Λέξημα / Συνεντεύξεις / Κώστας ΚαβανόζηςΑνώνυμος επισκέπτης
Συνεντεύξεις Νεότερο Παλαιότερο
'Αρθρο #557 | Αποστολή από ?????? |
   Κυρ 13 Φεβ 2005 
Κώστας Καβανόζης
Νομίζω πως, αν πιστεύεις στο έργο σου, πρέπει να επιμένεις ανεξάρτητα από τις όποιες αντιξοότητες.

  Συνέντευξη με το συγγραφέα Κώστα Καβανόζη

Είστε ένας νέος άνθρωπος και το «Χοιρινό με λάχανο» είναι το πρώτο σας βιβλίο. Ποιες κινήσεις κάνατε για να προχωρήσετε στην έκδοσή του και ποια ήταν η αντιμετώπιση σας απ' τους εκδοτικούς οίκους. Oι στόχοι που είχατε, προτού προχωρήσετε σε έκδοση πιστεύετε πως εκπληρώθηκαν;

Ο πρώτος εκδοτικός οίκος στον οποίο πρότεινα το «Χοιρινό με λάχανο» ήταν ο «Κέδρος» και, προς μεγάλη μου χαρά βέβαια, το έκανε αμέσως δεκτό. Δεν ήταν όμως αυτό κάτι που το περίμενα, αφού η προηγούμενη εμπειρία μου από εκδοτικούς οίκους ήταν τελείως διαφορετική. Στην κουζίνα μου η πόρτα του ψυγείου είναι από πάνω ως κάτω γεμάτη με απορριπτικές απαντήσεις για κείμενά μου από διάφορους εκδότες. Νομίζω όμως πως, αν πιστεύεις στο έργο σου, πρέπει να επιμένεις ανεξάρτητα από τις όποιες αντιξοότητες. Από την επιμονή σου θα κριθείς και από τη δύναμη που έχεις να είσαι αυστηρός με τον εαυτό σου και να εργάζεσαι για να βελτιωθείς, είτε σε συνθήκες αντίξοες είτε σε ευνοϊκές. Ήταν βέβαια πολύ σημαντική επιβεβαίωση για μένα το γεγονός της έκδοσης, σίγουρα όμως θα συνέχιζα να γράφω ακόμα κι αν αυτή δεν είχε συμβεί.

Παρότι οι χαρακτήρες των ιστοριών σας κινούνται στα άκρα και απέχουν πολύ από το μέσο αναγνώστη, θεωρείται από κάποιους που διάβασαν το βιβλίο σας, πως καταφέρατε κάτι πολύ δύσκολο. Να «εισβάλετε» στον ψυχισμό των αναγνωστών σας, ξυπνώντας τους κάποια αρχέτυπα της ψυχής, που μάλλον είναι κοινά για όλους μας, ανεξάρτητα από το αν έχουν εκδηλωθεί ψυχοπαθολογικά, ή όχι. Ήταν συνειδητή επιλογή σας αυτή κι αν ναι, με ποιες τεχνικές τα καταφέρατε;

Αυτό που κατάλαβα όταν τις τελείωσα ήταν ότι, γράφοντας τις τρεις ιστορίες του «Χοιρινού» αλλά και κάποιες άλλες ακόμα που φυλάω ανέκδοτες, αναζητούσα το απόκοσμο σκοτάδι που κρύβουμε όλοι μέσα μας, τους αταβιστικούς μας φόβους που δεν μπορούν να ελεγχθούν με τη λογική και τους εφιάλτες της μνήμης μας. Φυσιολογικά, επομένως, οι ιστορίες αυτές κινήθηκαν προς τα άκρα. Γενικότερα, δε νομίζω πως μπορεί κανείς να κάνει «συνειδητές» επιλογές όταν γράφει, όπως ακριβώς δεν μπορεί να επιλέξει τι θα δει στον ύπνο του ή κατά πού θα φυσήξει ο αέρας. Το ίδιο συμβαίνει και σε ό,τι αφορά τις τεχνικές γραφής. Κάθε κείμενο υποβάλλει στο συγγραφέα του τη δική του τεχνική, πάνω στην οποία αυτός οφείλει να εργαστεί όσο μπορεί καλύτερα. Κι επιμένω στη λέξη «εργαστεί», διότι πιστεύω απολύτως πως οι όποιοι δρόμοι προσέγγισης ενός θέματος δημιουργούνται και ανοίγουν μέσα από τη δουλειά, δεν προϋπάρχουν έτοιμοι.

