Λέξημα / Άρθρα / Έρση ΣωτηροπούλουΑνώνυμος επισκέπτης
Άρθρα Νεότερο Παλαιότερο
'Αρθρο #537 | Αποστολή από ?????? |
   Κυρ 26 Φεβ 2006 
Έρση Σωτηροπούλου
Αφιέρωμα στο ποιητικό και συγγραφικό έργο της Έρσης Σωτηροπούλου...

Την Κυριακή 19 Φεβρουαρίου 2006 πραγματοποιήθηκε στο κατάμεστο πολιτιστικό κέντρο του Δήμου Κορωπίου μια εξαιρετική εκδήλωση προς τιμήν της Έρσης Σωτηροπούλου που διοργάνωσε η εκεί λογοτεχνική ομάδα.

Πριν προχωρήσω σε λεπτομέρειες της βραδιάς, θεωρώ σωστό να αναφερθώ συνοπτικά στη μεγάλη προσπάθεια που έχει γίνει από τα άτομα της λογοτεχνικής ομάδας να δώσουν μια πνοή στα λογοτεχνικά δρώμενα του Κορωπίου.
Η μεταφορά της Δημοτικής Βιβλιοθήκης στο ισόγειο του Πολιτιστικού Κέντρου, η καλύτερη οργάνωση και οι νέοι τίτλοι που προστέθηκαν, είχαν το εντυπωσιακό αποτέλεσμα να αυξηθεί 30% η χρήση του πολιτιστικού αυτού πνεύμονα της πόλης, ενώ η σειρά αφιερωμάτων σε ποιητές και συγγραφείς έβγαλε πολλούς βιβλιόφιλους από τα σπίτια τους και έφερε αρκετά  άτομα και κυρίως νέα παιδιά σε επαφή με γνωστούς σύγχρονους δημιουργούς και το έργο τους.

Στην εκδήλωση παραβρέθηκε και η Έρση Σωτηροπούλου, η οποία εντυπωσιασμένη από το υψηλό επίπεδο της βραδιάς ευχαρίστησε του διοργανωτές και τους ομιλητές που την τίμησαν. Το βάρος της παρουσίασης του έργου της είχαν η Ελένη Γκίκα, δημοσιογράφος - συγγραφέας  και ο Γιάννης Θηβαίος, καθηγητής - μεταφραστής θεατρικών έργων, που μας παραχώρησε το κείμενο του αφιερώματος και τον ευχαριστούμε γι' αυτό.



Έρση Σωτηροπούλου

Η Έρση Σωτηροπούλου γεννήθηκε το 1953 στην Πάτρα, όπου έζησε τα παιδικά και νεανικά της χρόνια. Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο της Φλωρεντίας Φιλοσοφία και Πολιτιστική Ανθρωπολογία. Εργάστηκε ως μορφωτική σύμβουλος στην Ελληνική Πρεσβεία της Ρώμης, Άρχισε να γράφει από την ηλικία των 10 ή 11 χρόνων και να δημοσιεύει τα πυκνά στην διατύπωση τους και γεμάτα συναισθηματική ένταση ποιήματά της (όπως λέει σε ένα κείμενό του για την Έρση Σωτηροπούλου ο Αλέξης Ζήρας) στο περιοδικό «Υδρία» της Πάτρας.
          Η επίσημη εμφάνισή της στα ελληνικά γράμματα έγινε το 1980 με το βιβλίο της Μήλο+θάνατος+…+… Μια ποιητική συλλογή αποτέλεσμα της ενασχόλησής της, την δεκαετία του εβδομήντα, με την οπτική και συγκεκριμένη ποίηση, μια ποίηση στην οποία δομικό ρόλο έχουν τόσο οι μεμονωμένες λέξεις και φράσεις όσο και τα σημεία στίξεως, πράγματα που δίνουν στην ανάγνωση ιδιαίτερο ρυθμό, δημιουργούν έντεχνες σιωπές και επαυξάνουν τη ροηκότητά της. Νομίζω πως η τεχνική αυτής της ποίησης επηρεάζει και την πρόζα της στα βιβλία που ακολουθούν.
