Λέξημα / Άρθρα / Τραγικότητα και θυσίαΑνώνυμος επισκέπτης
Άρθρα Νεότερο Παλαιότερο
'Αρθρο #532 | Αποστολή από ?????? |
   Τετ 23 Νοε 2005 
Τραγικότητα και θυσία
Μαρία Δέλλιου: Σκέψεις για τις έννοιες της τραγικότητας και της θυσίας.
      
                        Μαρία Δέλλιου

  Σκέψεις για τις έννοιες της τραγικότητας και της θυσίας


          Στο κείμενο που ακολουθεί εκθέτω ορισμένες σκέψεις που γεννήθηκαν από το διάβασμα δύο πολύ ενδιαφερόντων βιβλίων το προπερασμένο καλοκαίρι, τα οποία διάβασα το ένα κατόπιν του άλλου και έτσι μέσα στο μυαλό μου αλληλλοσυμπληρώθηκαν. Τα βιβλία αυτά είναι το «ΑΝΤΑΠΟΔΟΣΗ ΚΑΙ ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΑ, Ο Όμηρος και η τραγωδία στην αναπτυσσόμενη πόλη-κράτος» του  RICHARD SEAFORD και το «ΕΛΛΗΝΙΚΉ ΜΥΘΟΛΟΓΊΑ ΚΑΙ ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΑ, ΔΟΜΉ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΑ» του WALTER BURKERT και τα δύο των πολύ καλών εκδόσεων του Μορφωτικού Ιδρύματος της Εθνικής Τραπέζης (ΜΙΕΤ).