Ποια ήταν τα ερεθίσματα που σας ώθησαν στη συγγραφή των τριών ιστοριών σας και σε ποια ηλικία τις γράψατε;

Ερεθίσματα αντλώ κυρίως από την παιδική μου ηλικία, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι όσα γράφω τα έχω βιώσει ως εμπειρίες. Αλίμονο! Απλώς γράφοντας είναι σαν να επιστρέφω στα παιδικά μου χρόνια και να τα βλέπω όλα κάτω από αυτό το πρίσμα. Ακόμα και ερεθίσματα μεταγενέστερα, τα ανάγω κι αυτά εκεί για να τα επεξεργαστώ. Δεν ξέρω γιατί συμβαίνει αυτό αλλά ούτε και με ενδιαφέρει να μάθω. Είναι, ούτως ή άλλως, κάτι πολύ έντονο και γοητευτικό. Σαν να αλλάζουν τα πράγματα γύρω μου και μαζί τους να αλλάζω μετά κι εγώ. Ή το ανάποδο. Δεν ξέρω. Τις ιστορίες του «Χοιρινού» τις έγραψα στο χαρτί όταν ήμουν τριάντα πέντε χρονών, αλλά έχω την αίσθηση ότι κατά κάποιο τρόπο ήταν γραμμένες μέσα μου από πολύ παλιά και περίμεναν πότε θα το πάρω απόφαση να δουλέψω για να τις ανασύρω.

Θεωρείτε πως υπάρχει συνάφεια της μιας ιστορίας με την άλλη, ώστε να παρουσιαστούν στο ίδιο βιβλίο και με αυτή τη σειρά; Αν ναι ποια είναι αυτή; Αν όχι, ποια ήταν τα κριτήρια επιλογής των συγκεκριμένων ιστοριών;

Οι τρεις ιστορίες που απαρτίζουν το «Χοιρινό με λάχανο» γράφτηκαν η μία μετά την άλλη σε διάστημα έξι περίπου μηνών, με τη σειρά ακριβώς που βρίσκονται στο βιβλίο. Μου πήρε όμως περίπου έναν ακόμη χρόνο μέχρι να συνειδητοποιήσω ότι έχουν, για μένα τουλάχιστον, ισχυρότατη συνάφεια μεταξύ τους και να αποφασίσω να τις προτείνω στον «Κέδρο» ως ενιαίο βιβλίο. Μη μου ζητάτε, ωστόσο, να σας πω ποια είναι αυτή. Το γεγονός ότι εγώ βρίσκω πως έχουν συνάφεια δε σημαίνει και πως πρέπει όλοι να συμφωνούν μαζί μου. Είναι μάλλον προσωπικό ζήτημα του κάθε αναγνώστη αυτό.

Οι περισσότεροι που έχουν διαβάσει το βιβλίο σας στέκονται θετικά στον τρόπο αφήγησης των ιστοριών σας, ενώ θεωρούν ότι η μυθοπλασία και η εμβάθυνση στο χαρακτήρα των ηρώων σας, υστερεί. Είναι η ιδιότητα του φιλόλογου, που σας κάνει να επικεντρώνεστε περισσότερο στον τρόπο γραφής, ή ήταν τυχαίο;

Θέλω να πιστεύω πως η ιδιότητά μου του φιλολόγου δεν έχει καμία σχέση με το γεγονός ότι γράφω ιστορίες. Θα μπορούσα, αν και μου αρέσει πολύ η δουλειά μου, να κάνω μια οποιαδήποτε άλλη δουλειά και να γράφω με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Γιατί θα αγαπούσα τη γλώσσα και ό,τι κρύβεται από πίσω της είτε ήμουν φιλόλογος είτε όχι. Και σε ό,τι αφορά την αφήγηση γενικότερα, πιστεύω πως δεν έχει σημασία τι θα πεις αλλά πώς θα το πεις. Ή μάλλον πως αυτό που λες παίρνει σάρκα και οστά από τον τρόπο που το λες. Έτσι κι αλλιώς τα πάντα έχουν ειπωθεί και συνεχώς επαναλαμβάνονται εδώ και πολλά πολλά χρόνια. Οι τρόποι διαφέρουν.

Δείχνετε προτίμηση στο μακροπερίοδο λόγο ή, για να το πούμε πιο απλά, σε περιόδους που μερικές φορές φτάνουν τη μια σελίδα. Το κάνετε πιστεύοντας ότι ο γρήγορος ρυθμός που αναγκάζετε τον αναγνώστη να ακολουθήσει, δίνει άλλη διάσταση στο κείμενο; Δε φοβόσαστε μήπως σε περιόδους τέτοιας διάρκειας ξεφύγουν από τον αναγνώστη σημαντικά στοιχεία;

Με ενδιαφέρει πολύ η μουσική της αφήγησης. Πιστεύω πως αν ο αναγνώστης την ανακαλύψει και εναρμονιστεί μαζί της, δεν έχει να χάσει απολύτως τίποτα από το κείμενο. Το πιο σημαντικό είναι να ακούει μέσα στο κεφάλι του τον ήχο των λέξεων και να οδηγείται κάπου. Αν βέβαια η μουσική αυτή δεν του αρέσει, τότε πολύ εύκολα θα παρατήσει την ανάγνωση και, προφανώς, πολύ καλά θα κάνει. Οφείλει όμως κι αυτός απ' τη μεριά του να την αναζητήσει λίγο.

