Λέξημα / Άρθρα / Θεατρικές παραστάσεις  2005-2006Ανώνυμος επισκέπτης
Άρθρα Νεότερο Παλαιότερο
'Αρθρο #535 | Αποστολή από marka13 |
   Παρ 23 Δεκ 2005 
Θεατρικές παραστάσεις  2005-2006
Παρουσίαση, κριτικός σχολιασμός & εντυπώσεις από έντεκα θεατρικές παραστάσεις που παίζονται στις θεατρικές σκηνές της Αθήνας την περίοδο 2005-2006
Με αφορμή τις γιορτές των Χριστουγέννων  και της Πρωτοχρονιάς, όπου διαθέτουμε ίσως λίγο παραπάνω ελέυθερο χρόνο για ψυχαγωγία, το Λέξημα σας παρουσιάζει έντεκα θεατρικές παραστάσεις που παίζονται στις θεατρικές σκηνές της Αθήνας την περίοδο 2005-2006 και σας προτείνει μερικές από αυτές:




Bella Venezia - Θέατρο της οδού Κυκλάδων

Παίζουν: Εύη Σαουλίδου, Λευτέρης Βογιατζής, Πέγκυ Σταθακοπούλου, Ξένια Καλογεροπούλου Σωτήρης Τσακομίδης, Λουκία Μιχαλοπούλου

Ένα έργο του Γιώργου Διαλεγμένου, σκηνοθετημένο από το Λευτέρη Βογιατζή, δεν μπορεί παρά να είναι τουλάχιστον ενδιαφέρον.

Η παράσταση είναι μια ιστορία που διαβάζει μια ηλικιωμένη γυναίκα και ζωντανεύει μπροστά της, ή μήπως η ίδια η ηλικιωμένη γυναίκα είναι η πρωταγωνίστρια, που διαβάζει τα νεανικά της ημερολόγια; Μένει αναπάντητο, όπως και πολλά άλλα στο έργο!

Πρόκειται για την ιστορία μιας νεαρής κοπέλας που ζει στην αρχή του περασμένου αιώνα και αρνείται να ακολουθήσει την πεπατημένη που συνεχώς της υποδεικνύουν η μητέρα και η θεία της. Ευφυής, αντισυμβατική, ιδιαίτερη, ευαίσθητη, ταλαντούχα, με προκλητική για την εποχή συμπεριφορά, βρίσκει κατανόηση και ενθάρρυνση από τον πατριό της. Τους ενώνει η αλληλοεκτίμηση ή ένας υποβόσκων ερωτισμός; Πραγματοποιούν την επιθυμία τους για ένα ταξίδι στην Κων/πολη, ή το βιώνουν ως απραγματοποίητο όνειρο-εφιάλτη; Και ποιο το τέλος της ιστορίας τούτης;

Μια παράσταση που δε δίνει συγκεκριμένες απαντήσεις και δεν πρόκειται να ξεχάσεις ποτέ. Η σκηνή του ταξιδιού στην Κωνσταντινούπολη σε μια ονειρική ατμόσφαιρα, είναι η κορυφαία στιγμή του έργου και δημιουργεί πολύ δυνατά συναισθήματα. Μιλάει κατευθείαν στο υποσυνείδητο και δημιουργεί απίστευτους συνειρμούς και σκέψεις, παρότι διαφοροποιείται σε κάποια σημεία από το βιβλίο. Γι' αυτή και μόνο τη σκηνή αξίζει να παρακολουθήσει κάποιος την παράσταση. Για να διαπιστώσει, πώς ο Βογιατζής έχει την ικανότητα να δημιουργεί μαγεία με τη σκηνοθεσία του και πώς ο Διαλεγμένος καταφέρνει να συνδιαλέγεται με το υποσυνείδητο των θεατών, μέσω συμβολισμών που παραμένουν αδιευκρίνιστοι και πολλαπλώς ερμηνευόμενοι από τον κάθε θεατή ως το τέλος. Κλειδί της παράστασης θεωρώ το μαύρο κόκορα -το Λειρίκο- που προορίζεται να γίνει κρασάτος με μακαρόνια.

Η Πέγκυ Σταθακοπούλου στο ρόλο της μητέρας είναι πάρα πολύ καλή, αλλά η Εύη Σαουλίδου στο ρόλο της κόρης, της όμορφης Βενετίας από την οποία πήρε το όνομα και το έργο, είναι η μεγάλη αποκάλυψη. Η εκπληκτική της ερμηνεία, είναι πέρα πάσης προσδοκίας. Ο Λευτέρης Βογιατζής δε με ικανοποίησε στο ρόλο του πατριού (μου φάνηκε λίγος για να προκαλέσει όλη αυτή την αναστάτωση), αλλά ίσως δε μπόρεσε να δουλέψει τόσο πολύ το δικό του ρόλο προκειμένου να δώσει μια υποδειγματική σκηνοθετικά παράσταση. Η Ξένια Καλογεροπούλου στο ρόλο της ηλικιωμένης που διαβάζει την ιστορία δεν ξεφεύγει ούτε δέκατο του δευτερολέπτου στις παρεμβάσεις της. Όσο για τα έργα του Διαλεγμένου δεν υπάρχουν και πολλά να πεις… Ή τα απορρίπτεις ή τα λατρεύεις…
Εγώ ανήκω στη δεύτερη κατηγορία.

(+-) Συν Πλην
+Η ερμηνεία της Σαουλίδου, η σκηνοθεσία, η σουρεάλ ονειρική σκηνή της Κωνσταντινούπολης, η ποιητικότητα που δίνει η λόγια γλώσσα και η προφορική καθαρεύουσα
-Τα αποκαλυπτήρια του σκηνικού από την Ξένια Καλογεροπούλου στην αρχή της παράστασης, κράτησαν παραπάνω απ' ότι χρειαζόταν.





Οι Δούλες - Θέατρο της οδού Κεφαλληνίας

Παίζουν: Μάγια Λυμπεροπούλου στο ρόλο της κυρίας και Ρένη Πιττακή με Μπέτυ Αρβανίτη στους ρόλους των υπηρετριών

Το γνωστό έργο του Ζαν Ζενέ βασίζεται σε μια πραγματική ιστορία, που συγκλόνισε τη γαλλική κοινωνία, όταν δύο αδελφές υπηρέτριες σκότωσαν την κυρία τους. Ο Ζενέ παίρνει αφορμή από το γεγονός αυτό και φτιάχνει ένα έργο σκληρό και ποιητικό, με διάφορες αιχμές και υπονοούμενα που είχε θεωρηθεί τόσο προκλητικό για το γαλλικό κοινό και τα δεδομένα της εποχής, ώστε η πρεμιέρα του να γίνει σε ένα ιδιωτικό κλαμπ στο Λονδίνο.

