Λέξημα / Συνεντεύξεις / Μαζί με τον συγγραφέαΑνώνυμος επισκέπτης
Συνεντεύξεις Νεότερο Παλαιότερο
'Αρθρο #551 | Αποστολή από ?????? |
   Κυρ 15 Φεβ 2004 
Μαζί με τον συγγραφέα
Λύο Καλοβυρνάς:Τη φιλοσοφική βάση τη γεννούν οι ποιητές και οι λογοτέχνες.
Η γνωριμία με τον Λύο Καλοβυρνά ξεκίνησε μέσα από ένα μικρό, έξυπνο  βιβλίο,  γεμάτο χιούμορ, “Το πλαθολόγιο των λέξεων - η λέξη που ψάχνατε και δε βρίσκατε”, το οποίο στάθηκε η αφορμή να αναζητήσουμε τον συγγραφέα για  συνέντευξη.
Ο Λύο Καλοβυρνάς δεν γράφει με ρετσέτα, δεν φοβάται τις ξένες λέξεις, δεν επαναπαύεται στην αρχική μορφή του έργου του. Μιλήσαμε για τα βιβλία του, τη λογοτεχνία του σήμερα, τη σχέση του με το διαδίκτυο, αλλά γνωρίσαμε και τον νέο άνθρωπο που βρίσκεται πίσω απ' τον συγγραφέα.


Βιβλία του Λύο Καλοβυρνά
«Πλαθολόγιο λέξεων- η λέξη που ψάχνατε και δε βρίσκατε», εκδ. Οξύ, 2000
«Πέφτω», μυθιστόρημα, εκδ. Οξύ, 2001
«Αστάρτη - Οικογενειακή γεωγραφία», μυθιστόρημα, εκδ. Μεταίχμιο, 2003




Το πρώτο σου βιβλίο, το «Πλαθολόγιο Λέξεων» μας άρεσε, μας  εντυπωσίασε σα σύλληψη. Πώς το σκέφτηκες;

Μέχρι την έκδοση του βιβλίου το 2000, νόμιζα ότι είχα επηρεαστεί κυρίως από ένα αγγλικό βιβλίο, το «Τhe meaning of Liff» που έχει περίπου το ίδιο σκεπτικό, αν και εκεί ο συγγραφέας προσεγγίζει  το θέμα διαφορετικά, παίρνει τοπωνύμια και τους αποδίδει μια καινούρια έννοια. Εκείνη τη χρονιά όμως, αδειάσαμε τον πάνω όροφο του πατρικού μου και μες τα παλιά πράγματά μου βρήκα ότι σαν παιδί είχα κάνει την ίδια δουλειά, έφτιαχνα και τότε λέξεις! Βέβαια ήταν πολύ παιδικές εκείνες αλλά μία δύο θα μπορούσαν να σταθούνε και τώρα. Από μικρός έπαιζα με λέξεις και ακόμα γελάω με τέτοια παιδικά αστεία, νομίζω ότι δεν το έχω χάσει αυτό.

Ασχολήθηκες δημιουργικά με τη γλώσσα.

Η γλώσσα είναι ζωντανός οργανισμός κι επειδή είναι σαν τις χελώνες ή τα δέντρα που θεωρούμε ότι είναι πάντα εκεί, δεν αντιλαμβανόμαστε ότι λέξεις γεννιούνται, πεθαίνουν ή αρρωσταίνουν. Ευτυχώς σιγά-σιγά πηγαίνουμε προς μια πιο περιγραφική παρά κανονιστική γλωσσολογία που απαγορεύει τις αλλαγές στη γλώσσα. Λέξεις γεννιούνται κάθε μέρα ενώ άλλες πεθαίνουν. Νιώθω θλίψη γι' αυτές που πεθαίνουν αλλά και χαρά γι' αυτές που γεννιούνται. Μερικές βέβαια είναι τερατουργήματα, άλλες είναι πιο χαρούμενες, πιο ευχάριστες.

Η γλώσσα μας έχει κάτι να φοβάται από τη χρήση ξένων λέξεων και νεολογισμών στο καθημερινό μας λεξιλόγιο;

