισμένη άποψη για την ποίηση. Κάθε διαδικασία χρειάζεται ορισμένες αρχικές συμφωνίες. Νομίζω πως αν προσπαθήσει κανείς να σκεφτεί την ποίηση με ρεαλιστική διάθεση, ίσως καταλήξει στο συμπέρασμα πως πρόκειται για εκείνη τη δραστηριότητα που κινητοποιεί ιδέες και συναισθήματα ώστε να μας αφορούν και ρυθμοποιεί το υλικό της ώστε να δρα στη συνείδηση του αναγνώστη. Η κινητοποίηση δημιουργεί αναγκαστικά μια ρυθμοποίηση, με αποτέλεσμα τη ρυθμοτονική συμπεριφορά του κειμένου. Έτσι ίσως μπορεί να εξηγηθεί η μουσική πρωτοτυπία ποιητών που δεν μπορούσαν να χειριστούν το λόγο παρά μόνο με τα προσωπικά τους δεδομένα - και η ελληνική λογοτεχνία διαθέτει αρκετούς τέτοιους. Νομίζω λοιπόν πως η κρίση που περνά η ποίηση είναι κρίση κινητοποίησης συναισθημάτων και ιδεών. Θέλω να πω πως αρκετά ποιήματα γράφονται από ανθρώπους χωρίς δημιουργικές ικανότητες. Ακόμα και αν γνώριζαν καλά την παραδοσιακή στιχουργική, τα κείμενά τους δεν θα διέθεταν ίχνος ποίησης. Πέραν τούτου, καίριες στιγμές της ποιητικής παραγωγής έχουν πάντα να επιδείξουν ρυθμοτονική συμπεριφορά, αν όχι πρωτότυπη, τουλάχιστον επαρκή. Αν και η θέση του Βαγενά με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο, δεν μπορώ να καταλάβω γιατί, με τα δεδομένα του καλύτερου μέρους της ποιητικής παραγωγής μας, αναφέρεται σε ποιητικό αδιέξοδο. Η ελευθερόστιχη ποίηση, χωρίς το κύρος του κλασικού στίχου, βρίσκεται πάντα σε αμηχανία, αλλά η παραγωγή καλών ποιημάτων δεν έχει σταματήσει. Απλώς η μάχη είναι σκληρή, με μόνο σύμμαχο την ικανότητα του ποιητή να δημιουργεί κάτι αξιανάγνωστο. Κανείς δεν ξέρει πότε, πού και πώς εκρήγνυται αυτή η ικανότητα. Και δεν είναι πάντα βέβαιο πως μπορούμε να την αναγνωρίσουμε αμέσως.