Ο Ζενέ θεωρείται ηγετική μορφή στο θέατρο του αφηρημένου και του ανοιχτού αυτοσχεδιασμού και οι ήρωες του είναι συνήθως μοναχικοί, βυθισμένοι στην απόγνωση και παγιδευμένοι σε αυτοκαταστροφικούς κύκλους, ενώ η εικόνα τους παραμορφώνεται σταδιακά, σαν σε παιχνίδι με καθρέφτες. Έτσι οι δυο δούλες βυθισμένες σε ένα τελετουργικό που οι ίδιες έστησαν, θα αλλάζουν ρόλους μεταξύ τους και θα υποδύονται την κυρία τους, προσχεδιάζοντας το έγκλημα, ωσότου βρεθούν παγιδευμένες στις μεταμορφώσεις τους. Εσείς θα προσπαθήσετε να «ανιχνεύσετε» τα κίνητρα τους και τα συναισθήματα που τρέφουν για τον εαυτό τους και την κυρία τους, ενώ θα αναρωτιέστε αν τελικά θα πετύχουν το σκοπό τους.

Τα σκηνικά ανύπαρκτα και όμως ο μάγος της σκηνοθεσίας Λευτέρης Βογιατζής καταφέρνει να μας συνεπάρει από τα πρώτα δευτερόλεπτα της παράστασης με τη Ρένη Πιττακή -που είναι και αδυναμία μου- να εμφανίζεται πρώτη και να δίνει ρεσιτάλ ηθοποιίας υποδυόμενη ως δούλα, την κυρία της. Εκπληκτική σκηνή...ειδικά στο σημείο που ξεκινά η μουσική και στο σημείο με τον καθρέφτη...

Αξίζουν συγχαρητήρια και στις τρεις ηθοποιούς όχι μόνο για τις καλές τους ερμηνείες, αλλά και για το θάρρος τους να τσαλακώσουν την εικόνα τους. Διότι θέλει θάρρος και αυτοπεποίθηση να έχεις κάποια ηλικία και να βγαίνεις στο κοινό, είτε εντελώς αμακιγιάριστη και αχτένιστη, όπως η Μπέττυ Αρβανίτη και η Ρένη Πιττακή, είτε με τόσα φτιασίδια και τουπέ, ώστε να γίνεσαι καρικατούρα του εαυτού σου, όπως η Μάγια Λυμπεροπούλου.

Μια παράσταση που θα μείνει στην ιστορία για την συνεργασία τριών κορυφαίων ηθοποιών, και ενός μεγάλου σκηνοθέτη. Διατηρείστε μια επιφύλαξη, αν δε σας αρέσουν τα κείμενα του Ζενέ, που έχουν μια κάποια απροσδιοριστία και έχετε πρόβλημα με την απουσία σκηνικών.

(+-) Συν Πλην
+Σκηνοθεσία, ερμηνείες
- Η σκαλωσιά πίσω από τη σκηνή προκειμένου να πουληθούν μερικά εισιτήρια παραπάνω





Ο πουπουλένιος - Θέατρο Αμόρε (εξώστης)

Παίζουν: Κώστας Βασαρδάνης, Κώστας Μπερικόπουλος, Κωστής Καλλιβρετάκης, Αργύρης Ξάφης και Φαίδρα Χατζηκωνσταντή

Ο πουπουλένιος είναι ένα ακόμα έργο από αυτά που μας έχει συνηθίσει να ανεβάζει το Αμόρε στον εξώστη του. Μοντέρνο, σκληρό και αστείο μαζί δημιουργεί την αίσθηση ότι περνάς ένα ευχάριστο βράδυ, ακούγοντας παραμύθια και βλέποντας ένα όχι και πολύ βαθυστόχαστο έργο, ενώ σε ανύποπτο χρόνο τρως χτυπήματα κάτω από τη μέση που δεν αντιλαμβάνεσαι αμέσως. Είναι ένα έργο που δρα υπογείως και ύπουλα στον ψυχισμό του θεατή και μόνο αργότερα, όταν διαπιστώσεις ότι σου είναι αδύνατον να ξεχάσεις το παραμύθι του πουπουλένιου, αντιλαμβάνεσαι ότι αυτή η παράσταση δεν ήταν μια συνηθισμένη θεατρική παράσταση. Κάτι διαφορετικό συνέβη σ' αυτή και κατά τη γνώμη μου, αυτό οφείλεται σε όλους τους συντελεστές της. Στη φαντασία του νεαρού συγγραφέα Μάρτιν Μακ Ντόνα, που τραβάει το θέμα στα άκρα, στη σκηνοθεσία της Βίκυς Γεωργιάδου και στους φωτισμούς της Μελίνας Μάσχα, που καταφέρνουν με πολύ απλά υλικά να αποδώσουν την ατμόσφαιρα-ιδιαίτερα κατά το flashback του πρωταγωνιστή, αλλά και την τελευταία ονειρική σκηνή-, σε εμάς τους θεατές, που αρεσκόμαστε να ακούμε ιστορίες, αλλά κυρίως στην ερμηνεία των ηθοποιών, που δίνουν τον καλύτερο εαυτό τους, με εξαιρετικό τον Αργύρη Ξάφη στο ρόλο του καθυστερημένου αδελφού του συγγραφέα, αλλά και τους υπόλοιπους: Κώστα Βασαρδάνη, Κώστα Μπερικόπουλο και Κωστή Καλλιβρετάκη. Πολλά υποσχόμενη φαίνεται επίσης να είναι η πρωτοεμφανιζόμενη Φαίδρα Χατζηκωνσταντή, αν την έκρινα σωστά στο πράσινο δίλεπτο που εμφανίστηκε.