Καθόλου, η ελληνική γλώσσα δεν έχει να φοβηθεί τίποτα, αφ' ενός λόγω της πλαστικότητάς της και αφ' ετέρου αρκεί εμείς να τη μαθαίνουμε όλο και καλύτερα, ανεξαρτήτως αν χρησιμοποιούμε ή όχι ξένες λέξεις. Δεν θεωρώ επικίνδυνες τις αλλαγές σε λεξιλογικό επίπεδο, δηλαδή να χρησιμοποιούμε ξένες λέξεις. Αυτό ανέκαθεν γινόταν σε όλες τις γλώσσες και μπορεί να συνεχίσει άφοβα, δεν είναι καθόλου κακό. Κι εμείς δίνουμε λέξεις, υπάρχει αυτό το αλισβερίσι και ειδικά τώρα, που σα χώρα δεν είμαστε στο επίκεντρο της τεχνολογίας και του εμπορίου όπως ήταν κάποτε η Ελλάδα πριν από 2000 χρόνια, είναι λογικό να προσλαμβάνουμε παρά να εξάγουμε λέξεις. Αυτό που θεωρώ πιο επικίνδυνο είναι οι αλλοιώσεις σε συντακτικό επίπεδο. Νομίζω ότι πιεζόμαστε ιδιαίτερα από συντακτικές δομές ξένων γλωσσών. Θεωρώ πιο επικίνδυνο πράγμα μια αγγλική σύνταξη στα ελληνικά παρά τη χρήση μιας αγγλικής λέξης στα ελληνικά. Αυτό έχει ξεκινήσει από τον περασμένο αιώνα. Πολλές από τις εκφράσεις που χρησιμοποιούμε τώρα και θεωρούνται ελληνικές, δεν είναι καθόλου ελληνικές, για παράδειγμα το «λαμβάνω χώρα» και πολλές άλλες γαλλικές εκφράσεις που έχουν περάσει στην ελληνική γλώσσα  και σήμερα τις θεωρούμε ελληνικά γλωσσικά σχήματα, όμως κάποτε δεν ήταν. Εκεί νομίζω πρέπει να δείξουμε περισσότερη εγρήγορση. Σε επίπεδο λεξιλογικό, όταν χρειαζόμαστε μια λέξη, θα πάρουμε φυσικά αυτή που είναι πιο εύχρηστη και εκ των πραγμάτων οι αγγλικές λέξεις είναι πιο εύχρηστες από τις ελληνικές, εκτός αν βρούμε μια ωραία ελληνική λέξη να την αντικαταστήσουμε με επιτυχία. Για παράδειγμα, πολύς κόσμος σήμερα χρησιμοποιεί τη λέξη «διαδίκτυο» γιατί είναι μια λέξη όμορφη, πετυχημένη, ενώ άλλες λέξεις που έχουν προσπαθήσει να φτιάξουνε για να αντικαταστήσουνε ξένες είναι τόσο ατυχείς, όπως το «τηλεομοιότυπο» για παράδειγμα.


Το «Πλαθολόγιο» ουσιαστικά βασίζεται στο παιχνίδι και στο χιούμορ, όπως χιούμορ χρησιμοποιείς επίσης και στο «Πέφτω». Η ηρωίδα του, η Λένα έχει ένα ιδιότυπο χιούμορ, σαρκάζει, αυτοσαρκάζεται, το χρησιμοποιεί σαν ασπίδα, σαν άμυνα. Πιστεύεις ότι το χιούμορ μπορεί να λειτουργήσει ως σανίδα σωτηρίας σε δύσκολες στιγμές ή μήπως λειτουργεί αποτρεπτικά στη δυναμική αντιμετώπιση μια κατάστασης;

Το χιούμορ μπορεί να το χρησιμοποιήσει ο καθένας προς το σκοπό που θέλει, άσχετα αν θα τον πετύχει βέβαια ή όχι. Σαφώς μπορεί να δράσει σαν σανίδα σωτηρίας και σαν άμυνα, και σίγουρα δεν είμαι ο πρώτος που το λέω. Όμως συχνά καταφεύγουμε στο χιούμορ για να ξεφύγουμε από μια δύσκολη κατάσταση ατυχώς, δηλαδή σπρώχνοντας πράγματα κάτω από το χαλί. Όταν μας ενοχλεί κάτι το γυρίζουμε στο αστείο και το προσπερνάμε αλλά και σε πιο εσωτερικό, σε ψυχολογικό επίπεδο, πολλές φορές αστειευόμαστε για πράγματα που μας ενοχλούν. Ειδικά για τη Λένα του «Πέφτω» ήταν κατ' εξοχήν άμυνά της για να μην αντιμετωπίσει αυτά που την πονούσαν. Έχει μια θετική λειτουργία σε αυτό, δηλαδή νομίζω ότι μερικές μας άμυνες τις έχουμε για καλό λόγο αρκεί να μην ταμπουρωνόμαστε πίσω από αυτές όταν έχουν πάψει να ισχύουν οι λόγοι για τους οποίους φτιάξαμε αυτές τις άμυνες. Τότε πλέον το χιούμορ γίνεται λίγο πικρό και δεν βοηθά, και τη Λένα δεν την βοηθούσε από κάποια στιγμή και μετά.

Η Λένα είναι υπαρκτό πρόσωπο;

Σε κανένα από τα βιβλία που έχω γράψει δεν έχω χρησιμοποιήσει υπαρκτά πρόσωπα. Δεν έχω κάποιον κατά νου, τον οποίο αναδημιουργώ γράφοντας το βιβλίο, γιατί δεν σχεδιάζω όταν γράφω.

Είσαι από τους συγγραφείς που θα φτιάξουν πλάνο με το χαρακτήρα του ήρωα μέχρι την τελευταία του λεπτομέρεια;

Ποτέ. Το έχω κάνει μόνο σε δύο περιστάσεις, όχι λεπτομέρειες για τον ήρωα, μόνο τη βασική πλοκή, κι έχω βαρεθεί να καθίσω να το γράψω αναλυτικά. Το «Πέφτω» ξεκίνησε  από τον τίτλο και ακολούθησαν η μία λέξη μετά την άλλη. Ό,τι έχω γράψει, έχει γίνει έτσι μέχρι στιγμής. Ούτε ξέρω πού θα με βγάλει, δεν ξέρω δηλαδή τι θα γράψω στην επόμενη σελίδα, πόσο μάλλον πού θα καταλήξει.

Σε οδηγεί δηλαδή η πλοκή και ο βασικός ήρωας του βιβλίου.

Ναι, πράγμα που σημαίνει ότι έχω κάνει πολλά false starts δηλαδή ξεκινάω και σταματάω στην τρίτη σελίδα, το κείμενο δεν προχωράει που σημαίνει ότι η ιδέα δεν ήταν αρκετά ώριμη ή εγώ δεν ξέρω πώς να το προχωρήσω ή με εγκαταλείπει ο ήρωάς μου…

Γυρίζεις στις παλιές σου ιδέες ποτέ;

Προσπαθώ γιατί με πονάει που οι ιστορίες μου μένουν ημιτελείς αλλά μερικές φορές είναι τελείως αδύνατο.