          Στο πρώτο βιβλίο εκφράζεται η άποψη ότι η ανταπόδοση ως κοινωνική σχέση (ανταλλαγή δώρων για φίλους, αντεκδίκηση για εχθρούς) και η τελετουργία (τελετές νεκρικές, γαμήλιες, θυσιαστήριες ) εξυπηρετούν την κοινωνική μονάδα του οίκου, δηλαδή της ευρύτερης πατριαρχικής οικογένειας, στην ομηρική κοινωνία. Αντίθετα, στην πολιτική κοινωνία που σχηματίζεται τους επόμενους αιώνες η λειτουργία των κοινωνικών αυτών σχέσεων μεταλλάσσεται, ώστε να εξυπηρετούν την πόλιν. Όπως φαίνεται από τα παραπάνω, ο οίκος και η πόλη αποτελούν δύο αντίθετες μορφές κοινωνικής οργάνωσης, που όμως η μία δεν αντικατέστησε την άλλη με βίαιο τρόπο (πχ επανάσταση), αλλά με έναν σταδιακό μετασχηματισμό που οδήγησε από τη φεουδαρχική αριστοκρατική κοινωνία του γένους στην πολιτική κοινωνία της αστικής πόλης. Είναι μάλιστα άξιο παρατήρησης ότι αυτό που αργότερα ονομάστηκε «κλασσική εποχή» και «χρυσούς αιώνας του Περικλέους», συμπίπτει με τους αιώνες που ολοκληρώνεται και φτάνει στο αποκορύφωμά της η μετάλλαξη αυτή, ενώ όταν ολοκληρώνεται, ο αρχαίος κόσμος αρχίζει να γέρνει προς την παρακμή του.
          Στο βιβλίο του SEAFORD η μετάλλαξη αυτή γίνεται δυνατό να μελετηθεί μέσα από τα λογοτεχνικά κείμενα της Ιλιάδας και της Οδύσσειας (για την αριστοκρατική κοινωνική δομή) και τα κείμενα της αττικής τραγωδίας (για την αστική πολιτική δομή). Έτσι, ενώ στην ομηρική ποίηση ο ήρωας αποτελεί το πρότυπο εκφράζοντας το ιδανικό της αριστοκρατικής κοινωνίας, συγκεντρώνοντας τα χαρακτηριστικά του «καλού καγαθού», στην τραγωδία ο ίδιος αυτός ήρωας θυσιάζεται για χάρη της πόλης, αφού του φορτώνονται τα πιο φριχτά αμαρτήματα ως ύβρις που δικαιολογεί τη θυσία αυτή.  
Η τραγικότητα έτσι προκύπτει καθώς ο ήρωας της τραγωδίας μετέχει δύο ιδιοτήτων συγχρόνως: του ήρωα και του αποδιοπομπαίου τράγου. Ως ήρωας είναι κάποιο πρόσωπο του μύθου, ένα επώνυμο και εξέχον πρόσωπο του παρελθόντος, ένας εκπρόσωπος της προγονολατρείας και συγχρόνως μέλος κάποιου γνωστού βασιλικού οίκου. Στην ηρωολατρεία ο ήρωας θυσιάζεται για να σώσει τους δικούς του, είτε σε ανθρωποθυσία (πολύ αρχαίο παρελθόν), είτε σε μάχη.[1] Μετά τη θυσία καθιερώνεται λατρεία προς τιμήν του, που περιλαμβάνει και αγώνες.
          Στην τελετή του αποδιοπομπαίου τράγου κάποιο περιθωριακό μέλος της κοινωνίας, συνήθως κατάδικος, θυσιάζεται, για να τιμωρηθεί όχι μόνο για τις δικές του αμαρτίες, αλλά για ολόκληρη την κοινότητα (γένος ή πόλη) που τον θυσιάζει. Όταν ο καταδικασμένος αυτός, που ονομάζεται «φαρμακός», αντικαθίσταται από έναν τράγο, αυτός είναι το μόνο θυσιαζόμενο ζώο από το οποίο οι συμμετέχοντες στη θυσία δεν τρώνε τίποτε. Η τραγωδία μιμείται την ανθρωποθυσία πάνω στη σκηνή χωρίς να την τελεί, παρουσιάζοντας την καταστροφή όχι μόνο ενός ήρωα, αλλά πολλές φορές ενός ολόκληρου ηρωικού οίκου, με σκοπό την ωφέλεια και τη σωτηρία της πόλης. Σωτηρία που είναι τόσο θρησκευτική (γιατί η τραγωδία είναι «μίμηση πράξεως τελείας» που σημαίνει «τελετουργικής»), όσο και πολιτική, η πόλις θυσιάζει τον βασιλικό οίκο για να αποκτήσει πολιτική και κοινωνική συνοχή.
Η τραγικότητα λοιπόν του θύματος σχηματίζεται από αυτήν τη «μεταιχμιακότητα», τη διφορούμενη δηλαδή κατάσταση που προκύπτει από την ηρωική του υπόσταση από τη μια και τη φριχτή του ενοχή από την άλλη. Το ιδανικό θύμα της πόλης (κυριολεκτικά, γιατί θυσιάζεται γι` αυτήν) πρέπει να συνδυάζει και τις δύο αυτές ιδιότητες στο έπακρο. Πρέπει να είναι και πρόσωπο ξεχωριστό, επιφανές, υψηλής κοινωνικής θέσεως και καταγωγής, και συγχρόνως ένοχος, μιαρός και αποτρόπαιος, όπως πχ ο Οιδίποδας ή ο Ορέστης. Η αντίφαση αυτή λύνεται με την ακούσια ενοχή, που βασίζεται στην κληρονομική ενοχή, (οπότε ενοχοποιείται ολόκληρος ο βασιλικός οίκος και δικαιολογείται η καταστροφή του), και στην παρανόηση, την παρεξήγηση και την αμφιθυμία που διαπερνάει κάθε τραγωδία και δημιουργεί το τραγικό κλίμα.
          Συγχρόνως η διττή αυτή ιδιότητα του θύματος προξενεί τα δύο συναισθήματα του ελέους και του φόβου. Του ελέους γιατί ο θεατής ταυτίζεται με τον ήρωα (που από την ηρωική εποχή αποτελεί κοινωνικό πρότυπο), και του φόβου γιατί ο φαρμακός προκαλεί αποτροπιασμό και φρίκη, καθώς απορροφά όλα τα αρνητικά συναισθήματα της ενοχής των πολιτών που θυσιάζουν τον ήρωά τους. Τα δύο αυτά αντιθετικά και σαφώς διακριτά μεταξύ τους συναισθήματα είναι απαραίτητα για να αισθανθεί ο θεατής την «κάθαρσιν», δηλαδή ότι συμμετείχε στην καθαρτήρια τελετή της ανθρωποθυσίας προς όφελος της πόλεως, έστω κι αν αυτή η ανθρωποθυσία ήταν τελικά ένα σκηνικό, μια θεατρική παράσταση, πολύ καλύτερη σαν λύση ας πούμε από τις πραγματικές ανθρωποθυσίες εξεχόντων προσώπων που γινόντουσαν στις προκολομβιανές κοινωνίες της Αμερικής.[2]