          Όταν της χαρίζουν μια γραφομηχανή το 1977 αρχίζει να γράφει το πρώτο της πεζό. Το «Διακοπές χωρίς πτώμα» που εκδόθηκε αμέσως μετά την ποιητική συλλογή. Ένα βιβλίο που αρχίζει κάπως παράξενα. Στις πρώτες σελίδες περιγράφονται τα αισθήματα του συγγραφέα μπροστά σε μια λευκή σελίδα και μετά τίθεται το ερώτημα πώς ξεκινάς να γράψεις ένα βιβλίο και πού θα σε οδηγήσει το γράψιμο. Το διακοπές χωρίς πτώμα είναι ένας ελεύθερος όσο και πλούσιος συνειρμός, ένας συνειρμός που χαλαρώνει τα δεσμά της παραδοσιακής αφήγησης και αποδεσμεύει από την υποχρέωση αιτιοκρατικής συνοχής τα πάντα: τον χρόνο , το χώρο κτλ. Είναι μια γραφή που σε προκαλεί να της αφεθείς. Η ιστορία του βιβλίου, αν υπάρχει, είναι πολύ ισχνή. Μια νεαρή γυναίκα, η Σάρα, πηγαίνει για θερινές διακοπές στο σπίτι μιας φίλης της και τελικά σκοτώνει το παιδί της. Η Μαρία Παπαδοπούλου έγραψε στην εφημερίδα «Νέα» το Σεπτέμβρη του 1980 όταν πρωτοκυκλοφόρησε το βιβλίο: Κείμενα σαν αυτό, της Έρσης Σωτηροπούλου, προχωρημένα σαν γραφή και δομή, ανοίγουν άβατες ως τώρα περιοχές και αρθρώνουν έναν πολυσήμαντο λόγο. Το βιβλίο της «Διακοπές χωρίς πτώμα» είναι μια εκρηκτική συνύπαρξη του έσω με τον έξω κόσμο με τη μορφή φανταστικών διαλόγων, όπου εισχωρούν θραύσματα μιας οδυνηρής πραγματικότητας. Ουσιαστικά αυτοί οι διάλογοι είναι η καταγραφή μιας ανείπωτης μοναξιάς του σύγχρονου ανθρώπου και της βαθύτατης απελπισίας του μπροστά στο ευτελές του ελληνικού κοινωνικού περιβάλλοντος. Πολυεπίπεδο και σπαρακτικό, το βιβλίο αυτό, αποτελεί μια ειλικρινή κραυγή διαμαρτυρίας που εκφράζει αποτελεσματικά την άρνηση για τα ανθρώπινα αδιέξοδα. Η ηρωίδα με μια τρέχουσα δηλητηριώδη γλώσσα καταγράφει τις μύχιες υποσυνείδητες και συνειδητές απωθήσεις προς τα περιβάλλοντα πρόσωπα και πράγματα. Αρνούμενη το γυναικείο προορισμό της, αποστρέφοντας το πρόσωπό από την ιερή μητρότητα, αναζητώντας την τρυφερότητα μιας φευγαλέας αγάπης που υπόσχεται, ίσως, ένα ευγενικό τυχαίο ανδρικό πρόσωπο, επιδίδεται σε γελοίες θανατηφόρες σεξουαλικές εμπειρίες ή σε μοναχικούς αυτοερωτισμούς, σκοτώνοντας σαδιστικά το αρχέτυπο της γυναικείας υπόστασης. Με μίσος προς την μητέρα που τη γέννησε, καταστρέφει οποιοδήποτε κανάλι επικοινωνίας μαζί της και με την ίδια αποστροφή αναζητεί και δολοφονεί το παιδί που ουσιαστικά είναι η ίδια, σαν μια πράξη εκδίκησης, σαν μια πράξη παιδοκτονίας όμοια μ' εκείνη της Μήδειας που αρνείται τη ζωή έτσι όπως έχει καταντήσει.    
          Το 1982 κυκλοφορούν δυο βιβλία της Έρσης Σωτηροπούλου. Το εορταστικό τριήμερο στα Γιάννενα και η Φάρσα. Ο τίτλος του αφηγήματος εορταστικό τριήμερο στα Γιάννενα στεγάζει μια ιστορία που εκτυλίσσεται το τριήμερο 27, 28, 29 Οκτωβρίου. Μια γυναίκα που πλένει πιάτα σ' ένα μικρό εστιατόριο στο δρόμο Αγρινίου Ιωαννίνων δέχεται την πρόταση ενός περαστικού άντρα, οδηγού κάποιου αυτοκινήτου για μια τριήμερη βόλτα στα Γιάννενα. Στο ξενοδοχείο που θα καταλύσουν αρχίζει ο εφιάλτης. Εκεί συμβαίνουν πλείστα αντιεορταστικά. Ο άντρας, θα αποποιηθεί την ερωτική προσφορά