Είναι συνηθισμένο φαινόμενο στην πρώτη προσπάθεια να βγαίνει κάτι μισό, αποσπασματικό, και κάποια στιγμή να ολοκληρώνεται και να βγαίνει έτσι όπως το είχαμε στο μυαλό μας;

Νομίζω ισχύει αυτό. Λόγου χάρη, στην «Αστάρτη» έμεινα για ένα εξάμηνο σ΄ ένα σημείο. Είχα τελειώσει ένα κεφάλαιο και δεν ήξερα πώς θα το συνεχίσω, τι θα συμβεί μετά, και για ένα εξάμηνο δεν μπορούσα να το προχωρήσω. Ούτε ήθελα να γυρίσω να το αλλάξω γιατί έτσι θα πρόδιδα αυτό που είχα ήδη γράψει. Ακούγεται λίγο σχιζοφρενικό αυτό, αλλά έτσι το βιώνω.

Πες μας δυο λόγια για το τελευταίο σου βιβλίο .

Το «Αστάρτη - Οικογενειακή Γεωγραφία» το ξεκίνησα πριν από τρία χρόνια. Μου πήρε περίπου ένα χρόνο και κάτι να το τελειώσω και μετά ακολούθησαν πάρα πολλές διορθώσεις. Επειδή ο τρόπος που γράφω είναι σχετικά αυτόματος, το κείμενο μπορεί να ξεχειλώσει σε κάποια σημεία και χρειάζεται να επιστρέψω και να το ξαναδουλέψω. Εξεπλάγην μπορώ να πω, όταν σε μια συνέντευξη πρόσφατα με ρώτησαν τι με έκανε να γράψω για την παιδεραστία. Σάστισα γιατί δεν είχα τέτοιο στόχο όταν το πρωτοέγραψα. Δεν έχω καν στόχους όταν γράφω, τουλάχιστον συνειδητούς, αλλά τελικά κατάλαβα ότι το προφανές ήταν ότι ο καθένας θα νόμιζε ότι αυτός ήταν ο σκοπός μου όταν έγραψα αυτό το βιβλίο. Εκ των υστέρων, οι σκοποί που βλέπω εγώ ήταν ότι ήθελα να γράψω γενικότερα για την οικογένεια. Όπως έμαθα και πρόσφατα από τη Λένα Διβάνη, ένα από τα δικά της πιστεύω είναι ότι το πιο επικίνδυνο μέρος είναι το σπιτικό μας, η οικογένεια, και το πιστεύω αυτό. Εκεί γίνονται όλες οι ζημιές. Και το αποδίδει στην Eudora Welty, μια αμερικανίδα συγγραφέα. Η οικογένεια είναι αυτή που μας καταστρέφει αλλά και που μας φτιάχνει κιόλας, που μπορεί να μας δημιουργήσει. Εκτός από τις αναπηρίες που μπορεί να μας προκαλέσει, μας δίνει και όπλα να αντιμετωπίσουμε τις αναπηρίες αυτές.

Τι εννοείς σχετικά με τον «αυτόματο τρόπο γραφής»;

Αυτό που γράφω είναι πρωτόλειο και ακατέργαστο και χρειάζεται πάρα πολλή δουλειά μετά, δε σημαίνει πως ό,τι βγαίνει απ το κεφάλι μου είναι έτοιμο αμέσως προς δημοσίευση ή προς ανάγνωση. Κάνω τόσες πολλές διορθώσεις που κάποια στιγμή το σιχαίνομαι να το διαβάζω και να το ξαναδιαβάζω.

Ίσως χρειάζεσαι κι εσύ κάποιο χρόνο να ξαναδιαβάσεις αυτό που έχεις γράψει, να το δεις με άλλο μάτι, να δεις αν σε ξενίζει ή σου αρέσει ή αν θες να προσθέσεις κάτι σ αυτό ..

Η καλύτερη δοκιμασία είναι όταν διαβάζω τώρα πράγματα που έγραψα πριν από πέντε ή έξι χρόνια κι ακόμα μπορώ και γελάω ή ακόμα μπορώ και συγκινούμαι. Αυτό σημαίνει ότι πέτυχε το σκοπό του, είχε αποτέλεσμα. Αντιθέτως, αν τραβάω τα μαλλιά μου, πάει να πει ότι καλύτερα που δεν τα είδε κανένας τότε!

Και το «Πέφτω» και η «Αστάρτη» έχουν να κάνουν με την οικογένεια σαν τόπο που γεννάει ή που λύνει τα προβλήματα. Πιστεύεις ότι οι φοβίες και η δυσκολία επικοινωνίας με τον εσώτερο εαυτό μας και με τους άλλους ανάγεται στην παιδική μας ηλικία;

