Λέξημα / Άρθρα / ΑΦΙΕΡΩΜΑΑνώνυμος επισκέπτης
Άρθρα Νεότερο Παλαιότερο
'Αρθρο #539 | Αποστολή από astrofegia |
   Δευ 24 Απρ 2006 
ΑΦΙΕΡΩΜΑ
ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤO ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΛΟΓΟΤΕΧΝΗ ΧΡΗΣΤΟΥ ΚΟΥΛΟΥΡΗ

         ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ
ΤΟΥ ΛΟΓΟΤΕΧΝΗ ΧΡΗΣΤΟΥ ΚΟΥΛΟΥΡΗ


       Στις 11 Φλεβάρη 2006 έφυγε από τη ζωή ο Χρήστος Κουλούρης, πολυγραφότατος λογοτέχνης και διευθυντής του λογοτεχνικού περιοδικού «Νέα Σκέψη». Ο Χρήστος Κουλούρης γεννήθηκε στη Λαμία το 1924. Άφησε πίσω του ένα πλούσιο συγγραφικό έργο. Τύπωσε δεκαεφτά συλλογές με ποιήματα, δύο νουβέλες, πέντε μυθιστορήματα, εφτά βιβλία με διηγήματα και εννιά τόμους με δοκίμια και μελέτες. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί και ανθολογηθεί σε πολλές χώρες του εξωτερικού.
       Από το 1946 ήταν τακτικό μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών. Ήταν  σεμνός ως άνθρωπος, σεμνότερος ακόμα ως λογοτέχνης. Η αρετή αυτή, αρετή που σπάνια αναγνωρίζεται στην εποχή μας, τον χαρακτήριζε και θα τον χαρακτηρίζει πάντα, γιατί εκφραζόταν σαν στάση ζωής και όχι ατολμίας.
       Το 1971 πήρε το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος για το βιβλίο του «Τα Κούμαρα» (συλλογή διηγημάτων). Το 1984 πήρε το Βραβείο Ποίησης με τη συλλογή του «Ορειχάλκινα» στο διαγωνισμό «Το καλύτερο βιβλίο της χρονιάς» από την Εταιρία Ελλήνων Λογοτεχνών.
       Κατά καιρούς εξέδωσε και διεύθυνε διάφορα περιοδικά και εφημερίδες, όπως τα «Σκαραβαίος», «Φθιωτική Εστία», «Ρουμελιώτικη Τέχνη». Από το 1961 έως το θάνατό του διεύθυνε το μηνιαίο περιοδικό Γραμμάτων και Τέχνης  «Νέα Σκέψη» καθώς και την ομώνυμη Αίθουσα Προβολής Λόγου και Τέχνης. Μέσω του περιοδικού του στήριξε πολλούς νέους λογοτέχνες.
      Σύντροφος και συνοδοιπόρος στη ζωή του, η Έφη Κουλούρη. Καρπός της αγάπης αυτής, ο γιος του, ο ποιητής Γιώργος Κουλούρης. Ο πρόωρος χαμός του, τον Σεπτέμβρη του 2004, σημάδεψε την ψυχή τους και αποτυπώθηκε με συγκλονιστικό τρόπο στην ποίησή του: « (…) Έναν τον είχα και καμάρωνα/μοναχοπαίδι της ζωής μου!/Κι είχα τις μέρες ξέγνοιαστες/κι είχα της νύχτας τ' άστρα/να τα μετρώ στην ερημιά/να μου γλυκαίνει η πίκρα./Τη δόλια τη μανούλα του/ποια λήθη να της δώσεις;/Όπου με βλέπει και ρωτά/ποιον ίσκιο πήρες γιε μου/κι έμεινε η πόλη ορφανή/ το σπίτι στο σκοτάδι/κι έγινε ο κόσμος άγνωστος/το Σύμπαν εφιάλτης.»1  
        
      Η κριτική παρουσίαση της ποίησής του που ακολουθεί, είναι η προσφορά του φιλολόγου Γιάννη Στρούμπα στο περιοδικό μας, με σκοπό να τιμήσει την μνήμη του μεγάλου Λογοτέχνη.

