Λέξημα / Άρθρα / Η ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΣΤΗ ΖΩΗ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝΑνώνυμος επισκέπτης
Άρθρα Νεότερο Παλαιότερο
'Αρθρο #543 | Αποστολή από astrofegia |
   Τετ 18 Οκτ 2006 
Η ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΣΤΗ ΖΩΗ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ
Παπαγεωργίου Αικατερίνη:Η λογοτεχνία στη ζωήτ ων παιδιών
Η ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΣΤΗ ΖΩΗ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ

     Στις μέρες μας, με την εύκολη πρόσβαση στην πληροφορία, τον καταιγισμό της εικόνας, ευνοείται όλο και λιγότερο η ανάγνωση λογοτεχνικών βιβλίων. Η αξία της λογοτεχνίας όμως είναι αδιαμφισβήτητη, όπως αποδεικνύει η αδιάλειπτη παρουσίας της στο χρόνο και έρευνες σε όλο τον κόσμο. Αποτελεί τον κατεξοχήν χώρο, όπου στεγάζονται ιδεολογικά σχήματα και αξίες, γεγονός που δίνει στη λογοτεχνία ετερόκλητους ρόλους.
     Η λογοτεχνία λειτούργησε κατά το 19ο αιώνα ως αντικείμενο εθνικής υπερηφάνειας ή τεκμήριο εθνικής αξίας που πηγάζει από τη Δυτικο-ευρωπαϊκή Αναγέννηση. Αργότερα τα λογοτεχνικά κείμενα μελετήθηκαν σε σχέση με τα κοινωνικο-οικονομικά συμφραζόμενα και την ιστορική περίοδο που γράφτηκαν. Για πολλά χρόνια η παρουσία της λογοτεχνίας στην Εκπαίδευση είχε χαρακτήρα πρακτικό και χρησιμοθηρικό. Με ανάλογο τρόπο ο περίφημος ηθικοδιδακτισμός υποβάθμιζε τη λογοτεχνία θεαματικά και απροκάλυπτα σε μέσον κι όχι σε αυτοσκοπό. Συνδέθηκε άρρηκτα με το θέμα της γλώσσας, μέχρι που ο Δημαράς διαπιστώνει ότι η ιστορία της λογοτεχνίας είναι η ιστορία της γλώσσας. Δεν είναι ανεξάρτητο το γεγονός, ότι το γλωσσικό ζήτημα απασχόλησε την ελληνική κοινωνία από τις απαρχές του νεοϊδρυθέντος ελληνικού κράτους. Στη σχολική πραγματικότητα χρησιμοποιήθηκε κυρίως ως μέσο γλωσσικής διδασκαλίας με στόχο να αναπτύξει ο μαθητής σωστότερη γραμματική και σύνταξη και καλύτερες ρητορικές ικανότητες. Τα τελευταία χρόνια το ζήτημα εμφανίζεται πρωτεϊκά μεταμφιεζόμενο και μετατρέπεται σε «λεξιπενία». Στο σημείο αυτό, η λογοτεχνία μπορεί να παίξει ουσιαστικό ρόλο.
     Η παιδική λογοτεχνία μπορεί να διαδραματίσει κατά περίπτωση έναν συμπληρωματικό ρόλο λιγότερο ή περισσότερο σημαντικό. Η επίδραση των λογοτεχνικών έργων στη διαμόρφωση της προσωπικότητας του παιδιού (1)  θεωρείται πλέον αυτονόητη, παρόλο που η τυχόν θετική ή αρνητική επίδραση ενός συγκεκριμένου βιβλίου πάνω σε ένα συγκεκριμένο παιδί είναι κάτι που δεν εντοπίζεται ούτε αποδεικνύεται εύκολα.