Αυτή είναι πολύ ψυχαναλυτική προσέγγιση. Πιστεύω ότι η παιδική ηλικία είναι ένας από τους παράγοντες που συμβάλλουν στη δημιουργία της προσωπικότητάς μας. Δεν είναι ο μόνος ή ο πιο σημαντικός. Σαφώς και είναι ένας από τους σημαντικότερους αλλά και η εφηβεία, και το περιβάλλον καθώς και η ανθρώπινή μας κατάσταση, το πλαίσιο και ο πολιτισμός μέσα στον οποίο ζούμε, αλλά και οι εμπειρίες που βιώνουμε, μας διαμορφώνουν. Δε διαμορφωνόμαστε μέχρι τα οκτώ μας και όλη η υπόλοιπή μας ζωή βασίζεται σε αυτό. Νομίζω ότι ανά πάσα στιγμή μπορούμε να προσδιορίσουμε τον εαυτό μας, αλλά η οικογένεια είναι ένας από τους κατ' εξοχήν παράγοντες που μας δημιουργούν. Θα ήθελα βέβαια να επισημάνω ότι εγώ δεν θεωρώ απαραίτητα ως οικογένεια το μοντέλο μαμά-μπαμπάς-παιδί. Είναι ένα μοντέλο το οποίο σιγά-σιγά εκλείπει και καλά κάνει. Πρόκειται για ένα μοντέλο που δημιουργήθηκε σε ορισμένες κοινωνίες για να καλύψει κάποιες ανάγκες που είχαν διαμορφωθεί. Σε κάποιες χώρες δεν υπήρξε ποτέ, σε κάποιες άλλες έχει αρχίσει να εξαφανίζεται. Ξεπερνάμε τις κοινωνικές δομές κι αυτό είναι καλό.

Η συγγραφή μπορεί να λειτουργήσει ψυχαναλυτικά για τον ίδιο το συγγραφέα;

Μπορεί να λειτουργήσει θεραπευτικά, με την έννοια ότι εκ των υστέρων έχω δει ότι πράγματα που δυσκολευόμουν να αντιμετωπίσω στη ζωή μου, θέματα ή και γεγονότα, τα προσέγγισα μέσα από τη συγγραφή Δεν είμαι ο πρώτος που το λέει, κι άλλοι καλλιτέχνες έχουν βρει θεραπεία μέσα από την τέχνη τους. Είναι κάτι που με τρομάζει γιατί βλέπω ότι ξαφνικά έχω εκτεθεί, αλλά και με μαγεύει, με την έννοια του πώς λειτούργησε αυτό μέσα μου, πώς βγήκε. Είναι μαγικό.

Φοβάσαι ποτέ ότι αυτό που γράφεις και εκδίδεις μπορεί να μην αφορά κανέναν; Σκέφτεσαι ποτέ «σε ποιον απευθύνομαι»; Σκέφτεσαι ποτέ «ωραία, εγώ το έγραψα, το απόλαυσα αλλά θα φτάσει κάπου;»

Ναι, σαφώς με απασχολεί αλλά δε μπορώ να το αφήσω να με απασχολήσει εκ των προτέρων ή την ώρα που γράφω γιατί τότε θα γράφω για τους άλλους, θα γράφω με συνταγή για επιτυχία. Μακάρι να μπορούσα να γράψω με ρετσέτα. Υπάρχουν θεματολογίες που πουλάνε πολύ αυτήν την εποχή, είναι του καιρού μας. Εκτός του ότι βαριέμαι ασυστόλως, υποψιάζομαι ότι δεν έχω και την ικανότητα να γράψω έτσι.    Με νοιάζει εκ των υστέρων. Αυτό που μίλησε μέσα μου και το έβγαλα σε χαρτί εύχομαι να μιλήσει και σε άλλους, να τους αφορά. Μέχρι στιγμής, έτσι φαίνεται γιατί έχω καλές ανατροφοδοτήσεις. Πριν λίγο καιρό με πήρε τηλέφωνο μια άγνωστη αναγνώστρια. Παραξενεύτηκα, ήταν κι εκείνη λίγο φοβισμένη στην αρχή όταν μου είπε «μόλις τελείωσα την Αστάρτη και καθηλώθηκα κι έπρεπε να σας βρω και να σας το πω». Ήταν δώρο αυτό. Συμβαίνει σπάνια να έχεις τόσο άμεση ανατροφοδότηση.

Εσύ τι  ανατροφοδότηση  έχεις από τα βιβλία σου, τι λαμβάνεις;

Δεν έχω πλημμυριστεί ακριβώς από γράμματα αναγνωστών κλπ. Κριτική δεν έχει γίνει πολλή,  αλλά αυτά τα λίγα που έχουν γραφεί ήταν θετικά και ενδιαφέροντα. Δε μετράω τους φίλους γιατί οι φίλοι είναι θετικά προκατειλημμένοι απέναντί μου, έχουνε απώτερα κίνητρα ή απλώς αγάπη, δεν ξέρω, αλλά από αγνώστους που έχω γνωρίσει που με γνώρισαν πρώτα σα συγγραφέα και μετά σαν άνθρωπο, αυτό που μου άρεσε περισσότερο ήταν ότι βρήκαν πράγματα που τους μίλησαν μέσα στα βιβλία μου. Κατ' αρχήν τα τέλειωσαν, κι αυτό είναι σημαντικό γιατί δεν είναι δεδομένο ότι ξεκινάς ένα βιβλίο και το τελειώνεις.

Ξεκινάς από χαμηλά νομίζω…

Επειδή βλέπω διάφορα… Μεταφράζω προς τα αγγλικά και κάνω πολύ συχνά αποσπάσματα βιβλίων ελλήνων συγγραφέων που θα πάνε στο εξωτερικό. Σα μεταφραστής μπαίνω βαθιά μέσα στο βιβλίο, το διαβάζω με πολύ περισσότερο ενδιαφέρον από ό,τι ένας απλός αναγνώστης, και υπάρχουν φορές που δε μου κάνει η καρδιά να διαβάσω μια παράγραφο παρακάτω από εκεί που είμαι αναγκασμένος να μεταφράσω. Σαν αναγνώστης δηλαδή δε θα είχα φτάσει καν εκεί. Και υπάρχουν πολλά τέτοια βιβλία.