της γυναίκας, είναι κρυψίνους, κυκλοθυμικός, βίαιος, φιγούρα του σύγχρονου άγχους ενώ εκείνη είναι μια ακαταστάλαχτη ύπαρξη που δεν μπορεί να προσδιορίσει τι την ευχαριστεί και τι την τρομάζει. Θα βγει μια στιγμή έξω αλλά στην επιστροφή ο οδηγός την αρπάζει, την κλείνει στην τουαλέτα όπου ζει ή ονειρεύεται μια κόλαση, την τιμωρία της για την έξοδο στην πόλη. Όσα ζει τώρα είναι απροσδιόριστα και νεφελώδη. Είναι οδύνη μαζί κι αναμονή ηδονής… Τη δεύτερη μέρα, τη μέρα της γιορτής το πηχτό γκρίζο σάλιο που εκκρίνει κάποιο όργανό του, θα φυλακίσει τη γυναίκα σ' ένα στεγνό, χωμάτινο νάρθηκα. Την Τρίτη μέρα ο άντρας θα τραφεί με τις σάρκες της γυναίκας. Εδώ αναδύονται ο άντρας-τέρας και η γυναίκα -βορά. Ή λύκος κοκκινοσκουφίτσα. Και η συγγραφέας δίνει μόνο την εικόνα. Όσο για τη λύση; Ο Ηλίας Μαγκλίνης με την ευκαιρία της επανέκδοσης του έργου πριν από μερικά χρόνια γράφει: Το αόριστο αίσθημα απειλής που αιωρείται στην ατμόσφαιρα από τις πρώτες σελίδες του βιβλίου μετατρέπεται σ' ένα γκροτέσκο όργιο τρομακτικών μεταμορφώσεων, κανιβαλισμών, με αποκορύφωμα το εξωφρενικό φινάλε που επιβεβαιώνει την μαύρη κωμική φλέβα της συγγραφέως: σε προκαλεί να γελάσεις αλλά την ίδια στιγμή φοβάσαι να το κάνεις. Στήνοντας     μια γνήσια ζοφερή ατμόσφαιρα η Σωτηροπούλου αφήνει ελεύθερο τον αναγνώστη να συνομιλήσει με το κείμενο, που δεν φαίνεται να εκφράζει παρά μια εικόνα σφαγείου ή καλύτερα θηριοτροφείου, όπως είναι πολύ συχνά οι ερωτικές σχέσεις - όπου τα δυο θηρία δεν είναι άλλοι από τους εραστές: τον άντρα και τη γυναίκα.
          Ένα άλλο μεγάλο θέμα του βιβλίου είναι το ανθρώπινο σώμα. Υπάρχει άραγε τίποτα πιο δεδομένο και πιο πραγματικό από το σώμα μας; Κι όμως το κορμί δεν είναι ένας κλειστός κόσμος: μας παρέχει άπειρες δυνατότητες ηδονής και οδύνης, με άλλα λόγια στιγμές υπέρβασης από τον εαυτό μας (ηδονή) αλλά και καταβύθισης μέσα σ' αυτό. (οδύνη). Και στις δυο περιπτώσεις, κάθε αίσθηση πραγματικότητας αλλοιώνεται, γίνεται άλλοτε μεθυστικά φευγαλέα (ηδονή) κι άλλοτε αφόρητα συγκεκριμένη (οδύνη). Το εορταστικό τριήμερο που ιδεολογικά ισορροπεί ανάμεσα στο γκροτέσκο και τη λογοτεχνία του φαντασιακού έχει μια διαχρονικότητα. Τίποτα από όσα συμβαίνουν δεν μαρτυρούν ότι γράφτηκε πριν από μια εικοσαετία και τα μέτωπα στα οποία μας ταξιδεύει παραμένουν σε εμπόλεμη κατάσταση όλες τις εποχές.
          Η «Φάρσα», το δεύτερο βιβλίο που κυκλοφόρησε το 1982 απέσπασε κι αυτό ενθουσιώδη σχόλια από την κριτική.  Η «Φάρσα» είναι η ιστορία δυο κοριτσιών που έχουν αναμφισβήτητα προικιστεί με μια τάση για υπερβολές σε ό,τι αφορά το χιούμορ. Κλεισμένες στο δωμάτιο ενός διαμερίσματος, σκαρώνουν τηλεφωνικές φάρσες σε βάρος αθώων και αποβλακωμένων μικροαστών. Αυτό είναι το πρώτο επίπεδο του βιβλίου. Σιγά-σιγά όμως η φιλία των δυο κοριτσιών, η ίδια η ζωή τους, οι παιδικές τους αναμνήσεις φανερώνονται σαν ένα μέρος μιας τερατώδους και γενικευμένης φάρσας. Η απάτη προσδιορίζεται στο σύνολο του κοινωνικού χώρου, γίνεται στίγμα και εθνικό χαρακτηριστικό.