Η ιστορία διαδραματίζεται σε κάποιο κελί αστυνομικού τμήματος όπου έχει συλληφθεί και ανακρίνεται, για αγνώστους αρχικά λόγους, από δύο αστυνομικούς, ένας συγγραφέας κάπως ζοφερών παραμυθιών. Έτσι κατά την ανάκριση μαθαίνουμε μερικές από τις ιστορίες που έχει γράψει, αλλά και τις λεπτομέρειες της προσωπικής ζωής του ιδίου, αλλά και του μειωμένης αντίληψης αδελφού του.

Ο πουπουλένιος είναι ένα μοντέρνο έργο (γράφτηκε το 2003), και δημιουργήθηκε από τη συρραφή ιστοριών, που στο παρελθόν είχε γράψει ο ίδιος ο Martin Mc Donagh, σε μια καινούργια ιστορία. Στο έργο βρίσκουμε οκτώ απ΄ αυτές. Λόγω της προκλητικότητας των ιστοριών, ο πουπουλένιος (the pillowman) έχει ήδη δημιουργήσει αίσθηση στο εξωτερικό και έχει μεταφραστεί σε αρκετές γλώσσες, κάνοντας γνωστό τον νεαρό συγγραφέα του. Στην ερώτηση του πόσο καλό είναι το έργο οι απόψεις είναι, είτε καταπληκτικό, είτε απαράδεκτο. Δεν υπάρχει μέση οδός.

Είναι άραγε ένα έργο που ένας συγγραφέας λέει μόνο μερικές ιστορίες, ιστορίες που είναι απλώς ιστορίες, πραγματικότητα που δημιουργεί ιστορίες, ιστορίες που γίνονται πραγματικότητα; Καταπίεση, βία, θάνατος είναι οι σκέψεις που έγιναν κίνητρο για να γράψει ο συγγραφέας αυτό το έργο, ή μήπως καθαρά εγωιστικοί λόγοι τον οδήγησαν να το γράψει, για να μη χαθούν οι ιστορίες του;;; Αυτά τα ερωτήματα προκύπτουν και απαντιούνται υποκειμενικά, από όσους δουν το έργο, ή διαβάσουν το βιβλίο...

Μια παράσταση αξιολογότατη φτιαγμένη από παραμύθια και ερμηνείες ηθοποιών. Εμένα με καθήλωσε για δύο ώρες, με ενθουσίασε και το θεωρώ εξαιρετική πρόταση. Διατηρήστε όμως μια επιφύλαξη αν προτιμάτε κλασσικά κείμενα, πλούσια σκηνικά και κοστούμια, άνετα καθίσματα, μεγάλες σκηνές κλπ. Επίσης μην πάτε, αν δε σας αρέσουν τα παραμύθια!!!

(+-) Συν Πλην
+Ο Αργύρης Ξάφης, η σκηνοθεσία, η δομή του έργου, το παραμύθι του πουπουλένιου
-Η στενότητα του χώρου





Αμφυτρίων - Θέατρο Αμόρε (κεντρική σκηνή)

Παίζουν:Κοσμάς Φοντούκης, Μαρία Σκουλά, Νίκος Καραθάνος, Άννα Μάσχα, Γιάννης Νταλιάνης, Θανάσης Δήμου κ.α.

Ο Αμφιτρύων του Χάινριχ Φον Κλάιστ, είναι ένα έργο που ξεκίνησε το 1805 ως μετάφραση του <<Αμφιτρύωνα>> του Μολιέρου από τον Κλάιστ και στην προμετωπίδα του γράφει Κωμωδία κατά τον Μολιέρο. Άρα ο Κλάιστ αφενός το εντάσσει σε συγκεκριμένο θεατρικό είδος και αφετέρου επιζητεί και τη σύγκρισή του με το έργο του Μολιέρου.

Βασίζεται και αυτό στον κλασσικό μύθο του Αμφιτρύωνα που <<χάνει>> τη γυναίκα του Αλκμήνη από τον <<ερωτευμένο>> Ζευ, ο οποίος παίρνει τη μορφή του Αμφιτρύωνα, προκειμένου να ξεγελάσει την Αλκμήνη, να την κάνει <<δική του>> και να γεννηθεί ο ημίθεος Ηρακλής από αυτή τη συνεύρεση...

Το έργο παρουσιάζεται στην κεντρική σκηνή του Αμόρε με εντελώς μινιμαλιστικό τρόπο και επικεντρώνεται, όχι τόσο στον απατημένο σύζυγο-κερατά (θέμα στο οποίο αρέσκεται ο Μολιέρος), όσο στα θεολογικού και φιλοσοφικού περιεχομένου ερωτήματα που προκύπτουν σχετικά με την ύπαρξη. Ταυτόχρονα δίδονται οι σχέσεις εξουσίας μεταξύ υπηρέτη και αφέντη, ανδρός και γυναικός, καθώς και το μέτρο της αξιοπιστίας, του συμφέροντος, της αλήθειας και του ψεύδους.

Όλοι οι ηθοποιοί δίνουν καλές ερμηνείες, αλλά ξεχωρίζω τον Κοσμά Φοντούκη, που για ακόμα μια φορά δίνει ρεσιτάλ, στον αβανταδόρικο ρόλο του Σωσία (υπηρέτη του Αμφιτρύωνα) και την Άννα Μάσχα στο ρόλο της Χάριτος (συζύγου του Σωσία), που αβίαστα προκαλούν το γέλιο των θεατών. όποτε χρειάζεται. Από την άλλη πλευρά, ο Νίκος Καραθάνος στο ρόλο του Αμφιτρύωνα προσπαθώντας να γίνει αστείος, μερικές φορές πλησιάζει την υπερβολή σε τέτοιο σημείο, ώστε να γίνεται σχεδόν γκροτέσκο. Ευτυχώς που καταφέρνει μια στιγμή πριν γίνει, να επανέρχεται και να σώζει την κατάσταση. Είναι αυτά τα σημεία, που ενδεχομένως ο σκηνοθέτης Νίκος Χατζόπουλος, θέλει να βγάλει γέλιο και να διασκεδάσει τους θεατές. Πράγμα που τελικά καταφέρνει, αλλά με πιο άγαρμπο τρόπο από αυτόν που μας έχει συνηθίσει το Αμόρε... Η Μαρία Σκουλά είναι απολύτως ικανοποιητική στο ρόλο της Αλκμήνης, συγκρατημένη, αξιοπρεπής και ενίοτε συντετριμμένη, όπως ακριβώς αρμόζει στο ρόλο της. Ο Γιάννης Νταλιάνης δίνει έναν ερωτευμένο, ευγενή ενίοτε και ζηλιάρη, ανασφαλή Ζευ με αδυναμίες, όχι τόσο καταφερτζή, εγωιστή και εξουσιαστή όσο περίμενα. Ο Θανάσης Δήμου ως Ερμής κάπου δε μου πήγε καλά. Και επειδή η αδυναμία άρθρωσης που έχει, δε με έχει ενοχλήσει άλλες φορές, εντοπίζω τη δυσφορία μου, μάλλον στο κείμενο του Κλάιστ, που εμφανίζει τον Ερμή ως <<φουσκωτό>> bodyguard υπηρέτη του Ζευ και του στερεί κατά μεγάλο μέρος τη θεϊκή του υπόσταση. Όσο για τους μικρούς ρόλους των στρατιωτικών Φωτίδα και Αργατιφοντίδα, ερμηνεύθηκαν ικανοποιητικά από τους Δημήτη Κουτρουβιδέα και Δημοσθένη Ελευθεριάδη.