Θα μπορούσα να συμφωνήσω με τον Βαγενά όταν μιλάει για υπερβολική και ανεπαρκή χρήση της προσωδίας του ελεύθερου στίχου. Μπορεί η προτροπή του Έζρα Πάουντ να συνθέτουμε όχι σύμφωνα με οποιοδήποτε μετρονόμιο, αλλά σύμφωνα με τη ροή της μουσικής φράσης, να είναι αρκετά θολή - μπορεί να οδήγησε σε χαλαρές απόψεις, συμπεριλαμβανομένης της θεωρίας περί αναπνευστικής διάρκειας του στίχου, αλλά στην προτροπή αυτή θα έπρεπε να είχαμε σκύψει περισσότερο, γιατί μέσα της κυοφορείται μια διαρκής αυτοδιάθεση της ποιητικής φωνής. Καταλαβαίνω την εντροπικότητα που παρουσιάζουν στίχοι τυπικά μοντερνιστικοί και την αναγκαιότητα μιας διαρκούς επιφυλακής για τη ρυθμοτονική ποιότητα του κειμένου, αλλά δεν καταλαβαίνω γιατί το πλησίασμα στην προσωδία του καθημερινού λόγου αποτελεί αναγκαστικά παθολογία του στίχου. Αντίθετα, βλέπω πως τα ελευθερόστιχα ποιήματα που καταχρώνται την ανυπαρξία μέτρου, παραβιάζουν συνεχώς την προσωδία του καθημερινού λόγου που αποτελεί μόνιμη πηγή εξαιρετικών ρυθμών. Δεν έχω άλλο τρόπο να πείσω για την ευεργετική συνέπεια της συναναστροφής του ποιητή με τον καθημερινό λόγο, εκτός από την επισήμανση της φυσικότητάς του και της βαθιάς γοητείας την οποία άσκησαν τα τελευταία 100 χρόνια οι εμπνευσμένες επεξεργασίες του. Ένα ποίημα οφείλει να αξιοποιεί τα πάντα προκειμένου να παραμείνει ποίημα. Δυστυχώς ή ευτυχώς κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει τι ακριβώς είναι ένα ποίημα, πριν βρεθεί μπροστά σε μια αξιόλογη κατασκευή. Ο κόσμος μας χρειάζεται αρχές - όπως πάντα - αλλά τις αρχές δεν μπορούμε πια να τις διαθέτουμε παρά στο τέλος. Κατά κάποιον τρόπο, είμαστε αναγκασμένοι να αρχίζουμε από το τέλος. Δεν βρίσκω τίποτε προβληματικό σε αυτό, εκτός ίσως από την αμηχανία του εκπαιδευτικού σε συνθήκες πλήρους ρευστότητας. Αλλά η εκπαίδευση αναπαράγει, ενώ η ποίηση επινοεί, και στο πλαίσιο της μεταβιομηχανικής κοινωνίας που σπαράζεται από την αδυναμία να επιλύσει τη βασική αντίφαση ανάμεσα στον "γραμμικό" κόσμο της εργασίας και τον "διαφορικό" κόσμο της κατανάλωσης, η όλη υπόθεση καταντάει κουραστική: ο διανοητής πρέπει να βρίσκεται πάντα σε επιφυλακή. Τελικά, όλα εξαρτώνται από την ευρηματικότητα του ποιητή και τη διάθεση του αναγνώστη.