          Ο ποιητής Νάνος Βαλαωρίτης στο εισαγωγικό σημείωμα στη «Φάρσα» λέει μεταξύ άλλων: Το μεγαλοποιημένο αυτό διηνεκές τηλεφώνημα που διαρκεί όσο και η φαντασίωση του βιβλίου είναι μια συνεχής αναμέτρηση του εσωτερικού με τον εξωτερικό κόσμο. Η «Φάρσα» είναι το μανιφέστο της επαναστατημένης γυναίκας - επαναστατημένη στο μέτρο που ο άντρας είναι ακόμα ο απόλυτος άρχων, που κρατάει τα ηνία, αφού δεν έχει εκλείψει η βασιλεία του ούτε στους ουρανούς, ούτε επί της γης. Η ευρωπαία γυναίκα ζει ακόμα αυτή τη μεσαιωνική φαντασίωση της απόλυτης εξουσίας, μια εξουσία που συμβολίζεται από τον Φαλλό ως αντιπρόσωπο της δύναμης του αρσενικού στοιχείου. Η επαναστατική πράξη συνίσταται στην υπονόμευση αυτής της δύναμης με τη γελοιοποίησή της, την καταβαράθρωσή της με το γέλιο. Τουλάχιστον αυτό είναι το σύστημα της φάρσας που υποδηλώνει και ο τίτλος. Μ' ένα σμπάρο χτυπιούνται συλλογικά η σοβαροφάνεια, η αξιοπρέπεια, τα αξιώματα, η γραφειοκρατική νοοτροπία , ο στόμφος και άλλα παρόμοια στομφώδη και συν τοις άλλοις αυτή καθεαυτή η φυσιολογική ανδρικότητα που γίνεται το παίγνιο ενός τηλεφωνικού αγώνα που καταλήγει σε μια παροδική τηλεφωνική συνουσία στην οποία συμμετέχει σύσσωμο το έθνος με την ιστορία του, ηρωικά πραγματοποιημένη στο κενό.
          Ο Ευγένιος Αρανίτσης όταν παρουσίασε τη «Φάρσα» τον Ιούλιο του 82 στην Ελευθεροτυπία έγραφε: Λένε πως για να γραφτεί ένα μυθιστόρημα χρειάζεται πρώτα απ' όλα μια έμμονη ιδέα. Δεν έχει σημασία ποια θα είναι, αρκεί να υπάρχει κάποια. Κάθε καλό μυθιστόρημα καλλιεργεί την έμμονη ιδέα μέχρι να της δώσει λάμψη, νομιμότητα και εσωτερική συνοχή. Να, λοιπόν, το πιο θαυμάσιο που συμβαίνει στη «Φάρσα». Η έμμονη ιδέα εδώ είναι η γλώσσα, αφελής και ετοιμοθάνατη, όμως ικανή να στήνει πλεκτάνες, να ειρωνεύεται την μοναξιά και να παγιδεύει τις παραξενιές των ανθρώπων σ' ένα αδιάκοπο συνωμοτικό ψίθυρο . Σε τούτο το μυθιστόρημα η γλώσσα είναι από μόνη της ένα είδος φρίκης ή χαράς, μια και στις φάρσες, τουλάχιστον τις τηλεφωνικές, δεν έχει κανείς πάντοτε επιτυχία, όπως εξάλλου και στον έρωτα. Τίποτα μέσα στη φάρσα δεν μας δείχνει ότι η γλώσσα μπορεί να ασχολείται ακόμα και σήμερα με τη σωτηρία της ψυχής ή με την κατοχύρωση κάποιας αλήθειας που θα μας βοηθούσε να ζήσουμε καλύτερα. Επειδή συμβαίνει να είναι μια αληθινή συγγραφέας, η Έρση Σωτηροπούλου δέχεται απόλυτα αυτή τη πικρή άποψη, και εμείς θα ‘πρεπε να είμαστε ευγνώμονες που μας την υπενθυμίζει. Το ειδύλλιο της γλώσσας με τη λογική συγκρότηση και τη συνοχή των ιδεών έχει χαλάσει από καιρό και κάθε προικισμένος συγγραφέας αισθάνεται την ανάγκη να το επιβεβαιώσει. Όσο για το ίδιο το νόημα της φάρσας, δεν είναι και τόσο εύκολο να καθοριστεί. Τι είναι μια φάρσα; Ίσως είναι το να εξαπατάς κάποιον με μόνο στόχο το να απολαύσεις τις συνέπειες της κακής του τύχης. Τα δυο κορίτσια επιδίδονται μετά μανίας σ' αυτό το σπάνιο σπορ. Δεν είναι όμως εύκολο ν' αρνηθούν ότι και η ίδια η ζωή τους είναι ήδη μια φάρσα. Η Σωτηροπούλου περιγράφει μια σειρά φάρσες -  φάρσα όμως είναι το να περιγράφεις οτιδήποτε, μ' άλλα λόγια η ίδια η τέχνη του γραψίματος. Αυτή η ατέλειωτη αλυσίδα από φάρσες που η μια περιέχει έξυπνα την άλλη, επιτρέπει σ' αυτό το θαυμαστό βιβλίο να χαρίσει στον καθένα από μας ένα χαμόγελο δυσπιστίας. Δυσπιστίας απέναντι στις ευκαιρίες της ζωής και τις δυνατότητες της λογοτεχνίας. Απέναντι στους άντρες και τις γυναίκες. Απέναντι στην αδεξιότητα και τις τρελές τιμωρίες του έρωτα. Και τέλος απέναντι στην ίδια την έμπνευση που βρίσκεται στις καλύτερες στιγμές της μέσα σ' αυτές τις 267 σελίδες του βιβλίου.