Η παράσταση του Αμφιτρύωνα δε με ξετρέλανε, αλλά οπωσδήποτε είναι άνω του μετρίου, έστω και με τα ελάχιστα μέσα που διατέθηκαν σε σκηνικά και κοστούμια. Βλέπετε το Αμόρε φέτος, στο δέκατο πέμπτο χρόνο λειτουργίας του, αποφάσισε να βγάλει εκτός ό,τι περιττό, κρατώντας μόνο τα απολύτως απαραίτητα, όπως έγραψε και στο ετήσιο πρόγραμμά του.

(+-) Συν Πλην
+Ο Κοσμάς Φοντούκης, το ενδυματολογικό χρωματικό τρικ των ειδώλων
-Η έλλειψη σκηνικού σε τόσο μεγάλο χώρο





The man who * Αυτός που νόμιζε - Θέατρο Πορεία

Παίζουν: Μανώλης Μαυροματάκης, Βασίλης Καραμπούλας, Γρηγόρης Γαλάτης, Δημήτρης Τάρλοου, Δημοσθένης Παπαδόπουλος.

Το έργο που παρουσιάζεται φέτος στο θέατρο Πορεία, δε θα έλεγα ότι είναι θεατρική παράσταση. Ο πιο ολοκληρωμένος ορισμός που μπορώ να δώσω είναι: Θεατρικά σκετς για τα συμπτώματα ανθρώπων με ψυχικές διαταραχές.

Πέντε ηθοποιοί εναλλάσσονται στους ρόλους γιατρών-ασθενών μεταφέροντας τα συμπτώματα και τις βιωματικές καταστάσεις των ασθενών που πάσχουν από αμνησία, αγνωσία, αυτισμό, αφασία, επιληψία, απώλεια ιδιοδεκτικής αισθητικότητας, σύνδρομο tourette κ.α. στα δεκαεπτά σκετς που παρουσιάζονται.

Παρότι η θεματολογία της παράστασης είναι ειδικού ενδιαφέροντος, δε με κούρασε και αυτό οφείλεται μάλλον στην εξαιρετική σκηνοθεσία της Renate Jett, στους εμπνευσμένους φωτισμούς της Μελίνας Μάσχα, στα video του Γιάννη Γαϊτανίδη και τη σύνθεση ήχων του Δημήτρη Ιατρόπουλου, που ορισμένες φορές, ανάγκαζαν τους θεατές να έχουν σχεδόν βιωματική αντίληψη των διαφόρων νόσων.

Οι ερμηνείες των ηθοποιών πάρα πολύ καλές, έδιναν το στίγμα της κάθε ασθένειας πολύ παραστατικά, καθώς η μετάφραση του Δημήτρη Τάρλοου, έγινε πάνω στη θεατρική μεταφορά του κειμένου του Peter Brooks και Marie Helene Estienne, που ανέβασαν το έργο πρώτη φορά το 1994 βασισμένοι στο βιβλίο του νευρολόγου Oliver Sacks <<Ο άνθρωπος που μπέρδεψε τη γυναίκα του με ένα καπέλο και άλλες κλινικές ιστορίες>>.

Η παράσταση αυτή δεν είναι κακή (κάθε άλλο), αλλά είναι ειδικού ενδιαφέροντος. Αν δεν έχετε ειδικό ενδιαφέρον, είτε για το θέατρο, είτε για τις ψυχικές νόσους, είναι πολύ πιθανό να θεωρήσετε πως χάσατε το χρόνο σας. Αν και θα έχετε κερδίσει λίγο παραπάνω ευαισθητοποίηση προς τους ανθρώπους που πάσχουν από ψυχικές νόσους. Πράγμα που δεν είναι καθόλου λίγο αν το αναλογιστεί κανείς...

(+-) Συν Πλην
+Η σκηνοθεσία σε συνδυασμό με τους φωτισμούς, τους ήχους, τα video
-Το ειδικού ενδιαφέροντος θέμα





Ο Γυάλινος κόσμος - Θέατρο Μεταξουργείο

Παίζουν:Άννα Βαγενά, Γιασεμί Κηλαηδόνη, Αλμπέρτο Φάις, Γιώργος Χρυσοστόμου

Ο Γυάλινος κόσμος είναι το έργο που έκανε γνωστό τον Τενεσί Ουίλιαμς, ύστερα από πολλές αποτυχίες και το πρώτο με το οποίο έκανε θεατρική επιτυχία το 1945. Πρόκειται για ένα οικογενειακό δράμα συναισθηματικά αυθεντικό, με πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία και πρόσωπα, που θα στοιχειώσουν και τα υπόλοιπα έργα του συγγραφέα αργότερα.

Είναι ένα έργο μνήμης-αναπόλησης, όπως μας λέει εξ' αρχής ο αφηγητής και εκτυλίσσεται στην Αμερική του 1930, με τις κοινωνικές προεκτάσεις που αυτό συνεπάγεται.
Τα πρόσωπα του έργου είναι: ο ίδιος ο συγγραφέας που είναι ταυτόχρονα και αφηγητής του έργου, η μητέρα του, η αδελφή του και ένας υποψήφιος μνηστήρας. Καταλυτική όμως, είναι και η παρουσία ενός πορτρέτου για να υπογραμμίζει την απουσία του πατέρα, που έχει εγκαταλείψει την οικογένεια του.