               «ΕΚ ΠΕΠΟΙΘΗΣΕΩΣ ΗΤΑΝ ΣΕΜΝΟΣ».
Η ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΤΟΥ ΧΡΗΣΤΟΥ ΚΟΥΛΟΥΡΗ ΠΑΡΑΛΛΗΛΗ ΜΕ ΤΟ ΒΙΟ ΤΟΥ.


       Η ποίηση του Χρήστου Κουλούρη είναι ριζωμένη στον τόπο του, την Ελλάδα, και τους ανθρώπους του τόπου αυτού. Απλώνοντας τις ρίζες της συχνά βρίσκει νερό και ξεδιψάει, άλλοτε όμως σκοντάφτει στην πέτρα, στην λειψυδρία, στις παθολογικές αγκυλώσεις του περιβάλλοντός της: «Σερβίρονται/ όλων των ειδών οι αναμνήσεις - εδέσματα/ “Φυγή της Προσφυγιάς”. “Παροικία στο Πέραμα”./ “Κατοχή. Αντίσταση. Μπλόκα του '44”./ […] Μακρονησιώτες εξόριστοι./ Η γενιά του “Ένα-Ένα-Τέσσερα.”/ […] Δάκρυα. Περηφάνια. Ψυχή ασυμβίβαστη./ Χρεωμένοι ολοζωής στην Πατρίδα…»2.  Όση πικραμένη παθολογία κι αν κρύβουν η Προσφυγιά, η Κατοχή, τα Μπλόκα, η Εξορία, άλλη τόση περηφάνια, άλλα τόσα δάκρυα ανακούφισης αναβλύζουν απ' τους αγώνες της Ψυχής που 'ναι γεμάτη ιδανικά, που αγωνίζεται ανυποχώρητα, ασυμβίβαστα, πιστεύοντας στο χρέος της απέναντι στην Πατρίδα.
       Κανένας αγώνας υπέρβασης των ελλειμμάτων δεν ευοδώνεται, ωστόσο, αν δεν καταδειχτούν οι αιτίες των δεινών, ώστε να επιχειρηθεί η άμεση εξόντωση των «ζιζανίων»: «(…) Όλα άλλαξαν στις μέρες μας./Οι χειραψίες κοστίζουν ακριβά,/ το χαμόγελό μας είναι ξένο,/ ψεύτικη η ματιά μας,/ χαύνο το ύφος και μόνο/ μια χυδαία γκριμάτσα στο πρόσωπο/ υπογραμμίζει τάχα την ύπαρξή μας.»3, διαπιστώνει ο ποιητής, καταγράφοντας την αλλοτρίωση που καταδυναστεύει τους σύγχρονους ανθρώπους, καθώς και η μία έστω επαινετική κουβέντα δεν εκστομίζεται εύκολα, αλλά περιμένει ανταλλάγματα για να εκδηλωθεί.
       Τα ζιζάνια όμως δεν εντοπίζονται μόνο σε ενδογενείς παράγοντες. Συχνά εξωγενείς παράγοντες, μασκαρεμένοι σαν καλές νεράιδες, επιβάλλουν το «δίκιο» τους αναγκάζοντας ακόμα και τις άγρυπνες συνειδήσεις σε παθητική παρακολούθηση των εξελίξεων. Ένας τέτοιος εξωγενής παράγοντας είναι και ο άγνωστος αποστολέας του «δέματος» με τη «βοήθεια», που δεν είναι άλλος από τον «θείο Σαμ»: «Δέμα στοργής, κάτι απομεινάρια/ από χαλασμένες υδρογονοβόμβες, έξυπνες σφαίρες,/ ματωμένες γάζες από το Βιετνάμ, το Βελιγράδι,/ οδοντόπαστες, τσίχλες και τρεις ταινίες πορνό,/ […] Ελπίζουμε πως δεν θ' αργήσει να 'ρθει/ και λίγο πετρέλαιο από το Ιράκ»4. Ειρωνική η ματιά του ποιητή απέναντι στην υπερδύναμη που επιχειρεί να πουλήσει «φύκια για μεταξωτές κορδέλες» στους λαούς, προωθώντας τον επεκτατισμό της. Οι «προσφορές» κατακεραυνώνονται, το «δέμα» αποδεικνύεται «κουτί της Πανδώρας» και η συνειδητοποίηση του εμπαιγμού συμβάλλει στην ισχυροποίηση της βούλησης και στη δημιουργία του πρώτου ισχυρού θύλακα πνευματικής, ψυχικής και ηθικής αντίστασης.