          Έτσι εξηγείται γιατί μέσα στα κείμενα της τραγωδίας συναντάμε τόσο την πρωτόγονη φρίκη, όσο και την υψηλή λογοτεχνική αξία. Η φρίκη της ανθρωποθυσίας έχει περίτεχνα διηθηθεί μέσα στο λόγο με την ψιλοδουλειά ενός κεντήματος, η αγωνία της επικείμενης θυσίας, (Seaford), που ήταν το πραγματικό αίσθημα κάθε ζωοθυσίας ενός οικόσιτου (και γι`αυτό αγαπημένου) ζώου) μεταλλάσσεται στη γνωστή αγωνία για την τύχη του ήρωα (suspense) και η ανάγκη για την ετήσια αποενοχοποίηση της πόλεως μεταφράζεται σε Ανάγκη, Μοίρα, Ειμαρμένη, αναπόφευκτο πεπρωμένο.
          Προχωρώντας τώρα τη σκέψη μας περισσότερο, πέρα και μακριά από τις επισημάνσεις του Seaford, μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι η χριστιανική λειτουργία που τελείται κάθε Κυριακή και έχει πάρει πάρα πολλά στοιχεία από την τραγική παράσταση (οι τρεις θύρες με κυριώτερη τη μεσαία, η είσοδος-έξοδος από αυτές, η μουσική, ο χορός, η θεατρικότητα), είναι τέλεση «φρικτής θυσίας» ενός και του ίδιου πάντα προσώπου, του Χριστού, που συνδυάζει στο έπακρο και τις δύο αυτές ιδιότητες, του εξέχοντος προσώπου, (Θεός, Υιός του Θεού), και του αποδιοπομπαίου τράγου, (θανατώνεται όπως οι καταδικασμένοι δούλοι, ανάμεσα σε δύο ληστές). Στο τέλος οι πιστοί κοινωνούν το σώμα και το αίμα του, γινόμενοι μέτοχοι της θυσίας, αναλαμβάνοντας να σηκώσουν κι αυτοί το «σταυρό» τους μέσα στα πλαίσια της «εκκλησίας» τους. Είναι φανερό ότι η χριστιανική «λειτουργία» δίνει άλλο νόημα στην τελούμενη ανθρωποθυσία, μετατρέποντας τον κάθε πιστό σε ένα εν δυνάμει θύμα, που καλείται να μιμηθεί τη θυσία του Χριστού για χάρη του «αδελφού» του. Ως τέτοιοι τιμώνται οι άγιοι και οι μάρτυρες. Το τραγικό είναι όταν ο χριστιανός δεν «θυσιάζεται» αυτοβούλως και με δική του απόφαση, (όστις θέλει οπίσω μου ελθείν), αλλά όταν τον θυσιάζουν οι άλλοι χριστιανοί με το ζόρι, πολλές φορές παραπλανώντας τον και σέρνοντάς τον στην «θυσία» για δικό τους (εξουσιαστικό) όφελος. Είναι προφανές ότι τότε δεν πρόκειται για χριστιανική θυσία, αλλά για επιστροφή στην ειδωλολατρεία. Μπορεί να
μην έχουμε αίματα πάνω στο βωμό, αλλά η πνευματική καταστροφή είναι εξ ίσου αισχρή και φρικτή.
          Ο άνθρωπος της νεωτερικότητας από την άλλη φαντάστηκε ότι μπορεί να «χτίσει» μια κοινωνία χωρίς θυσία, μια ουτοπία ευδαιμονίας. Το αποτέλεσμα ήταν οι μαζικές φρικαλέες ανθρωποθυσίες του εικοστού αιώνα.
          Η θυσία δεν μπορεί να καταργηθεί από τον πυρήνα του ανθρώπινου πολιτισμού, γιατί αποτελεί τη βάση του.[3] Εάν την καταργήσεις, γιατί είσαι «καλός, ανθρωπιστής», κλπ, θα αναγκαστείς να ανακαλύψεις κάποια στιγμή με πολύ τραγικό τρόπο πόσο «κακός» είσαι στην πραγματικότητα (όπως συνέβη στον ευρωπαϊκό πολιτισμό μετά τους δύο παγκόσμιους πολέμους). Εκείνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να συζητήσουμε πώς μπορούμε να διαχειριστούμε τη θυσία που (δυστυχώς ή ευτυχώς) όλοι τελούμε στην προσπάθεια να είμαστε άνθρωποι.
          Η ιστορία της αρχαίας Αθήνας δείχνει ότι μπορεί να κατάργησαν τις ανθρωποθυσίες αντικαθιστώντας τες με αναπαραστάσεις και να σκηνοθετούσαν το αίσθημα της κάθαρσης για να μη σκοτώσουν πραγματικά κάποιον, την ίδια στιγμή όμως ξεκινούσαν με δική τους ευθύνη το φοβερό πόλεμο που στάθηκε η αιτία τόσο της δικής τους παρακμής όσο και των άλλων πόλεων. Είχε προηγηθεί η «θυσία» των συμμάχων στο βωμό της ιμπεριαλιστικής τους πολιτικής. Η ιστορία αυτή δείχνει ότι οι πολιτικές-πολεμικές ανθρωποθυσίες μπορεί να είναι πολύ χειρότερες μακροπρόθεσμα από τις θρησκευτικές, και ότι μέσα στον πυρήνα του ανθρώπινου πολιτισμού υπάρχει μια ποσότητα «εγκληματικής ενέργειας» που κάπου ξεσπάει. Γιατί όμως υπάρχουν αθώες, ευτυχισμένες κοινωνίες χωρίς πολέμους και ανθρωποθυσίες; Ή μήπως δεν υπάρχουν; Ο ευτυχισμένος άγριος είναι πραγματικότητα ή ένας ευρωπαϊκός μύθος που δημιουργήθηκε παράλληλα με τη αποικιοκρατία; Ερωτήματα στα οποία δεν έχω βρει ακόμη απάντηση. Η εντύπωση που έχω σχηματίσει όμως, είναι ότι όσο πιο εξουσιαστική είναι μια κοινωνία, όσο περισσότερους ανθρώπους «θυσιάζει» για να συσσωρεύει πλούτο, δόξα και απολαύσεις, τόσο περισσότερη «εγκληματική ενέργεια» συσσωρεύεται. Ίσως αυτή είναι η εξήγηση για την αύξηση της εγκληματικότητας στο σύγχρονο κόσμο. Η μόνη λύση είναι η απλοποίηση της ζωής μας και όχι η «περιπλοκοποίηση» με ακόμα περισσότερα μέτρα ασφαλείας. Ας θυσιάζουμε πλούτο, δόξα και απολαύσεις υπέρ του εαυτού μας και όσων αγαπάμε (και ας αγαπούμε όλο και περισσότερους), ας κλείσουμε τ`αυτιά μας στους δαίμονες της κατανάλωσης. Είναι αυτοί που αγαπούν όσο τίποτε άλλο τις ανθρωποθυσίες.      