Η μητέρα (Αμάντα) που είναι ένας ρόλος που πρέπει να ισορροπήσει ανάμεσα στην παράνοια και τον ρεαλισμό, την τρυφερότητα και τον αυταρχισμό, το πολυθρύλητο παρελθόν και το ζοφερό παρόν, παίρνει μορφή από την Άννα Βαγενά που καταφέρνει να ισορροπεί και να αποδίδει με μαεστρία, όλες τις αποχρώσεις του ρόλου.

Η αδελφή (Λόρα), έχει μια ελαφρά αναπηρία που την κάνει εξαιρετικά συνεσταλμένη, εσωστρεφή και δειλή. Σχεδόν έχει αποκόψει τους δεσμούς με τον εξωτερικό περίγυρο και προτιμά να ζει απομονωμένη, με μόνη συντροφιά, τη συλλογή της από γυάλινα ζωάκια και τη μουσική. Η σχετικά νέα ηθοποιός Γιασεμί Κηλαηδόνη, αποδίδει το ρόλο της με ευαισθησία, σιωπηλό πόνο και υπακοή στη μοίρα, αποκαλύπτοντας ταλέντο για λαμπρή θεατρική πορεία στο μέλλον.

Ο αδελφός (Τομ) που έχει -όχι τυχαία- το ίδιο όνομα με το συγγραφέα, εργάζεται σε μια αποθήκη παπουτσιών για να συντηρήσει την οικογένεια, καταπιέζοντας την ποιητική, αλλά και τυχοδιωκτική φύση που κρύβει μέσα του. Ο Αλμπέρτο Φάις που ερμηνεύει τον Τομ, αποδίδει έναν νευρικό, καταπιεσμένο από τη μητέρα του και τις συνθήκες Τομ, που όσο προσπαθεί να μη φανεί άσπλαχνος, τόσο περισσότερο εγκλωβίζεται.

Ο ρόλος του υποψηφίου μνηστήρα (Τζιμ), ως γοητευτικού και πολλά υποσχόμενου νεαρού στο σχολείο, που όμως μετά από έξι χρόνια δεν έχει ανταποκριθεί στις προσδοκίες, ερμηνεύεται με πολλή υπερβολή, (κραυγαλέα θα έλεγα), σε σχέση με την «αθόρυβη» Λόρα, από το Γιώργο Χρυσοστόμου, που δίνει έναν Τζιμ πιστό στο αμερικάνικο όνειρο, παρά την παροδική του αποτυχία.

Το κλειστοφοβικό σκηνικό και οι καίριες μουσικές υπογραμμίσεις είναι του Λουκιανού Κηλαηδόνη, ενώ η σκηνοθεσία είναι του Nebojsa Bradic, διευθυντή του δραματικού θεάτρου του Βελιγραδίου.

Εν κατακλείδι, ο γυάλινος κόσμος (the glass menagerie), είναι ένα κλασσικό πια έργο από τον Αμερικανό Τσέχωφ Tennessee Williams, που αξίζει να δείτε, όχι μόνο για την υπόθεση του, που είναι λίγο πολύ γνωστή, αλλά και για την επιτυχημένη -ψυχογραφικά- απόδοση των χαρακτήρων. Μια έντιμη παράσταση κλασσικού έργου, από τις καλύτερες που έχω παρακολουθήσει φέτος.

(+-) Συν Πλην
+Η Γιασεμί Κηλαηδόνη, η ψυχογραφική απόδοση των χαρακτήρων
-Η κραυγαλέα ερμηνεία του Τζιμ





Όνειρο - Από μηχανής θέατρο (Πειραματική σκηνή Εθνικού θεάτρου)

Παίζουν:Πυροκάκος Νίκος, Παπανικολάου Δημήτρης, Στυλιανού Ναταλία, Γράψας Στάθης, Τρουπάκης Άρης, Ανδρέου Βασίλης, Καρδώνης Νίκος, Πανούριος Στρατής, Κούρτη Δέσποινα, Θεοφάνους Σοφιάννα, Σαββίδου Μαρία, Μενούτη Κανελλίνα, Παπαθεοδώρου Νάντια, Ήμελλος Δημήτρης, Τσινάρη Σοφία

Η ταλαντούχα ομάδα της πειραματικής σκηνής του Εθνικού θεάτρου, λόγω της ανακαίνισης που γίνεται στο ιστορικό κτήριο του Eθνικού, μετακόμισε από τα υπόγεια και βρήκε στέγη στο «Από μηχανής θέατρο» στο Μεταξουργείο, όπου κάτω από τη σκηνοθετική καθοδήγηση του Στάθη Λιβαθινού, καταφέρνει να ανεβάσει (επιτυχώς κατά τη γνώμη μου), ένα από τα πιο δύσκολα έργα του παγκόσμιου ρεπερτορίου.

Το «όνειρο» του Αυγούστου Στρίντμπεργκ, που είναι βαθύτατα επηρεασμένος από το Βουδισμό εκείνη την εποχή, χαρακτηρίζεται ως ονειρόδραμα και παρουσιάζει τη ζωή και τα βάσανά του κόσμου, μέσα από τα μάτια μιας ινδικής θεότητας που κατεβαίνει να δει και να βιώσει τη ζωή των ανθρώπων από κοντά.
Ο συγγραφέας, αφήνει τη φαντασία του να οργιάσει και γράφει ένα έργο, βασισμένο μάλλον σε δικές του εμπειρίες, αναμνήσεις, προβληματισμούς, αλλά με την εντελώς χαλαρή, ανακόλουθη και παράλογα λογική μορφή, που έχει ένα όνειρο. Τα πρόσωπα του έργου πολλαπλασιάζονται, εξαφανίζονται, αλλάζουν μορφή και ξαναεμφανίζονται, αλλά όπως αυτός που ονειρεύεται δεν παραξενεύεται από τον παραλογισμού του ονείρου και τις ανακολουθίες του, έτσι και ο θεατής αυτής της παράστασης πρέπει να γνωρίζει εξ' αρχής ότι πάει να δει ένα όνειρο, μια σουρεαλιστική πυκνότατη σε νοήματα και εικόνες παράσταση, χωρίς όμως λογική αλληλουχία.
Αυτή εξ' άλλου είναι και η μεγάλη καινοτομία του έργου, αν σκεφτεί κανείς ότι στα τέλη του 18ου αιώνα που γράφτηκε, επικρατούσε πολύ συγκεκριμένη και στερεή δραματική δομή στα θεατρικά δρώμενα χωρίς διαφοροποιήσεις. Ο Στρίντμπεργκ στο έργο του, τόλμησε την ανατροπή του κατεστημένου και ανατίναξε τη λογική, με αποτέλεσμα να γίνει ο πρόδρομος του θεάτρου του παραλόγου και της ελευθερίας του θεάτρου του καιρού μας.