Η συγγραφή είναι για σας μια εσωτερική ανάγκη, μια διέξοδος, μια εκτόνωση, που συμβαίνει σε ανύποπτους χρόνους αυθόρμητα, λόγω καταστάσεων που αντιμετωπίζετε και ερεθισμάτων που λαμβάνετε; Ή γράφετε έχοντας προκαθορίσει τον τελικό σας στόχο και προσπαθώντας να τον επιτύχετε;

Μεγάλωσα θέλοντας πάντα να γράψω και πιστεύοντας ότι δεν μπορώ. Συνήθιζα για χρόνια να κάνω επιλογές που με απομάκρυναν, υποτίθεται, από τη γραφή αλλά τελικά δεν τα κατάφερα, ευτυχώς, να την ξεπεράσω. Παρόλα αυτά, ακόμα φοβάμαι μήπως έχω πέσει θύμα μιας οδυνηρής αυταπάτης, μήπως όλα αυτά αποδειχτούν μια τυχαία συγκυρία τελικά. Πάντως, όπως και να ‘χει το πράγμα, η συστηματική καθημερινή γραφή μού είναι, προς το παρόν τουλάχιστον, απολύτως απαραίτητη. Και σίγουρα δεν είναι ζήτημα εκτόνωσης ή, έστω, έμπνευσης ή, πολύ περισσότερο, προκαθορισμού στόχων. Κι ελπίζω να μη γίνει έτσι ποτέ.

Διαβάζοντας το βιβλίο σας σκέφτηκα, πως οι ιστορίες σας, θα μπορούσαν πολύ άνετα να είναι τρία θεατρικά έργα. Ήταν κάτι που το είχατε σκεφτεί όταν τις γράφατε και αν ναι, έχετε τέτοιες βλέψεις και έχετε κάνει κάποιες κινήσεις;

Μου φάνηκε αρκετά παράξενο όταν, πρώτη φορά, μου επισήμανε κάποιος φίλος ηθοποιός τη θεατρικότητα της γραφής μου. Δεν το είχα συνειδητοποιήσει. Στη συνέχεια έτυχε να συνεργαστώ με ανθρώπους του θεάτρου και να ασχοληθώ αρκετά με τη θεατρική γραφή, πράγμα που αποδείχτηκε πολύ σημαντική εμπειρία. Πιθανόν να βγει και κάτι προς τα έξω αργότερα, αφού μάλιστα συνεχίζω περιστασιακά να ασχολούμαι. Ωστόσο, η πεζογραφία είναι αυτή που κυρίως με ενδιαφέρει και σχεδόν αποκλειστικά με γοητεύει.

Μετά την καλή υποδοχή της οποίας έτυχε το πρώτο σας βιβλίο, οι προσδοκίες μεγαλώνουν. Ποιο θα είναι το επόμενό σας βήμα;

Απ' ό,τι φαίνεται, κι αν όλα πάνε καλά, κάτι που έχω στο μυαλό μου εδώ και αρκετά χρόνια Ένα μυθιστόρημα του οποίου η πρώτη γραφή είχε τελειώσει πριν από το «Χοιρινό με λάχανο» και στο οποίο θα αναζητείται η αλλόκοτη ματιά της παιδικής ηλικίας. Είναι όμως πολύ νωρίς ακόμα για να πω ότι θα καταφέρω να το ολοκληρώσω. Ουσιαστικά βαδίζω στα τυφλά. Η καλή υποδοχή για το πρώτο μου βιβλίο είναι σίγουρα κολακευτική και ενθαρρυντική, δε με βοηθάει όμως καθόλου στο γράψιμο, όπως ακριβώς δε θα με εμπόδιζε καθόλου απ' αυτό μια κακή υποδοχή. Και βέβαια, η μεγαλύτερη παγίδα είναι να θεωρήσει κανείς ότι έφτασε κάπου επειδή έτυχε καλής υποδοχής το πρώτο του βιβλίο. Θα έχανε τότε, ο δυστυχής, το παιχνίδι, προτού καλά καλά αρχίσει να παίζει.

Σας ευχαριστούμε για το χρόνο που μας διαθέσατε και καλή συνέχεια.

       Μαργαρίτα Καρλαύτη  -  13/2/2005
                  για το λέξημα.gr


Lexima.gr - Τα κείμενα αποτελούν απόψεις και θέσεις των συντακτών τους.