          Το 1988 έχουμε μια εκτεταμένη νουβέλα «το Μεξικό». Όπως γράφει ο Ανδρέας Μπελεζίνης: πυρήνας του νέου βιβλίου της Σωτηροπούλου είναι η μυθοπλασία μιας πρωθύστερης φαντασιωτικής μητρότητας. Ο αφηγηματικός ιστός του βιβλίου είναι σχετικά απλός. Μια αναζήτηση χαμένου παιδιού (ή παραδείσου) από τη μητέρα του. Η μητέρα έχει χάσει το οκτάχρονο παιδί της και καθώς αποκοιμιέται σ' ένα τρένο, βιώνει αυτόν τον εφιάλτη διασχίζοντας την Καλλιφόρνια. Ο χώρος όπου τοποθετούνται τα φαντασιωτικά συμβάντα είναι η άκρη ενός πάρκου, ένα τούνελ, ο υπόνομος και η καθοδική πορεία προς το βάθος της αβύσσου που δεν έχει αναπαραστάσιμο βυθό. Κατά την κατάδυση το παιδί είναι ανεύρετο αλλά παρόν. Ο άντρας, εκτοπισμένος εξολοκλήρου εμφανίζεται προς το τέλος του πρώτου μέρους του βιβλίου και είναι αυτός που θα δώσει μιλιά στη γυναίκα που ψάχνει για το χαμένο της παιδί, θα την κεντρίσει ώστε να πει τη δική της φριχτή διήγηση.  Ακολουθεί το ταξίδι στο Μεξικό. Διαμονή σε μοτέλ, απειλή καταιγίδας και αναβολή του ταξιδιού, έρωτες, εξαθλίωση, διάλυση. Τι είναι αυτό που αναζητάει η αφηγήτρια; Είναι μόνο το χαμένο παιδί; Είναι ο παράδεισος; Ο Μπελεζίνης στο τέλος του κειμένου του με τη σειρά του αναρωτιέται μήπως είναι ο εν γαστρί λόγος, δηλαδή η γλώσσα ως εσωτερικό σύστημα που ενυπάρχει στη συνείδηση κάθε ομιλητή, σε αντιδιαστολή προς την ομιλία, η οποία αποτελεί την εφαρμογή του συστήματος αυτού από κάθε ομιλητή χωριστά,  ή όπως θα ήθελε η Τζούλια Κρίστεβα «η ομιλία ως σώμα ή το σώμα ως ομιλία»;
          Το 1992 κυκλοφορεί η «Χοιροκάμηλος», μια συλλογή από πέντε διαφορετικά μεταξύ τους διηγήματα. Το πρώτο με τίτλο «ο πόλεμος της Πάτρας» εισάγει τον αναγνώστη σε μια κατάσταση αβέβαιου πανικού ενώ συγχρόνως ερωτοτροπεί με το χώρο του φανταστικού. Το δεύτερο έχει τίτλο «Τρία βήματα για τον Νούντσιο» και γράφτηκε για τον κατάλογο της έκθεσης του ιταλού γλύπτη που έγινε στη Ρώμη. Είναι τρία πολύ μικρά κείμενα τα οποία περιγράφουν μια στιγμή ή μια ολόκληρη ζωή. Το τρίτο, «Το σαράκι του πρέσβη» είναι η μάταιη προσπάθεια ενός πρέσβη να συγγράψει ένα έπος με τίτλο «Οδύσσεια χωρίς Οδυσσέα» και του οποίου το αντικείμενο δεν θα μας αποκαλυφθεί παρά μόνο στις τελευταίες γραμμές, μέσω του δηλωτικού του υπότιτλου «Μια εκ βαθέων ανάλυση του διπλωματικού έπους». Η ιστορία αυτή εξαντλείται με την επίκληση του ήρωα προς τη μούσα. Η ιστορία χάρη στην οποία γίνεται η επίκληση στη μούσα υποχωρεί, για να παραχωρήσει τη θέση της σε μια άλλη ιστορία, αυτή της αναδρομικής πορείας προς το παρελθόν από όπου θα αποκαλυφθεί η παιδική τραυματική του εμπειρία. «Οι λευκές νύχτες στο Βατικανό» το τέταρτο διήγημα είναι ένας μονόλογος για τον έρωτα. Το αίτημα της ηρωίδας για πολλά φιλιά ενδυναμώνει την αίσθηση μιας διαχρονικής παρουσίας του αντικειμένου του έρωτα. Το πέμπτο που φέρει και τον τίτλο της  συλλογής, η χοιροκάμηλος είναι το φανταστικό ζώο από ζάχαρη που έφτιαχνε ένας νεαρός που αυτοκτόνησε και που αποτελεί τη σανίδα σωτηρίας μιας κοπέλας μετά από μια ταραγμένη επίσκεψη στο γιατρό της. Ο Ντίνος Σιώτης στο οπισθόφυλλο του βιβλίου γράφει: Η περιοχή μέσα στην οποία κινείται η Έρση Σωτηροπούλου σ' αυτή τη συλλογή διηγημάτων είναι η αστική ορμή μιας ζωής εξωθημένης προς την ανατροπή. Όπως όταν πέφτει η τάση του ηλεκτρικού και μια αγωνία μουδιάζει την ατμόσφαιρα, έτσι και τα διηγήματα της Χοιροκαμήλου αδειάζουν από πάνω μας τον ουρανό καθώς η τρυφερότητα συγχωνεύεται με τη σκληρότητα παγιδεύοντας ένα ρευστό κόσμο.