Η θετική ανατροφοδότηση οφείλει να αγχώσει το δημιουργό για το επόμενο έργο;

Όχι, αυτό που είναι σημαντικό είναι αυτό που γράφω τώρα, οποιαδήποτε μορφή έχει να μπορεί να σταθεί από μόνο του, είναι ένα άλλο έργο, πρέπει να είναι αυτόνομα καλό, όχι σε σύγκριση με προηγούμενα έργα. Αυτό που με αγχώνει περισσότερο είναι ότι εκτίθεμαι και σαν άνθρωπος. Επειδή δε γράφω βιβλία για περιπέτειες στο Ιράν ή άλλα τέτοια, φανερώνομαι με κάποιο τρόπο μέσα από τα βιβλία μου σε μεγαλύτερο βαθμό από ότι ένας συγγραφέας αστυνομικών ή τρόμου και αυτό με τρομάζει λιγάκι.

Πόσο σημαντικό μπορεί να είναι το εξώφυλλο ή το οπισθόφυλλο ενός βιβλίου ενός παντελώς άγνωστου συγγραφέα;

Για μένα το πώς θα ήταν το εξώφυλλό μου με ενδιέφερε πάρα πολύ, με τον ίδιο τρόπο που με ενδιαφέρει και ο χώρος που ζω, είναι θέμα αισθητικής. Από κει και πέρα θα ήταν χαζό να ισχυριστεί κανείς ότι το εξώφυλλο δεν παίζει κανένα ρόλο, παρά την αγγλική παροιμία. Σημαντικό είναι το οπισθόφυλλο, το τι θα λέει, όπως και ο τίτλος.

Ο τίτλος νομίζεις πρέπει να είναι περιγραφικός, ενδεικτικός, αφαιρετικός  ή συμβολικός;

Δεν ξέρω τι πρέπει, εγώ ξέρω ότι οι δικοί μου τίτλοι ξεκινάνε από μέσα μου, και δεν μπορώ να τους αλλάξω μετά. Και ευτυχώς δε μου έχουνε ζητήσει να τους αλλάξω! Νομίζω ότι κάθε βιβλίο έχει τον τίτλο του. Το θέμα είναι αν θα τον βρει ο συγγραφέας ή όχι. Εγώ συνήθως ξεκινάω από τον τίτλο, με το «Πέφτω» έτσι είχε συμβεί.


Πώς βλέπεις τη λογοτεχνία να λειτουργεί σήμερα στην Ελλάδα; Τι περιμένεις από την ελληνική λογοτεχνία του σήμερα και τι νομίζεις ότι περιμένει ο σύγχρονος αναγνώστης;

Εγώ θα ήθελα περισσότερη λογοτεχνία για το τώρα της Ελλάδας. Προσωπικά δε διαβάζω βιβλία για περασμένα μεγαλεία γιατί με κουράζουν αφάνταστα. Αν διαβάσω ένα ακόμα βιβλίο για τη μικρασιατική καταστροφή, για το τι χάσαμε, για το πώς ήταν η ζωή παλιά, για το τι γινόταν τον περασμένο αιώνα στη Ζάκυνθο ή οπουδήποτε αλλού, θ' αρρωστήσω. Αυτή η προγονολατρεία, αυτή η εμμονή με το παρελθόν, με το τι είχαμε και χάσαμε, και μάλιστα φταίνε οι άλλοι που το χάσαμε, αυτή η αρχαιολατρία, και όχι μόνο προς την αρχαία Ελλάδα αλλά και προς τη νεότερη ιστορία μας, νομίζω μας εμποδίζει από το αναδειχθούμε στο τώρα. Είναι σαν κάτι γιαγιάδες και παππούδες που κλαίνε για τα νιάτα τους που ήταν ωραίοι και πλούσιοι και τα είχαν όλα στα πόδια τους και τώρα πια είναι κάτι ραμολιμέντα που το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι να θυμούνται. Αυτό νομίζω σα χώρα μας βασανίζει πάρα πολύ. Είναι κάτι που με θλίβει και σίγουρα αντανακλάται και στη λογοτεχνία. Δεν έχω βέβαια πρόβλημα με τα ιστορικά βιβλία που ρίχνουν νέες ματιές στο παρελθόν, αλλά αυτά ανήκουν σε άλλη κατηγορία.

Πράγματι, στην ελληνική λογοτεχνία που εκδίδεται σήμερα διαβάζουμε πολύ μεγάλο αριθμό βιβλίων με φόντο την ελληνική επαρχία του 50, του 60, δλδ οι άνθρωποι έτσι όπως βιώσαν τα παιδικά τους χρόνια αναπολούν το χωριό που τα πράγματα ήταν πιο απλά, πιο αγνά, τείνουν δηλαδή να ωραιοποιήσουν μια κατάσταση ξεχνώντας την υποκρισία που υπήρχε τότε, τη φτώχια αλλά και τη συμμετοχή τους.

Συμφωνώ απολύτως, έχουμε μία τάση να εξωραΐζουμε το παρελθόν και να το βλέπουμε μέσα από ροζ πέπλα, θεωρούμε ότι η βουκολική γαλήνη που υπήρχε στα χωριά είναι κάτι που έχουμε απολέσει, και τώρα είναι φρίκη, έχει χαθεί η ανθρωπιά, πράγματα τα οποία έλεγε ο Ρουσσώ το 18ο αιώνα. Αν διαβάσει κανείς άρθρα εφημερίδων τα τελευταία 400 χρόνια, αυτά τα πράγματα λένε, κάθε γενιά κλαίει γι αυτό που έχασε η προηγούμενη.