     Όπως αναφέρει η Μ. Καρπόζηλου(2) , οι πράξεις και οι αντιδράσεις των λογοτεχνικών χαρακτήρων δημιουργούν πρότυπα συμπεριφοράς που υποβοηθούν το παιδί να αντιμετωπίσει δυσκολίες και προβλήματα. Η ταύτιση με τους χαρακτήρες μιας ιστορίας δίνει στο παιδί την ευκαιρία να κατανοήσει τα συναισθήματα άλλων όμοια ή εντελώς διαφορετικά από τα δικά του. Μπορεί ακόμα να βιώσει πλασματικά εναλλακτικές λύσεις σε προβλήματα που το απασχολούν. Παρέχονται συναισθηματικές ευκαιρίες να ξεπεράσει δύσκολες τραυματικές καταστάσεις. Μια καλή ιστορία μπορεί να βοηθήσει το παιδί να ξεκαθαρίσει τα συναισθήματά του, μπορεί να συμβάλει στην αυτοεκτίμησή του. Πέρα από την κατανόηση και αποδοχή των δικών του συναισθημάτων μέσα από τα λογοτεχνικά έργα, έχει επίσης την ευκαιρία να κατανοήσει και τα συναισθήματα των άλλων. Nα αντιληφθεί ότι αισθήματα, όπως η επιθετικότητα, η αρνητική στάση σε γονείς κι αδέρφια, όπως επίσης και οι παρορμητικές ενέργειες που απορρέουν από συναισθήματα και συνήθως δεν υπακούουν στην αυστηρή λογική είναι φυσιολογικές και κοινές αντιδράσεις, που βιώνονται και από συνομήλικούς του. Να αποδεχθεί ίσως ότι ένα άτομο μπορεί να έχει πολλά κι αντιφατικά συναισθήματα απέναντι στο ίδιο πρόσωπο. Εν κατακλείδι, η δυνατότητα μέσα από την πλοκή και τους χαρακτήρες του έργου να παρακολουθήσει το παιδί το ίδιο συμβάν μέσα από διαφορετικές οπτικές γωνίες συμβάλλει στην ολοκλήρωση της προσωπικότητας των ατόμων, στην ηθική τους τελείωση και στην ομαλή ένταξη στην κοινωνία.
     Αν αποδεχτούμε τα αποτελέσματα των ερευνών, το ζήτημα που προβάλλει επιτακτικά είναι η φιλαναγνωσία. Η ανάπτυξη δηλ. της ικανότητας και της διάθεσης για ανάγνωση λογοτεχνικών βιβλίων. Και προχωρώντας πιο μακριά, ο όρος ανάγνωση χρησιμοποιείται με τη σύγχρονη έννοια της κατανόησης, που οδηγεί στην εγγραμματοσύνη.
     Συνεπακόλουθα, η φιλαναγνωσία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τα βιώματα του παιδιού στην περίοδο που διδάσκεται ανάγνωση και γραφή, διαδικασίες που για το φυσιολογικό παιδί αρχίζουν και ολοκληρώνονται στα πρώτα σχολικά χρόνια. Μελετητές συμφωνούν, ότι η πρώιμη έκθεση και η επαφή του παιδιού με τη λογοτεχνία συμβάλλει στις μεταγενέστερες επιδόσεις του στον τομέα της γλώσσας και κατ' επέκταση στις ακαδημαϊκές του επιδόσεις. Οι ικανότητες που μπορούν να εξασκηθούν μέσω των παιδικών βιβλίων αφορούν κυρίως τους τομείς της παρατήρησης, της σύγκρισης, της οργάνωσης, της περίληψης, της εφαρμογής και της κριτικής. Παιδιά που στο σχολείο έχουν γνωρίσει τις απολαύσεις και τις δυνατότητες των κειμένων γίνονται κατά κανόνα οι αυριανοί συνειδητοί αναγνώστες, ενώ παιδιά που απλώς έχουν μάθει να διαβάζουν και να γράφουν θα αποτελέσουν κατά πάσα πιθανότητα, τους μελλοντικούς εγγράμματους μεν, αλλά όχι απαραίτητα και αναγνώστες.
     Για όλους αυτούς τους λόγους η συμβολή του εκπαιδευτικού στη διαμόρφωση, την καλλιέργεια και την ανάπτυξη της σχέσης παιδιού και βιβλίου αποκτά μια σπουδαιότητα που υπερβαίνει κατά πολύ τη σημασία της διδασκαλίας της ανάγνωσης και της γραφής και επεκτείνεται στην ενθάρρυνση και ενίσχυση της φιλαναγνωσίας. Έχοντας ως βασικό στόχο τη συγκρότηση ενός επαρκούς αναγνώστη, ο εκπαιδευτικός καλείται να δημιουργήσει το κατάλληλο κλίμα και την ευνοϊκή εκείνη ατμόσφαιρα που θα υποβοηθήσει το παιδί να αποκτήσει αρχικά μια θετική και στη συνέχεια μια σωστή και τεκμηριωμένη στάση απέναντι στον έντυπο λόγο.
     Στη σχολική πραγματικότητα η διδασκαλία της γλώσσας και η επαφή με τη λογοτεχνία στηρίζεται αποκλειστικά σε δύο βοηθήματα: Στο βιβλίο γλωσσικής διδασκαλίας «Η γλώσσα μου», που ισχύει μέχρι σήμερα και στο Ανθολόγιο. Εκτός της ισχύουσας πλέον άποψης, η οποία προαναφέρθηκε, ότι τα λογοτεχνικά έργα προσφέρουν σημαντική βοήθεια στην ταχύτερη εκμάθηση της ανάγνωσης, υπάρχει και η άποψη ότι η διδασκαλία της λογοτεχνίας και η διδασκαλία της ανάγνωσης και της γραφής είναι δυο τελείως διαφορετικές διαδικασίες, άρα θα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως ξεχωριστές δραστηριότητες στο αναλυτικό πρόγραμμα.