Οι περισσότεροι ηθοποιοί, έχουν πάνω από έναν ρόλο στους οποίους εναλλάσσονται στο πολυπρόσωπο σουρεάλ αυτό έργο και οι φωτισμοί του Φίλιππου Κουτσαφτή, μαζί με την έξυπνη σκηνοθεσία του Στάθη Λιβαθινού, απογειώνουν την παράσταση σε πραγματικό όνειρο και πανδαισία χρωμάτων με δεδομένο το λιτό (αλλά καθ' όλα λειτουργικό) σκηνικό του Αλέκου Λεβίδη. Οι ηθοποιοί είναι όλοι καλοί και σε αυτούς κυρίως οφείλεται το καλό αποτέλεσμα, αλλά δεν μπορώ να μην ξεχωρίσω το Δημήτρη Ήμελλο και να μην αναγνωρίσω πως ο Νίκος Καρδώνης είναι γεννημένος θεατρίνος με εντυπωσιακές ερμηνείες σε όλους τους ρόλους που έχει. Εντύπωση επίσης μου έκαναν οι ερμηνείες του Βασίλη Ανδρέου και του Δημήτρη Παπανικολάου.

Μια εκπληκτική παράσταση πειραματικού θεάτρου, με άριστη θεατρική παρουσίαση των εικόνων και των νοημάτων του δύσκολου αυτού έργου, που θα ευχαριστηθούν οι λάτρεις του σουρεάλ, του μοντέρνου, του πειραματικού. Παράσταση για θεατρόφιλους μυημένους στο πειραματικό θέατρο, χωρίς να αποκλείω όμως να αρέσει και σε άλλους. Προϋπόθεση για να το απολαύσεις όμως, είναι να ξέρεις εκ των προτέρων πως θα παρακολουθήσεις ένα όνειρο με ό,τι παραλογία αυτό συνεπάγεται!

(+-) Συν Πλην
+Οι πολλές εικόνες, η σκηνοθεσία, ο Νίκος Καρδώνης
-Η έλλειψη διαλείμματος σε συνδυασμό με την ακατάπαυστη ροή εικόνων, κουράζουν πολύ, προς το τέλος





Ένας αριθμός - Θέατρο Εμπρός

Η συγγραφέας του έργου είναι η Κάριλ Τσέρτσιλ, γεννημένη το 1938 στο Λονδίνο, θεατρική συγγραφέας που είναι και πολυγραφότατη και πολυβραβευμένη. Όμως, παρόλα τα βραβεία της και τις καλές κριτικές που παίρνουν τα έργα της για το βάθος τους και την κριτική τους ματιά πάνω σε καυτά κοινωνικά θέματα, η προσωπική μου άποψη είναι μάλλον αρνητική. Στα δύο έργα που έχω παρακολουθήσει στις ελληνικές σκηνές («Πολύ μακριά» και «Ένας αριθμός»), δεν έχω βρει κάτι περισσότερο από το αυτονόητο στα κείμενά της, ούτε αυτό έχει διατυπωθεί με κάποιον, έστω περίεργο δραματουργικό τρόπο, ώστε να το θεωρήσω σημαντικό. Χώρια που και η μυθοπλασία χωλαίνει, αλλά και η συνοχή είναι ανύπαρκτη.

Το Ένας αριθμός πραγματεύεται θέματα σχετικά με την κλωνοποίηση και την ταυτότητα του ανθρώπου, μέσα από την ιστορία ενός πατέρα (Τάσος Μπαντής) και του κλωνοποιημένου γιου του (Θανάσης Σαράντος). Αν αφήσω κατά μέρος το μάλλον πρωτόλειο και κακομεταφρασμένο κείμενο με τους απολύτως προβλέψιμους προβληματισμούς του, η αίσθηση του ανικανοποίητου θεατή, που μου άφησε το έργο, αυξάνεται και από τη σκηνοθεσία (Τάσος Μπαντής) και από τα σκηνικά (Ελένη Μανωλοπούλου) και από τις ερμηνείες. Το μόνο που διασώζεται είναι οι υποβλητικοί φωτισμοί του Ηλία Κωνσταντακόπουλου.
Το λιτό σκηνικό ήταν αναμενόμενο μια και το βάρος δίδεται στο κείμενο, αλλά το inox τραπέζι με καρέκλα και σκαμνί για χώρο κατοικίας, δε νομίζω πως έδιναν στο έργο κάτι περισσότερο από «άποψη» . Τη σκηνοθεσία τη βρήκα επίσης φτωχή, αλλά «με άποψη», εκτός κι αν το γδύσιμο και το ντύσιμο ενός άντρα επί σκηνής χωρίς απολύτως κανένα λόγο και χωρίς κάποια εξήγηση, φανερώνει απλώς πως δεν αντιλαμβάνομαι την υψηλή τέχνη. Όσον αφορά τις ερμηνείες, παρότι σέβομαι την πορεία του Τάσου Μπαντή, θεωρώ ότι δεν ήταν καθόλου καλός στο ρόλο του. Δεν έδινε καθόλου την εικόνα του ανθρώπου, που στα νιάτα του έκανε καταχρήσεις και στη συνέχεια μπήκε στον ίσιο δρόμο. Οι συνεχείς μούτες του ήταν μάλλον βαρετές και αστείες, παρά έδιναν τον δραματικό τόνο, την απόγνωση, ή τη σύγχυση, που ο ρόλος του απαιτούσε να δώσει. Ο νέος ηθοποιός Θανάσης Σαράντος σε τριπλό ρόλο, έκανε αγώνα για να αποδώσει το διαφορετικό χαρακτήρα κάθε ρόλου του και το κατάφερε, χωρίς όμως να παρουσιάζει κάτι ιδιαίτερο στην ερμηνεία του.