Είμαστε δηλαδή καταδικασμένοι να γκρινιάζουμε αιωνίως για τα ίδια πράγματα;

Δεν ξέρω, αυτό να με ρωτήσεις στα πενήντα μου, κι αν το κάνω σου δίνω δικαίωμα να με χαστουκίσεις. Ελπίζω να μην το κάνω. Τείνουμε να ξεχνάμε πόσο απάνθρωπη ήταν η ζωή στα χωριά υπό την έννοια ότι αν ξέφευγες στο ελάχιστο από τη νόρμα, σου έπαιρναν το κεφάλι. Ενώ τώρα στην πόλη είναι πολύ πιο ανθρώπινη η κατάσταση, μπορείς να ζήσεις σαν άνθρωπος με την αξιοπρέπειά σου.

Διάφορες στατιστικές λένε ότι ο Έλληνας δε διαβάζει ενώ άλλες λένε ότι ο Έλληνας γράφει πολύ, στηριζόμενες σε στοιχεία αυτοεκδόσεων.

Ειλικρινά, δεν γνωρίζω αυτές τις στατιστικές. Κάποιος σοφός είπε κάποτε ότι όλοι έχουμε μέσα μας ένα βιβλίο που μπορούμε να γράψουμε. Το θέμα είναι ότι αυτό δε σημαίνει ότι το βιβλίο αξίζει να διαβαστεί. Νομίζω ότι ο καθένας κρίνεται από το προϊόν του. Αυτά που έχω γράψει θα μπορούσαν καν να μην είχαν εγκριθεί όταν τα υπέβαλα για έκδοση.

Κρίνεις πως η λογοτεχνία έχει χάσει το κύρος της σε σχέση με παλιότερα;

Δε νομίζω ότι η λογοτεχνία έχει χάσει το κύρος της, απλά εμείς οι λογοτέχνες έχουμε γίνει πιο προσιτοί με την έννοια ότι επικοινωνούμε περισσότερο, έχουν καταργηθεί κάποια όρια, είναι πιο εύκολο να γνωρίσεις και να συζητήσεις μ' έναν λογοτέχνη σήμερα.

Μπορούμε να πούμε ότι η σημερινή λογοτεχνία διαμορφώνει κοινωνικά σύνολα;

Ναι βέβαια, όχι μόνο εδώ και τώρα αλλά παντού και πάντοτε.

Μπορεί η συγγραφή να αποτελέσει ακτιβιστική δραστηριότητα;

Αν κρίνω από μένα, με την έννοια ότι ως αναγνώστης έχω επηρεαστεί από πράγματα που έχω διαβάσει, ναι, γιατί η λογοτεχνία αλλά και η τέχνη γενικότερα, παίζει έναν κοινωνικό ρόλο, είναι διαμορφωτής της κοινωνίας. Δεν είναι γενεσιουργός αιτία αλλαγών, ούτε είναι απόρροιά τους, είναι όμως μέσα στο παιχνίδι. Δε μπορούμε να πούμε ότι ένα καλλιτεχνικό κίνημα κίνησε μια διαδικασία αλλαγής της κοινωνίας αλλά συνέβαλε σίγουρα. Και γι' αυτό πιστεύω ότι τα βιβλία επηρεάζουν την κοινωνία. Εγώ σαν αναγνώστης επηρεάζομαι από αυτά που διαβάζω και μπορώ ν' αλλάξω ακόμα και τη συμπεριφορά μου ή να βοηθηθώ να αλλάξω τη συμπεριφορά μου. Ή και αντίθετα μπορεί διαβάζοντας ένα βιβλίο να γίνω ακόμα πιο κλειστός άνθρωπος, να επιβεβαιωθεί ο φόβος μου ή η εσωστρέφειά μου. Μας επηρεάζουν τα βιβλία. Γι' αυτό θλίβομαι τόσο πολύ που βγαίνουν τόσα πολλά βιβλία στην Ελλάδα για το παρελθόν και τόσο ελάχιστα για το ποιοι είμαστε τώρα, πού βαδίζουμε, για το πόσο ωραίοι είμαστε τώρα και πόσο καλύτεροι μπορούμε να γίνουμε.

Σε παλιότερες εποχές οι λογοτέχνες πρωταγωνίστησαν σε κοινωνικές επαναστάσεις, και δε μιλάω μόνο για τη στρατευμένη τέχνη, οι γάλλοι λόγιοι για παράδειγμα ήταν σημαντικό μέρος όλων των κοινωνικών επαναστάσεων.

Ας γίνουν επαναστάσεις και τώρα και θα δούμε πόσο θα συμμετέχει η ελίτ της διανόησης! Νομίζω ότι οι επαναστάσεις αυτές καθ' αυτές δε γεννιούνται από τους πολιτικούς, γίνονται πρώτα από τους διανοούμενους, χρειάζεται δηλαδή μια φιλοσοφική βάση για να γεννηθεί πολιτική. Τη φιλοσοφική βάση τη γεννούν οι ποιητές  και οι λογοτέχνες.