       Η αγκαλιά του Χρήστου Κουλούρη, μέσα από την ανωτέρω διαδικασία συνειδητοποίησης και αυτογνωσίας, γίνεται πανανθρώπινη, προσφέροντας ένα απάνεμο και σίγουρο λιμάνι σε κάθε κατατρεγμένο άνθρωπο, οποιασδήποτε εθνικότητας: «[…] Γιατί, πώς αλλιώς να σας το πω, ο φασισμός δεν πέθανε/ κι ο εφιάλτης στα Καλάβρυτα και στο Δίστομο/ έχει δρόμο ακόμα να κάνει ως το Ιράκ και την Παλαιστίνη/ […] Έχει ακόμα πολλές φωτιές ν' ανάψει στον πλανήτη,/πολλές ταυτότητες καινούριες να εμφανίσει,/λέγοντας μύθους για νέα δόγματα, για νέες επεμβάσεις/ επαναστάσεις αγρίων λαών, εξεγέρσεις, τρομοκρατία»5. Ο φασισμός πάντα καραδοκεί, κι είναι ακόμη πιο επικίνδυνος όταν παρουσιάζεται μεταμφιεσμένος μ' ένα προσωπείο αγγελικό, μ' ένα προσωπείο δημοκρατίας. Ο Χρήστος Κουλούρης συντρίβει αυτό το προσωπείο, καλώντας μας παράλληλα σε επαγρύπνηση, καθώς ο φασισμός δεν είναι λαίλαπα που αφορά μόνο τους «άλλους» (Ιράκ, Παλαιστίνη), αλλά που χτύπησε και τη δική μας πόρτα (Καλάβρυτα, Δίστομο) κι είναι πολύ πιθανό να επιστρέψει. Η διάχυτη αγωνία για τον άνθρωπο και την ανύψωση του βίου του μέσα από την υπερνίκηση κάθε οδυνηρής κακίας που τον κατατυραννά αποτελεί θεμέλιο λίθο της ποίησής του .
       Η στράτευση του Κουλούρη στο πλευρό του ανθρώπου δεν γίνεται με επιδεικτικές φωνασκίες. Ο ποιητής, μεστός από πανανθρώπινες ιδέες και μηνύματα, δεν χρειάζεται καμία εξεζητημένη φλυαρία για να εκφραστεί. Με λόγο λιτό, σφυρηλατημένο ωστόσο στην καυτή φλόγα της καρδιάς του, αγγίζει απευθείας την ψυχή κάθε αποδέκτη των μηνυμάτων του. Πλάι στον λιτό του λόγο στέκεται η ίδια του η λιτή παρουσία, που, αυτοσαρκαζόμενη, κάθε άλλο παρά αυτοϋπονομεύεται τελικά, εφόσον δίνει το δικαίωμα στη σεμνότητά του να ορθοστατεί και ν' αποκαλύπτει την ωριμότητα του δημιουργού: «Η κάθε μου κίνηση,/ εκτός του ότι δημιουργεί άσκοπο θόρυβο,/ είναι κι εκ των προτέρων λανθασμένη/ κι άκρως επισφαλής»6. Σεμνός στη δημιουργία, σεμνός και στη ζωή, ο Χρήστος Κουλούρης εγκατέλειψε τα εγκόσμια τελείως αθόρυβα, αποδεικνύοντας πως η ουσία και η ανθρώπινη ποιότητα δεν βρίσκονται κατ' ανάγκη σε κύμβαλα αλαλάζοντα εγωισμό και ματαιοδοξία. Αλτρουιστής, δίνοντας πάντα χέρι βοηθείας στους νέους δημιουργούς, μένοντας μακριά από «κύκλους» που ανεβοκατεβάζουν λογοτεχνικές «υπολήψεις», προτίμησε με συνέπεια, περνώντας το κατώφλι των ουρανών, να φύγει διακριτικά, μην τυχόν και στερήσει τα φώτα από νέους, που τα 'χουν μεγαλύτερη ανάγκη. Τώρα, Χρήστο, σίγουρα «[…] σε παίρνει άξαφνα από το χέρι ένας Αρχάγγελος/ και σ' οδηγεί δίχως χρονοτριβή/ σε κάποιαν απόμερη και σκιερή γωνιά του Παραδείσου,/ όπου αφανίζονται όλες οι λύπες/ κι όπου σφραγίζεται οριστικά το είναι σου/ έξω απ' αυτή τη ματαιότητα του κόσμου…»7. Καλό σου ταξίδι!