Σημειώσεις:

[1]  Ο τελευταίος βασιλιάς των Αθηναίων, ο Κόρδος, πχ συνδυάζει και τα δύο, αφού δέχεται να προκαλέσει μεταμφιεσμένος τους εχθρούς Σπαρτιάτες με αποτέλεσμα να τον σκοτώσουν, ώστε να πραγματοποιηθεί ο χρησμός που έλεγε ότι θα νικήσει εκείνος ο στρατός, του οποίου ο βασιλιάς θα σκοτωθεί από τον εχθρό. Έτσι συνδυάζεται η θυσία του βασιλιά για το καλό της πόλης με τον ηρωικό θάνατο στη μάχη.

[2]  Δεν πρέπει να ξεφύγει από την προσοχή μας ότι η πολιτική είναι μία προσπάθεια για τη διαχείριση της εσωτερικής βίας της κοινωνίας με σκοπό να μην χρειάζεται πια η ανθρωποθυσία, όπως φαίνεται με τρομερή διαύγεια στην «Ορέστεια» του Αισχύλου, όπου ο τελετουργικός φόνος του Ορέστη αντικαθίσταται από τη δίκη και την αθώωσή του, και οι θεές της αυτοδικίας μετατρέπονται σε Ευμαινίδες. Βλέπουμε ακόμη ότι μαζί με την πολιτική γεννιέται και το όνειρο μιας ουτοπικής κοινωνίας που με τους θεσμούς της λύνει οριστικά το πρόβλημα της βίας. Και όλα αυτά πριν από τον Πλάτωνα που προσπαθεί να διασώσει το όνειρο αυτό, όταν αυτό παραπαίει πια, κατασκευάζοντας θεωρητικά μια πολιτεία που θα τα λύνει όλα και για πάντα, πριν από μας για μας. Ίσως πράγματι οι αρχαίες πόλεις να παρήκμασαν όταν οι πολίτες κατάλαβαν τελικά πόσο ανέφικτο ήταν κάτι τέτοιο, γιατί αυτό που εισπράττει κανείς μελετώντας την κατάσταση των πόλεων που τόσο οικτρά φέρνουν τους Ρωμαίους στον ελληνικό χώρο για να εκδικηθούν τους αντιπάλους τους, είναι μια βαθειά και καθολική απελπισία.

[3]  Άλλωστε η «θυσία» των ενορμήσεων δημιουργεί τον πνευματικό πολιτισμό, και, όπως έδειξε ο Φρόυντ, όσο πιο κακοχωνεμένη έμεινε αυτή η θυσία, τόσο πιο προβληματική είναι η προσωπικότητα που προκύπτει.



            Μαρία Δέλλιου
            Για το Λέξημα    
             23/11/2005                      







Lexima.gr - Τα κείμενα αποτελούν απόψεις και θέσεις των συντακτών τους.