Δε νομίζω να είμαι υπερβολικά αυστηρή αν πω, πως λόγω της περιόδου ισχνών αγελάδων που διανύουμε, το «Εμπρός» αποφάσισε ξοδεύοντας ελάχιστα χρήματα, αλλά δίνοντας την εντύπωση του «ψαγμένου», «με άποψη» θεάτρου, να ανεβάσει ένα έργο μόλις δύο προσώπων, μιας συγγραφέως που γράφει έργα κοινωνικού προβληματισμού, άνευ εξόδων σκηνικού, σκηνοθεσίας και κοστουμιών;

(+-) Συν Πλην
+Οι υποβλητικοί φωτισμοί
-Το κείμενο, η σκηνοθεσία, η ερμηνεία του Τ. Μπαντή





Σκηνές από ένα γάμο - Θέατρο Προσκήνιο

Παίζουν:Μηνάς Χατζησάββας, Καρυοφυλλιά Καραμπέτη

Πρόκειται για τη θεατρική διασκευή(1981) του κινηματογραφικού έργου του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν που γυρίστηκε το 1972-73. Παρότι έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε, είναι η πρώτη φορά που ανεβαίνει σε ελληνική σκηνή, καθότι ο διάσημος σκηνοθέτης δεν έδινε άδεια, αφού δεν μπορούσε (λόγω γλώσσας) να ελέγξει το αποτέλεσμα. Ο άνθρωπος που κατάφερε να τον πείσει να δώσει άδεια και να δούμε το έργο στην Ελλάδα, είναι ο προσωπικός του φίλος και μεταφραστής του έργου απ' ευθείας από τα σουηδικά, Ζαννής Ψάλτης.

Το έργο παρακολουθεί την πορεία της σχέσης από το δέκατο ως τον εικοστό χρόνο, ενός παντρεμένου ζευγαριού επιτυχημένων ανθρώπων, καταδεικνύοντας τις πιθανές φάσεις που περνάει μια σχέση, ώσπου να επέλθει τελικώς η κάθαρση και η αμοιβαία αποδοχή των πρωταγωνιστών. Οι έχοντες μακροχρόνιες σχέσεις θεατές, θα συναντήσουν γνώριμα συναισθήματα και καταστάσεις και θα προβληματιστούν, χωρίς αυτό να σημαίνει όμως, ότι θα αναμετρηθούν με βαρύ έργο, ή δυσνόητο κείμενο. Το έργο αποτελείται από επτά επεισόδια και τα ισάριθμα κινηματογραφικά ιντερλούδια, (έξυπνο σκηνοθετικό εύρημα της Νικαίτης Κοντούρη, που παραπέμπει στην κινηματογραφική καταγωγή του έργου), δίνουν μια ανάσα στους ηθοποιούς, αλλά υπενθυμίζουν ταυτόχρονα και στους θεατές, πως παρακολουθούν μια θεατρική παράσταση στην οποία δεν πρέπει να εμπλακούν συναισθηματικά. Η αρμονική ταλάντωση των θεατών από την εμπλοκή στην απεμπλοκή άλλωστε, είναι και το κλειδί της επιτυχημένης συμμετοχής του κοινού σε μια θεατρική παράσταση, όπως υποστηρίζει επίμονα ο Μπέργκμαν. Γι' αυτό άλλωστε, ιντερλούδια απεμπλοκής, που κατά τη γνώμη του δυναμώνουν, παρά μειώνουν τα συναισθήματα και τη δεκτικότητα των θεατών, υπάρχουν και σε πάρα πολλές ταινίες του.

Οι πρωταγωνιστές Γιόχαν (Μηνάς Χατζησάββας) και Μαριάννα (Καρυοφυλλιά Καραμπέτη) δε χρειάζονται ιδιαίτερες συστάσεις, αφού είναι ήδη καταξιωμένοι πρωταγωνιστές του θεάτρου μας. Ειδικά η Καραμπέτη όμως, είναι τόσο πειστική στο ρόλο της, που δε σου δίνει ούτε στιγμή την αίσθηση πως παρακολουθείς παράσταση. Ίσως τη βοηθάει η πολυετής γνωριμία της με το Μηνά Χατζησάββα (γνωρίζονται πάνω από εικοσαετία), στην έκφραση συναισθημάτων, στη φυσικότητα και στην άνεση που δείχνει, ακόμα και τις πιο «δύσκολες» σκηνές του έργου, αλλά όπως και να 'χει είναι άξια δυνατού και παρατεταμένου χειροκροτήματος.

Νομίζω πως η παράσταση θα χαρακτηριζόταν απλώς καλή, αν δεν είχε την εξαιρετική ερμηνεία της Καραμπέτη, που είναι μακράν η καλύτερη που έχω δει φέτος. Ίσως η πρώτη φορά που πίστεψα πως ο ηθοποιός μπήκε πράγματι στο πετσί του ρόλου του. Θα άξιζε να δείτε την παράσταση αυτή, μόνο και μόνο για να την απολαύσετε στο ρόλο της Μαριάννας.

(+-) Συν Πλην
+ Η ερμηνεία της Καρυοφυλλιάς Καραμπέτη, τα κινηματογραφικά ιντερλούδια
-Τα ανθρώπινα συναισθήματα υπερκέρασαν το κείμενο





Η παρέλαση - Θέατρο Αμόρε (Κεντρική Σκηνή)

Παίζουν: Ιωάννα Παππά, Παναγιώτης Εξαρχέας

Η κατεξοχήν πολιτική συγγραφέας Λούλα Αναγνωστάκη, πρωτοεμφανίζεται στα ελληνικά γράμματα, σε μια εποχή πολιτικών ζυμώσεων, με μια τριλογία μονοπράκτων που έχει τον τίτλο «H πόλη (H διανυκτέρευση, H πόλη, H παρέλαση)»  και που πρωτοανέβασε ο Κάρολος Κουν στο Θέατρο Τέχνης το 1965. Ο σκηνοθέτης Γιάννης Μόσχος στη σημερινή εποχή, που η συμμετοχή στα κοινά είναι ανύπαρκτη και ο καθένας ζει στο δικό του μικρόκοσμο αποκομμένος, απομονώνει την Παρέλαση από την τριλογία και δίνει ένα έργο φρέσκο και εφιαλτικά επίκαιρο.