     Στο σημείο αυτό, τίθενται ουσιαστικά ερωτήματα. Πώς μπορεί το λογοτεχνικό κείμενο να χωρέσει στο σχολικό πρόγραμμα, χωρίς να αλωθεί από το διδακτισμό, χωρίς να ακρωτηριασθεί από τη λογοκρισία και το πνεύμα του ενισχυμένου εγκυκλοπαιδισμού, που διέπει συχνά το εκπαιδευτικό σύστημα; Πώς επιτυγχάνεται η εξοικείωση των μαθητών με κείμενα παλιότερων περιόδων της ελληνικής γραμματείας, ώστε να τα κατανοούν άμεσα και βιωματικά μέσα από κειμενικά σπαράγματα;
     Τα λογοτεχνικά κείμενα μέσα από τα σχολικά εγχειρίδια παρουσιάζονται στο σχολείο ακρωτηριασμένα, (amputation κατά Genette). Στο ίδιο πνεύμα κινούνται τα νέα βιβλία που έρχονται το Σεπτέμβρη στα σχολεία. Γίνονται πλούσιες αναφορές στη λογοτεχνία, αλλά και πάλι αυτή διδάσκεται ως μέσο για την καλλιέργεια της γλώσσας, αποσπασματικά και όχι αυτοτελώς. Για τη λύση του προβλήματος, όπως έχει η σημερινή κατάσταση, προτείνεται: Όταν χρησιμοποιείται το εγχειρίδιο με το λογοτεχνικό απόσπασμα ο δάσκαλος να μπαίνει στην τάξη με το βιβλίο σχεδόν επιδεικτικά και να αφιερώνει χρόνο, ώστε τα παιδιά με τη δική του υποστήριξη να εντάξουν το απόσπασμα του εγχειριδίου στο ολόκληρο έργο ή να διαβαστεί ένα δεύτερο απόσπασμα  και ένα τρίτο ως ορθογραφία. Έτσι το εξωσχολικό και το σχολικό βιβλίο να βρίσκονται σε σχέση συμπληρωματικότητας και όχι ανταγωνισμού, μια αρμονική συνύπαρξη να επιτευχθεί ανάμεσά τους. Κρίνεται απαραίτητο φυσικά, ο εμπλουτισμός των σχολικών βιβλιοθηκών με όλα τα λογοτεχνικά βιβλία που αναφέρονται στα σχολικά εγχειρίδια, και όχι μόνο. Επίσης, η επιμόρφωση των εκπαιδευτικών για τη διδασκαλία λογοτεχνικών έργων, ώστε να γίνει ουσιαστική η προσέγγιση των κειμένων στην επίτευξη των στόχων.
     Σήμερα υπάρχουν σοβαρές προτάσεις και εμπεριστατωμένα προγράμματα (3)  για τη διδασκαλία της λογοτεχνίας, όχι μόνο πειραματικά, αλλά και τεκμηριωμένα που έχουν ήδη κατατεθεί τα θετικά αποτελέσματά τους. Λείπει προφανώς η πολιτική βούληση για μια άλλη οπτική της θέσης της λογοτεχνίας στη σχολική πραγματικότητα και η πρακτική σοβαρότητα στην αντιμετώπισή της, ώστε να συμπορευτούν  η θεωρία με την πράξη.

      Παπαγεωργίου Αικατερίνη
Υπ. Διδάκτορας Παιδικής Λογοτεχνίας


  1. Bakhtin M. 1980. Προβλήματα λογοτεχνίας και αισθητικής . μτφ. Δ.Τζιόβας. Αθήνα: Πλέθρον  
Κανατσούλη Μ. 2000. Ιδεολογικές διαστάσεις της Παιδικής Λογοτεχνίας. Αθήνα: Τυπωθήτω.
Stephens J. 1992. Language and Ideology in Children'sFiction.  N.York: Longman.
2. Μ. Καρπόζηλου 1994. Το παιδί στη χώρα των βιβλίων, Αθήνα: Καστανιώτης
  3. α). «ONLY CONNECT- Η διαμόρφωση ευρωπαϊκής συνείδησης μέσα από την Παιδική Λογοτεχνία» με υπεύθυνη καθηγήτρια την κ. Μ. Κανατσούλη
β). «Σκυταλοδρομία της ανάγνωσης» του ΕΚΕΒΙ, και προτάσεις για τη διδασκαλία της λογοτεχνίας στο βιβλίο Αποστολίδου Β. & Καπλάνη Β. & Χοντολίδου Ε., 2000. Διαβάζοντας λογοτεχνία στο σχολείο. Αθήνα: Τυπωθήτω.

Lexima.gr - Τα κείμενα αποτελούν απόψεις και θέσεις των συντακτών τους.