Πώς θα χαρακτήριζες την ελληνική λογοτεχνία σε σχέση με την ευρωπαϊκή και τα παγκόσμια δρώμενα;

Θα δίσταζα να τη χαρακτηρίσω γιατί έχω ένα έλλειμμα στην ελληνική λογοτεχνία και λυπάμαι πολύ γι' αυτό, αλλά δεν έχω διαβάσει τόσο όσο θα ήθελα. Δεν προλαβαίνω. Τυχαίνει, όταν έχω χρόνο, να διαβάσω κυρίως ξένα βιβλία. Ελληνικά διαβάζω πιο σπάνια και είμαι πολύ πιο επιλεκτικός.



Πώς μπορούν να συνεργαστούν το εμπόριο και η λογοτεχνία;

Με πολύ αγαστό τρόπο. Ούτως η άλλως, το εμπόριο πάντα προϋπήρχε του πολιτισμού.

Λένε ότι ο πολιτισμός είναι αντι-εμπορικός.

Όχι, κάθε άλλο. Εγώ νομίζω ότι ο πολιτισμός μπορεί να είναι και πολύ εμπορικός. Και μάλιστα, το εμπόριο μπορεί να προάγει τον πολιτισμό. Ο ελληνικός πολιτισμός λόγου χάρη εξαπλώθηκε τόσο πολύ χάρη στο εμπόριο. Δεν εξάγαμε αγάλματα, αλλά λάδι και σιτηρά. Για μένα το εμπόριο δεν είναι εχθρός του πολιτισμού.

Η σχέση διαφήμισης και λογοτεχνίας;

Αυτό είναι διαφορετικό γιατί η διαφήμιση εξυπηρετεί το κέρδος. Το εμπόριο είναι λίγο διαφορετικό.

Στην Ελλάδα πλέον βλέπουμε διαφημίσεις βιβλίων, εκτός από ολοσέλιδες καταχωρήσεις, ακόμα και σε στάσεις λεωφορείων, με το πρόσωπο του συγγραφέα, μπαίνουμε σε μία διαφορετική εποχή, προσαρμοζόμαστε σε πρότυπα μάρκετινγκ.

Θα επικρατήσει η διαφήμιση βιβλίων, είναι αναπόφευκτο αυτό. Αλλά σε τελική ανάλυση, το βιβλίο είναι αυτό που κρίνεται. Ακόμα κι αν ο αναγνώστης παραμυθιαστεί από το μάρκετινγκ, τη διαφημιστική εκστρατεία για ένα βιβλίο, αν  το βιβλίο δεν του αρέσει, θα το αφήσει στην άκρη. Και σίγουρα δε θα αγοράσει το επόμενο του ίδιου συγγραφέα. Βέβαια και το κριτήριο του αναγνώστη δεν είναι κάτι που υπάρχει αυτοφυές ή σε κενό αέρος, δεν είναι απόλυτη αξία, είναι κάτι το οποίο διαμορφώνεται.

Ο αναγνώστης εκπαιδεύεται;

Ναι, βέβαια, και κατευθύνεται., από τη διαφήμιση, τη μόδα, τα πάντα. Και είναι λογικό. Δε φοράμε σήμερα αυτά που φορούσαμε το ‘50.

Τα βιβλία στην Ελλάδα είναι ακριβά;

Ναι, αν σκεφτείς ότι θα ήθελες να έχεις δύο τρία καινούρια βιβλία το μήνα… Και δυστυχώς δεν υπάρχει άλλος τρόπος να διαβάσεις βιβλία, δεν έχουμε δανειστικές βιβλιοθήκες, δεν έχουμε ένα ευρύ δίκτυο μεταχειρισμένων βιβλίων που μπορείς να πας σε τέσσερα μαγαζιά στη γειτονιά σου και να διαλέξεις μεταχειρισμένα βιβλία έναντι ευτελούς αντιτίμου. Οπότε, μόνο αγοράζεις ή δανείζεσαι από φίλους. Και όλοι ξέρουμε τι γίνεται με τα βιβλία που δανείζει κανείς…

Μεταφράζεις λογοτεχνία προς τα ελληνικά και προς τα αγγλικά (κυρίως αποσπάσματα). Συμβαίνει ποτέ η μετάφραση του λογοτεχνικού έργου να έχει μεγαλύτερη αξία από το ίδιο το έργο καμιά φορά;

Ναι, είναι ατυχές να συμβαίνει αυτό βέβαια. Η μετάφραση είναι μια εκ νέου παραγωγή, εγώ σαν μεταφραστής τρώω το βιβλίο που μεταφράζω, το χωνεύω, το αναμασάω και το ξαναβγάζω. Είναι ένα καινούριο γράψιμο, ένα καινούριο βιβλίο, αλλά θα πρέπει αυτό που βγάζω εγώ από μέσα μου να είναι όσο πιο κοντά γίνεται στο πρωτότυπο, να μην έχω πάρει πρωτοβουλίες, να μην έχω προσπαθήσει να εξωραΐσω τυχόν προβλήματα του πρωτοτύπου, αλλά ούτε και να το υπονομεύσω.

Ο μεταφραστής είναι ένας μικρός συγγραφέας;

Εκ των πραγμάτων. Αλλά αυτό δε σημαίνει ότι μπορεί να απομακρυνθεί από το πρωτότυπο και να κάνει του κεφαλιού του, αλλά και ούτε ότι εκτός πρωτοτύπου μπορεί να προχωρήσει χωρίς βοηθητικές ρόδες. Εγώ ανέκαθεν έγραφα, και πριν ασχοληθώ με τη μετάφραση, γιατί ακριβώς ποθούσα να απελευθερωθώ από το πρωτότυπο, αλλά σαφώς με βοήθησε πολύ η μετάφραση, και με βοηθάει. Γιατί πειραματίζομαι με διάφορα είδη, είναι σαν πράξη ερωτική κατά τη γνώμη μου.