Το έργο περιγράφει τη ζωή δύο αδελφών του Άρη και της Ζωής, που ζουν απομονωμένοι μέσα σ΄ ένα δωμάτιο, παρατηρώντας τι γίνεται στον έξω κόσμο μόνο από το παράθυρό τους. Έξω υπάρχει μια πλατεία, στην οποία γίνονται προετοιμασίες για κάποιο σημαντικό γεγονός που ίσως είναι μια παρέλαση, όπως εικάζει ο Άρης. Τα αδέλφια μοιράζονται το ίδιο σπίτι με τον αδιάφορο πατέρα-επισκέπτη, που δεν εμφανίζεται πουθενά, αλλά και το ίδιο δωμάτιο μεταξύ τους, που όμως δεν τα κάνει να έχουν ουσιαστική επικοινωνία, παρόλο που κάποια στιγμή εξομολογούνται τους φόβους και τα όνειρά τους, καταλήγοντας πως δεν μπορούν/σκοπεύουν να βγουν ποτέ έξω. Το καθένα έχει το δικό του μικρόκοσμο, με τα δικά του ενδιαφέροντα και ζουν κάνοντας πράγματα ανούσια χωρίς επίγνώση. Όταν όμως η παρέλαση αρχίσει, τα πράγματα δε θα είναι ποτέ όπως πριν...

Ο Άρης ερμηνεύεται με πολλή ζωντάνια, πάθος και ενθουσιασμό από τον Παναγιώτη Εξαρχέα, ενώ η Ιωάννα Παππά δίνει μια Ζωή υποτονική, χωρίς επίγνωση του εαυτού της, με καλά κρυμμένες στην καθημερινή ρουτίνα, τις επιθυμίες και φόβους της. Θεωρώ δε, πως και οι δύο ήταν κάτι παραπάνω από ικανοποιητικοί, δεδομένου του ότι κρεμόμασταν από τα χείλη τους, (εμείς οι φαινομενικά απ' έξω), για να μας πουν τι έβλεπαν απ' το παράθυρό τους...

Μια παράσταση με λίγα, αλλά εξαιρετικής ποιότητας υλικά. Κείμενο με πολιτική άποψη και θεατρική υπόσταση, άρτια και έξυπνη σκηνοθεσία που δεν κουράζει, καλές ερμηνείες, διαχρονικότητα και προβληματισμός. Τι άλλο συστατικό χρειάζεται μια καλή θεατρική παράσταση;

(+-) Συν Πλην
+Το κείμενο, οι ερμηνείες, η σκηνοθεσία
-Ήταν μικρό σε χρόνο και σε χώρο έργο για την κεντρική σκηνή του Αμόρε





Μάρτυρας Κατηγορίας - Θέατρο Κάτιας Δανδουλάκη

Παίζουν: Κάτια Δανδουλάκη, Δάνης Κατρανίδης, Κώστας Σπυρόπουλος, Σούλα Αθανασιάδου, Αριέττα Μουτούση, Κώστας Φαλελάκης, Στράτος Χρήστου, Γιάννης Λαμπρόπουλος, Κωστής Τζανοκωστάκης, Ολυμπία Σκορδίλη, Δανάη Καλτακίδου

Στη συγκεκριμένη παράσταση παντρεύονται επιτυχώς το αστυνομικό μυθιστόρημα της γιαγιάς Άγκαθα Κρίστι, με τους σκηνοθετικούς κινηματογραφικούς νεωτερισμούς του Αντώνη Καλογρίδη, που η Κάτια Δανδουλάκη εμπιστεύτηκε (και έπραξε ορθώς), προκειμένου να φτιάξει ένα φιλμ νουάρ επί σκηνής.

Ένας διάσημος δικηγόρος (Δάνης Κατρανίδης) αναλαμβάνει την υπεράσπιση ενός νεαρού (Κώστα Σπυρόπουλου), που κατηγορείται για τη δολοφονία μιας ηλικιωμένης κυρίας αφού πρώτα του κληροδότησε όλη της την περιουσία. Πρόσωπο κλειδί στην υπόθεση αυτή είναι η αφοσιωμένη σύζυγος του νεαρού, που η Κάτια Δανδουλάκη ερμηνεύει, δίνοντας μας μια λαμπερή, μυστηριώδη και μοιραία γυναίκα που κρύβει κάποιο μυστικό. Ο Δάνης Κατρανίδης έδωσε ένα δικηγόρο θεατρίνο και εκμεταλλεύτηκε όλα τα κωμικά σημεία του ρόλου του, με την απολαυστικά υπερβολική γεροντοκόρη νοσοκόμα του (Αριέττα Μουτούση) να τον κυνηγάει και να τον μαλώνει, που δεν την υπακούει. Ο Κώστας Σπυρόπουλος ήταν πειστικός στο ρόλο του κατηγορούμενου, αλλά ακόμα καλύτερος στο flashback της γνωριμίας με τη γυναίκα του. Η Σούλα Αθανασιάδου, ρεαλιστικά υπέροχη στο ρόλο της κουφής αφοσιωμένης οικονόμου.

Για ένα ελαφρύ, ευχάριστο γεμάτο ανατροπές «αστυνομικό» βράδυ, διανθισμένο με κωμικά στοιχεία, υπέροχη ατμόσφαιρα φιλμ νουάρ και ερμηνείες που υποστηρίζουν και εκμεταλλεύονται κάθε δυνατότητα του έργου, η παράσταση συνιστάται ανεπιφύλακτα. Έκπληξη επίσης αποτελεί η κωμική πλευρά της Δανδουλάκη. Μακάρι αυτό που λέμε εμπορικό θέατρο να είχε πάντα για εκπροσώπους, καλοδουλεμένες παραστάσεις που σέβονται το θεατή, όπως η παρούσα.

(+-) Συν Πλην
+Η κινηματογραφική σκηνοθεσία και τα σκηνικά του Αντώνη Καλογρίδη, η ερμηνεία της Δανδουλάκη
-Το παλαιάς κοπής αστυνομικό έργο





Για το lexima.gr
Μαργαρίτα Καρλαύτη
(Υπεύθυνη για την επιλογή των παραστάσεων, την παρουσίαση και το σχολιασμό τους)  



Δημοσίευση 24/12/05






Lexima.gr - Τα κείμενα αποτελούν απόψεις και θέσεις των συντακτών τους.