Μπορώ να καταλάβω τον Βαγενά όταν επισημαίνει πως η ελευθερόστιχη ποίηση κυριάρχησε απόλυτα στην ελληνική λογοτεχνία και πως η αρχική αντισυμβατικότητα του ελεύθερου στίχου έχει ήδη καταντήσει μια νέα συμβατικότητα. Ας μου επιτραπεί όμως να παρατηρήσω πως η κυριαρχία της ελευθερόστιχης ποίησης στη λογοτεχνία μας δεν ήταν μόνο εσωτερική διαδικασία. Υπήρξε και προϊόν πολιτικής εκμετάλλευσης. Η ελευθερόστιχη ποιητική πρακτική, από τη στιγμή που εμφανίστηκε, επιβλήθηκε στην παράδοση με βίαιο τρόπο. Ένα δεξιάς κατεύθυνσης ιερατείο απέκρυψε τα τεχνικά επιτεύγματα της παράδοσης και παρουσίασε την ανανέωση του ποιητικού μας λόγου σαν κατόρθωμα ενός - δύο ποιητών. Σκοπός της ήταν να προλάβει την αριστερά στην εισαγωγή του μοντερνισμού. Η ίδια η αριστερά στάθηκε πιο στοχαστική απέναντι στην παράδοση. Έχασε όμως πολύτιμο χρόνο. Με τη δραματική μεσολάβηση του πολέμου, και κάτω από το βάρος ειδικών αναγκών, ο ελληνικός μοντερνισμός έγινε ήδη παράδοση. Οι συνθήκες πλήρους ανελευθερίας του λόγου χρέωσαν την ποίηση με καθήκοντα που δεν της ανήκουν υποχρεωτικά. Το διδακτικό στοιχείο διογκώθηκε. Το ίδιο και το κοινωνικό. Τέτοιες κατευθύνσεις απαιτούσαν έναν πιο πεζολογικό τόνο εκφοράς. Ο Καβάφης και ο Σεφέρης προμήθευσαν τις πρώτες υφολογικές κατευθύνσεις. Τα τεχνικά επιτεύγματα του Καρυωτάκη πέρασαν στην αφάνεια. Η διάθεση για καλλιέργεια παραδοσιακών στιχουργικών μορφών ατόνησε. Η δικτατορία και η καταστροφή του πολιτιστικού ιστού που επέφερε οδήγησαν σε μια μεταπολιτευτική περίοδο αχαλίνωτης κακογραφίας, με τις πιο άδολες προθέσεις. Οι ποιητές που προσπαθούσαν να ακούσουν τη φωνή τους, μέσα σε έναν καταιγισμό ποιητικών συλλογών χωρίς αντικείμενο, μόλις και μετά βίας το κατάφερναν. Χρειάστηκαν δέκα με δεκαπέντε χρόνια μετά τη μεταπολίτευση για να δημιουργηθεί ένα κάπως ήσυχο περιβάλλον και οι πολιτικοποιημένοι Έλληνες να εγκαταλείψουν την ολέθρια συνήθειά τους να τυπώνουν μια ποιητική συλλογή ο καθένας. Συνεπώς, ίσως είναι απόλυτα δικαιολογημένη μια κάποια αμηχανία σχετική με τα προβλήματα της ελευθερόστιχης ποίησης. Ίσως ακόμη να είναι απόλυτα δικαιολογημένη η στροφή προς την κλασική στιχουργική που επιχειρήθηκε από ορισμένους νεότερους ποιητές. Εκείνο που δεν δικαιολογείται είναι η αποκλειστική χρήση δημιουργικά εξαντλημένων εκφραστικών τρόπων με αμφίβολη πλέον την ποιητική τους δραστικότητα. Μια τέτοια πρακτική μοιάζει με αναπαράσταση πολιτισμικού σοκ. Όσο η ανθρώπινη κοινωνία αναδιπλώνει τις συνισταμένες της, η ποίηση δέχεται νέες προκλήσεις. Το γεγονός πως δεν φαίνεται να διαθέτει, προς το παρόν, τη δύναμη για μιαν ανατροπή των πάντων στη γλωσσική έκφραση, δεν σημαίνει πως πρέπει να επιστρέψει σε ένα φανταστικά σταθερότερο περιβάλλον. Δεν αμφιβάλλω πως κάποιος ποιητής μπορεί να γράψει σήμερα καλά σονέτα. Αμφιβάλλω αν μπορεί να προχωρήσει πέρα από τον Μαβίλη, δεδομένου ότι θα βρει μπροστά του τον Καρυωτάκη και θα αναγκαστεί να επαναλάβει το εγχείρημα της αποδιάρθρωσης της κλασικής στιχουργικής. Εξάλλου, στην ελληνική περίπτωση τα αποτελέσματα είναι απογοητευτικά. Διαβάζουμε σονέτα με 12 διασκελισμούς σε σύνολο δεκατεσσάρων στίχων, φτωχές ομοιοκαταληξίες, χασμωδίες, αδέξιους χειρισμούς του τονισμού και καταχρηστικές τομές (πράγματα απόλυτα φυσικά, δεδομένου ότι οι συγκεκριμένες φόρμες αδυνατούν να καλύψουν την προφανή δημιουργικότητα των ικανότατων χειριστών τους). Απομένει μια πνευματική στάση που δεν προχωρά πέρα από την κατάδειξη της αναγκαιότητας μουσικής στην ποίηση. Αλλά τον δρόμο τον δείχνουμε μια φορά και με σκοπό να τον ακολουθήσουμε. Δεν στεκόμαστε στο σταυροδρόμι μετρώντας και ξαναμετρώντας τα βήματα που χρειαζόμαστε για να ξεκινήσουμε. Προχωράμε. Αυτό είναι πολύ απλό και αποτελεί καίριο μηχανισμό της ιστορίας.

Μπορεί πραγματικά η ποίηση να βρίσκεται σε κατάσταση αμηχανίας, αλλά όχι σε αδιέξοδο. Νομίζω πως οι κατεργασίες που επιβάλλουν στους σύγχρονους ποιητές τη δημιουργία μιας δραστικής ποίησης ή την εξαφάνισή της σαν ζωντανής τέχνης οδηγούν σε συσσωρεύσεις με απροσδόκητα αποτελέσματα.


Γιώργος Μπλάνας

(αναδημοσίευση με την άδεια του συγγραφέα απο την εφημ. Αυγή )


Lexima.gr - Τα κείμενα αποτελούν απόψεις και θέσεις των συντακτών τους.
 
Τοποθετηθείτε
Δεν υπάρχουν τοποθετήσεις πάνω σ' αυτό το κείμενο.
Πρέπει να συνδεθείτε ή να κάνετε εγγραφή για να τοποθετηθείτε.