          Το 1998, ο Νίκος Ξυδάκης με την κυκλοφορία του δεύτερου βιβλίου με διηγήματα, του «Βασιλιά του φλίπερ» έγραψε: Όταν εμφανίστηκε η «Φάρσα» κανείς δεν είχε διαβάσει έως τότε τέτοια πρόζα από έλληνα συγγραφέα. Η Έρση Σωτηροπούλου εμφανίστηκε σαν μανιασμένος ιππέας της στέπας σε ανιαρό λιβάδι και άλλαξε τον τρόπο που εννοούμε τη ρεαλιστική πεζογραφία. Και εμφανίζεται πάλι με μια συλλογή διηγημάτων που λάμπει σαν σπάνιο πετράδι. «Ο Βασιλιάς του φλίπερ» περιλαμβάνει δεκαπέντε αφηγήματα που δεν μοιάζουν με κανένα. Το Γράψιμο της Σωτηροπούλου είναι σωματικό, αδρό, διαπεραστικό. Δεν κολακεύει, δεν παραμυθιάζεται, δεν χαϊδεύει. Πρόκειται για ένα γυμνό ρεαλισμό τραβηγμένο στα άκρα, για επίμονες ανασκαφές του κρυμμένου και του υποσυνείδητου, για έκθεση των ντροπιαστικών σκέψεων, για μεγέθυνση των ασήμαντων και των κοινότοπων, έτσι που γίνονται συγκλονιστικά. Οι μυθοπλασίες δεν έχουν τόση σημασία όσο η γυμνή γραφή και ακόμα περισσότερο το τριπ της αφήγησης, η περιφορά περί τον άξονά της, σαν χορός δερβίσηδων, έως ότου μεταδοθεί στον αναγνώστη η ναυτία μιας αχαλίνωτης αυτοέκθεσης, έως ότου ταυτιστεί με τον αφηγητή. Αναφερόμενη στο ίδιο βιβλίο η Κατερίνα Σχοινά σε ένα κείμενό της με τίτλο «Παρωδία του ασυνάρτητου ενήλικου κόσμου» καταλήγει: Ωστόσο μέσα σ' αυτό το ζοφερό κόσμο της Σωτηροπούλου πού και πού αστράφτει κάτι ζωντανό σαν χυμός δέντρου, σαν μια ανάμνηση ζωής σε ένα κόσμο μετά την πυρηνική έκρηξη. Μπορεί να είναι το χιούμορ μιας φιλικής συναναστροφής ή το δάγκωμα της ερωτικής επιθυμίας ή τέλος η συνείδηση της μοναξιάς. Κι αυτό κάνει το βιβλίο συγκλονιστικό, ένα καρφί σε ευαίσθητο νεύρο που δεν παύει να πονάει ακόμα κι όταν αφαιρεθεί. Όταν κλείσουν οι σελίδες και τα διηγήματα μείνουν να καταλαγιάσουν μέσα μας.