       Οι περισσότερες πληροφορίες που μπορέσαμε να βρούμε στηρίζονται στο περιοδικό του «Νέα Σκέψη». Σας παραθέτουμε αποσπάσματα από δύο κριτικές παρουσιάσεις που έγιναν στις συλλογές διηγημάτων του «Το πεζοδρόμιο» από τον Αλέξανδρο Σπανόπουλο και «το Χρονικό μιας εφηβείας» από τον Γιάγκο Γιανακκόπουλο, στα τεύχη 477 και 478.

        «Το πεζοδρόμιο» (διηγήματα). Απόσπασμα της κριτικής παρουσίασης του Αλέξανδρου Σπανόπουλου: «Τα διηγήματα του Χρήστου Κουλούρη ακολουθούν το σωστό τρόπο γραφής. Και μύθο έχουν και ροή και ανέλιξη. Με αδρές πινελιές σκιαγραφεί ο Χ.Κ. τους ήρωές του, ρίχνοντας άπλετο φως στα ενδότερα της ψυχής τους, έτσι που να γίνονται νοητές και δικαιολογημένες οι όποιες αντιδράσεις τους και να μη μένει τίποτα σκοτεινό και αφώτιστο. Οι ήρωές του είναι όλοι άνθρωποι που κινούνται γύρω μας, είναι οι παραστρατημένοι της ζωής, αυτοί που δεν βρήκαν το δρόμο τους κι ακόμη όλοι εκείνοι που θυσιάστηκαν για να βοηθήσουν κάποιο δικό τους κι η θυσία απόμεινε δίχως αντίκρισμα και δίχως την κατανόηση που έπρεπε να έχει. Σαφήνεια ύφους και γλαφυρή γραφή χαρακτηρίζουν τα διηγήματα του Χ.Κ. που κινείται πάντα μέσα στα πλαίσια της σοβαρότητας, της ευθύνης και της συνέπειας στις οποίες μας έχει συνηθίσει σε κάθε του προσφορά. Διάβασα τα διηγήματα του Χ.Κ. με ξεχωριστό ενδιαφέρον. Καλογραμμένα όλα. Πουθενά δεν «σκοντάφτει» ο αναγνώστης. Κι αυτό είναι κατά τη γνώμη μου αδιάσειστο τεκμήριο των αφηγηματικών ικανοτήτων του Χ.Κ., που δίκαια κατέχει μια εξέχουσα θέση στον πνευματικό μας χώρο τόσο με την ποίηση όσο και με τα πεζογραφήματά του»8.