Η σχέση σου με το διαδύκτιο;

Συνεχής και ατελεύτητη. Ξημεροβραδιάζομαι στο internet λόγω δουλειάς. Αναρωτιέμαι πώς γινόταν η μετάφραση πριν το διαδίκτυο. Ειλικρινά με έχει βοηθήσει τα μέγιστα στη μεταφραστική μου δουλειά. Είναι ένας ωκεανός πληροφοριών, στον οποίο βέβαια συχνά πελαγοδρομώ, ψάχνεις ένα πράγμα, βρίσκεις δέκα, τα  δύο είναι εξαιρετικά ενδιαφέροντα, και ξεχνιέσαι, περνούν οι ώρες χωρίς να το καταλάβεις και χωρίς να βρεις τελικά αυτό που έψαχνες. Σώνεις χιλιάδες πράγματα για να τα διαβάσεις αργότερα αλλά χρειάζεσαι τουλάχιστον δεκαπέντε ζωές!

Ετοιμάζεις κάποιο καινούριο βιβλίο;

Ναι, ένα βιβλίο που το παίδευα για ενάμιση χρόνο και το ολοκλήρωσα τελικά το καλοκαίρι. Βρίσκομαι ακόμα σε συζητήσεις για την έκδοσή του. Σαν ύφος θα είναι πιο κοντά στο «Πλαθολόγιο», πρόκειται για ένα βιβλίο συνταγών για το πώς θα φτιάξεις το δικό σου θεό.


Σε μια συνέντευξή της η Ιζαμπέλ Αλιέντε δήλωσε ότι γράφει συνεχώς, έντεκα μήνες το χρόνο, κλείνεται σπίτι της από Φεβρουάριο ως Δεκέμβριο. Διακόπτει την 1 Ιανουαρίου για ένα μήνα, να δει τους φίλους της, να κάνει τις επαφές της, να προωθήσει τα βιβλία της κλπ. Έχει ένα πάρα πολύ σταθερό πρόγραμμα και δεν παρεκκλίνει από αυτό. Και γενικά, πολλοί συγγραφείς βάζουν πρόγραμμα στην ενασχόλησή τους με το γράψιμο.

Εγώ δεν έχω τη δυνατότητα να δουλέψω έτσι, και να το ήθελα. Δεν βιοπορίζομαι από τη συγγραφή, πράγμα που σημαίνει ότι κάποιες ώρες της μέρας είμαι αναγκασμένος να εργάζομαι ως μεταφραστής και ως σύμβουλος, κι αυτό είναι κάτι που μου αρέσει. Παρ' όλα αυτά θα ήθελα να έχω την πολυτέλεια να μπορώ να γράφω περισσότερο.

Ασχολείσαι με διάφορες ακτιβιστικές οργανώσεις και προσφέρεις εθελοντική εργασία. Μίλησέ μας λίγο για αυτές τις δραστηριότητες.

Δουλεύω εθελοντής από το 1991 και μου τρώει εξίσου μεγάλο χρόνο όσο και η δουλειά από την οποία βιοπορίζομαι. Δραστηριοποιούμαι στον τομέα του AIDS/HIV με παραγωγή φυλλαδίων, ενημέρωση υγείας και στήριξη των ανθρώπων που έχουν ήδη νοσήσει. Έχουμε στήσει με κάποιους άλλους εθελοντές μια ομάδα με δύο άξονες, την ενημέρωση του κοινού και τη στήριξη των ασθενών. Πρόσφατα μάλιστα βγάλαμε και ένα περιοδικό που ονομάζεται 10%.  Ασχολούμαι επίσης με τη συμβουλευτική, είμαι σύμβουλος ψυχικής υγείας, μια εκπαίδευση που έκανα αργότερα στη ζωή μου μετά το πανεπιστήμιο στην Κέρκυρα. Είναι κάτι που με γεμίζει. Βοηθήθηκα προσωπικά από τη συμβουλευτική και θέλησα όλο αυτό να το βγάλω προς τα έξω για να βοηθήσω και άλλους ανθρώπους.

Οι Έλληνες είναι δεκτικοί στη συμβουλευτική;

Όχι. Υπάρχει ένα είδος τσαμπουκά στην Ελλάδα με αυτό. Οι άνθρωποι φοβούνται το στίγμα του «πάω σε ψυχίατρο». Κατά τη γνώμη μου το να αποταθείς σε ένα σύμβουλο, το κάνεις για να μην καταλήξεις σε ψυχιάτρους και κλινικές. Έχουμε πάρα πολλά κλειστά δωμάτια μέσα μας και δεν υπάρχει πιο μαγικό ταξίδι από τον εαυτό μας, από την ανακάλυψη και εξερεύνηση των δωματίων αυτών.

Τι περιμένεις από τη νέα χρονιά;

Θα προσπαθήσω να απαγκιστρωθώ λιγάκι από το περιοδικό γιατί μου απορροφά μεγάλο μέρος του χρόνου μου, καθώς βρίσκεται  ακόμα στην αρχή. Έχω σκοπό αυτή τη χρονιά να βρω χρόνο να διαβάσω και να γράψω περισσότερο.


Σταυρίδου Δήμητρα - Μανιάτης Γιάννης
Για το lexima.gr






Lexima.gr - Τα κείμενα αποτελούν απόψεις και θέσεις των συντακτών τους.