          Το 2000 μας χαρίζει το μυθιστόρημά της» Ζιγκ ζαγκ στις νερατζιές». Κεντρικό πρόσωπο του βιβλίου η Λία, πάσχει από μια μορφή καρκινώματος που την κατατρώει. Παλεύει με το σαράκι της που είναι ο ίδιος ο εαυτός της, η ζωή μέσα στην παράνοια της και τις εξωφρενικές αντιφάσεις της. Σαρκάζει και αυτοσαρκάζεται έχοντας πλήρη συνείδηση πως δεν θα αποτελέσει ξανά μέλος της λέσχης των υγιών που βιώνουν κάθε τους κίνηση σε να είναι εφτάψυχοι. Γύρω της περιστρέφονται διάφορα πρόσωπα: ο αδερφός της ο Σιντ, ο νοσηλευτής Σωτήρης, η ποθητή Τζούλια, η έφηβη Νίνα, ακόμα και μια μάινα που άλλοτε ως απειλητικό κοράκι κι άλλοτε ως παραδείσιο πουλί χλευάζει τα πάθη και τα βάσανα των θνητών. Με την ιστορία της Λίας η συγγραφέας υπενθυμίζει όχι μόνο σε μας αλλά και στους ήρωες του βιβλίου ότι ο πόνος, η αρρώστια, ο θάνατος μπορεί να γίνει ξαφνικά ένα θλιβερό δεδομένο στη ζωή οποιουδήποτε, ότι αφού περάσει κανείς τη διαχωριστική γραμμή μεταξύ των υγιών και των νοσούντων δεν υπάρχει παρά μια μόνο τρομακτική συνειδητοποίηση: το αυτονόητο, η ζωή η ίδια, μετατρέπεται σε ζητούμενο. Ο Δημήτρης Νόλλας στην Ελευθεροτυπία του Μαΐου του 2000 έγραψε: Σαν ζιζάνια πολλοί από τους ήρωες της Σωτηροπούλου εξωθούν τους άλλους χαρακτήρες των ιστοριών της αλλά και τους αναγνώστες της σε μια κούρσα αντοχής σ' αυτό το παιχνίδι της φαντασίας και των λέξεων. Παιχνίδι στο οποίο συμμετέχει κι εκείνη πρώτη-πρώτη, σαν συγγραφέας διευθυντής ορχήστρας, όχι μόνο μέσα στο βιβλίο αλλά κι έξω από αυτό. Η Σωτηροπούλου μετατρέπει τους ήρωές της σε αθύρματα μιας μαύρης κωμωδίας που είτε διαλύει κομμάτι-κομμάτι την προσωπικότητά τους, για να την παραδώσει στη ματαιότητα και τον αυτοχλευασμό, είτε την ανασύρει από τα σκοτεινά βάθη των ανασφαλειών και των αδιεξόδων, για να τους γεμίσει χαρά και ζωική ένταση. Βιβλίο κρυσταλλικής σύνθεσης είναι όχι μόνο μια αξιοσέβαστη ατομική προσπάθεια, αλλά και ένα από τα ωραιότερα κείμενα της ελληνικής πεζογραφίας κατά τη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας.
          Ακτινογραφία μιας γενιάς το «Δαμάζοντας το κτήνος», μυθιστόρημα, κυκλοφόρησε το 2003. Ο ήρωας, ο Άρης, πενηντάρης, σύμβουλος υπουργού και κομματικό στέλεχος του κυβερνώντος κόμματος, τέως αριστερός και με συμμετοχή στην αντίσταση κατά της δικτατορίας, ζει στο πολυτελές σπίτι του στα βόρεια προάστια με τη γυναίκα του και το νεαρό γιο του. Έχει την ερωμένη του για να πραγματώνει την εμμονή του με το σεξ. Η διαταραγμένη νοητικά μητέρα του διαμένει με την απαραίτητη οικιακή βοηθό. Ο γάμος του είναι νεκρός, η γυναίκα του αποξενώνεται από αυτόν και ο γιος του προσκολλάται σ' έναν περιθωριακό φίλο. Επιπλέον ο Άρης πιέζεται από κάποιο κομματικό στέλεχος για να προωθήσει μια επένδυση με το ανάλογο κέρδος. Ποιητής ο ίδιος ετοιμάζεται για μια εκδήλωση που ετοιμάζει γι αυτόν η ένωση συγγραφέων και αποφασίζει να γράψει ένα ποίημα και να το απαγγείλει σ' αυτήν. Ο Άρης αγωνίζεται να δαμάσει το κτήνος της έμπνευσης γράφοντας το ποίημα που θα του φέρει τον θρίαμβο. Όμως ο κόσμος του ανατρέπεται. Η ερωμένη του τον εγκαταλείπει, η γυναίκα του γνωρίζει τον σαρκικό έρωτα στην αγκαλιά του περιθωριακού φίλου του γιου του, η μητέρα του πεθαίνει μόνη, ο υπουργός του συμπράττει στη διαφθορά και το ποίημα του δεν είναι τελικά καλό. Όσο για το πού βρίσκεται το κτήνος του τίτλου αυτό επιδέχεται πολλές ερμηνείες, όπως είπε και η ίδια η συγγραφέας σε μια συνέτευξή της. Μπορεί να είναι ο απαγορευμένος μας εαυτός, το εγώ ταμπού, ή ακόμα να είναι και ο αγώνας με τις λέξεις. Η χρήση της γλώσσας και όλη η γραφή της παίζουν μεγάλο ρόλο για να αποτυπωθούν  οι πράξεις, οι ψυχικές μεταπτώσεις των ηρώων της.