        «Το χρονικό μιας εφηβείας» (διηγήματα) Κριτική παρουσίαση του Γιάγκου Γιαννακόπουλου: «Τα εννέα διηγήματα είναι εννέα εικόνες, πολυδιάστατες κι ολοζώντανες, της καθημερινής ζωής κυρίως (που είναι και η πιο «ουσιαστική»… των απλών - κατά προτίμηση - και ταπεινών ανθρώπων, λίγο-πολύ φτωχών, στερημένων κι αδικημένων αλλά και, πολλών απ' αυτούς, αξιόλογων και προικισμένων με ψυχικά και πνευματικά χαρίσματα, όπως η καλοσύνη και η αγάπη, που κάποτε μπορούν να φτάσουν κι ως τον ηρωισμό και την αυτοθυσία για τους άλλους, αλλά κι η θέληση για μόρφωση και αξιοπρεπή κοινωνική θέση… Ο πραγματισμός του όμως εμπλουτίζεται συχνά με λυρισμό και ποίηση. Ο συγγραφέας δεν «φωτογραφίζει» απλά τους ανθρώπους και τη ζωή τους, τους ζωγραφίζει με την παλέτα και το πινέλο της τέχνης του, με όλα τα χρώματα (απαλά και ζωηρά ή ακόμα και πένθιμα) που απαιτούνται για να μας δώσει την εικόνα τους, σε όλες τις διαστάσεις: βάθος και ύψος, μορφή και περιεχόμενο… Στις αφηγήσεις του είναι ευδιάκριτος, αν και κρυμμένος, («ξεχειλίζει», θα έλεγα) ο ανθρωπισμός. Η γλώσσα του είναι απλή, ζωντανή, λαγαρή. Ο λόγος του διάφανος, όσο πιο απέριττος τόσο πιο περιεκτικός, εύληπτος κι ευπρόσδεκτος, ήρεμος με ήπιους τόνους, αλλά με έντονες απηχήσεις, συχνά μελαγχολικές και νοσταλγικές για κάθε ωραίο που έχει χαθεί. Δεν ενοχλούν, αλλά υποβάλλουν στον αναγνώστη το πνεύμα και τα μηνύματα του βιβλίου. Κοντολογίς, τα διηγήματα του Χρήστου Κουλούρη είναι βαθιά «μελετήματα» της ανθρώπινης ζωής»9.

  
1. «Ωδή στο γιο μου που έφυγε για πάντα», περιοδικό «Νέα  Σκέψη», τεύχος 472.
2. «Ρεστοράν η “Ωραία Ελλάς”», περ. «Πνευματική Ζωή»,      τεύχος 139.
3. «Άδικη προσμονή», περ. «Νέα Σκέψη, τεύχος 419.
4. «Ήρθε ένα δέμα», περ. «Νέα Σκέψη», τεύχος 467.
5. «Χτες χτύπησε την πόρτα μου», περ. «Νέα Σκέψη», τεύχος 467.
6. «Αυθυπαρξία», περ. «Νέα Σκέψη», τεύχος 461.
7. «Εκ πεποιθήσεως ήταν σεμνός», από την ποιητική συλλογή «Το Ηφαίστειο» - αναδημοσίευση στο περιοδικό «Νέα Αριάδνη», τεύχος 29.
8. Περιοδικό «Νέα Σκέψη», τεύχος 488.
9. Περιοδικό «Νέα Σκέψη», τεύχος 487.


       Θα θέλαμε να ευχαριστήσουμε τον κ. Γιάννη Στρούμπα ο οποίος είχε την ιδέα για την εκπόνηση του αφιερώματος, μας έφερε σε επαφή με το έργο του Χ. Κουλούρη, συμμετείχε δε ενεργά με την κριτική παρουσίασή του.

Αικατερίνη Βεζιρτζόγλου.
Για το λέξημα.gr


Lexima.gr - Τα κείμενα αποτελούν απόψεις και θέσεις των συντακτών τους.