……….Τελευταίο έργο της συγγραφέως η συλλογή διηγημάτων με τίτλο «Αχτίδα στο σκοτάδι», κυκλοφόρησε το καλοκαίρι του 2005 και περιέχει είκοσι δύο πεζογραφήματα μεγάλης αφηγηματικής ποικιλίας. Η συγγραφέας κατορθώνει να υποδυθεί με επιτυχία πολυάριθμους ρόλους: καταπιεσμένους γιους, αυθόρμητες μητέρες, κρυπτοεπιθετικούς συζύγους, αφοσιωμένους στο έργο τους καλλιτέχνες και ανάμεσα σ' αυτούς κάποιες εξωφρενικές φιγούρες. Η Ελισάβετ Κοτζιά μεταξύ άλλων έγραψε για τους ήρωες της Σωτηροπούλου: Εκεί που όλα φαίνονται τόσο χειροπιαστά και φιλικά, εκεί που απλώνουν το χέρι να αγγίξουν την ευτυχισμένη στιγμή, κάτι παρεμβάλλεται κι όλα κυλούν μέσα απ' τα δάχτυλά τους. Η επικοινωνία με το περιβάλλον και τους άλλους που τόσο ποθήσανε ακυρώνεται. Ή αναστέλλεται. Απομένουν έτσι αποσβολωμένοι, σε αμφιβολία, αμηχανία, απορία. Γιατί ενώ κρατούσαν τα κλειδιά της βασιλείας, τη στιγμή που ετοιμάζονται να τα χρησιμοποιήσουν, κάτι το απροσδιόριστο τα αχρηστεύει. Όλα παίζονται και χάνονται στο λεπτό. Είναι η στιγμή της παρεμβολής του αγνώστου, όταν όλα γίνονται δύσκολα, αξεδιάλυτα, ακατανόητα. Τη συνθήκη αυτή τα κείμενα της Σωτηροπούλου την υποβάλλουν, την εξυπονοούν και την αποτυπώνουν σκηνή - σκηνή. Όπως οι ήρωές της έτσι και η συγγραφέας μοιάζει να μη γνωρίζει εξ αρχής πού πρόκειται να οδηγήσει το κείμενό της. Γι αυτό και δεν το στηρίζει ποτέ σε μια καλοσχεδιασμένη πλοκή. Το γειώνει, αντιθέτως, πάνω στην ποιητική του απροσδόκητου: σε ένα ασυνήθιστο αντικείμενο, σε μια σκέψη, σε μια κουβέντα, σε μια απροσδιόριστη κίνηση, σε ένα τρέχον ή αναπάντεχο συμβάν, σε κάποια εικόνα - σε συστατικά δηλαδή που, λειτουργώντας καταλυτικά, αποκαλύπτουν. Όπως λόγου χάριν σε ένα μικρό πούπουλο στα μαλλιά της έφηβης κόρης και στη τρυφερή κίνηση της μάνας που το απομακρύνει. Στον άνευ νοήματος αναστεναγμό του σκύλου. Ή, ακόμα, σε μια μισοκατασκευασμένη σήραγγα που μοιάζει με ακρωτηριασμένο μπράτσο.  
                                             Γιάννης Θηβαίος


Για το ίδιο έργο, Αχτίδα στο σκοτάδι, ο Μπάμπης Δερμιτζάκης σε παρουσίασή του στο Λέξημα γράφει: «Τα διηγήματα της Σωτηροπούλου ανήκουν στην κατηγορία του «Ελάχιστου», του ελάχιστου της καθημερινότητας, για να χρησιμοποιήσω ένα προσφυή όρο του Γιώργου Καραμπελιά που τον θεωρώ ιδιαίτερα χρηστικό, σε αντιδιαστολή με την πεζογραφία του «Μέγιστου» της πατρίδας και των ηρωικών ουτοπιών. Μαζί με την Αγγέλα Καστρινάκη θα έλεγα ότι αποτελούν τις πιο χαρακτηριστικές εκπροσώπους του είδους, γιατί σ' αυτές η καθημερινότητα αναδεικνύεται σαν αυτόνομο θέμα, που δεν χρειάζεται το σασπένς μιας συναρπαστικής αφήγησης για να προβληθεί, όπως γίνεται στους περισσότερους συγγραφείς σήμερα.»
Για να διαβάσετε την παρουσίαση του βιβλίου που δημοσιεύτηκε στο Λέξημα πατήστε στον τίτλο του βιβλίου που ακολουθεί με μεγάλα γράμματα: ΑΧΤΙΔΑ ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ


Να ευχαριστήσω και πάλι τον Γιάννη Θηβαίο για την παραχώρηση του κειμένου του και όλη την λογοτεχνική ομάδα του Πολιτιστικού Κέντρου Δήμου Κορωπίου για την φιλοξενία και την απολαυστική βραδιά που μας χάρισαν.


            www.lexima.gr
               26/2/2006

Lexima.gr - Τα κείμενα αποτελούν απόψεις και θέσεις των συντακτών τους.