Λέξημα / Άρθρα / Αφιέρωμα: Γιώργος ΣαραντάρηςΑνώνυμος επισκέπτης
Άρθρα Νεότερο Παλαιότερο
'Αρθρο #529 | Αποστολή από ?????? |
   Κυρ 19 Ιούν 2005 
Αφιέρωμα: Γιώργος Σαραντάρης
Συνειρμοί για την ποίηση διαβάζοντας Σαραντάρη

“Δεν έχω γνωρίσει, θα ‘θελα να το διακηρύξω, μορφή
πνευματικού ανθρώπου αγνότερη από τη δική του.”
(Οδυσσέας  Ελύτης για τον Γιώργο Σαραντάρη )


   Είναι πραγματικά θαυμαστό, πως από τον Ηράκλειτο έως  και τις ημέρες μας, η λέξη ‘Λόγος', αν μη τι άλλο, κρατά αυτή την ιδιότητα της αιωνιότητας στα σωθικά της ανάλλαχτη.
   Σήμερα, που τα λόγια σπάνια έχουν Λόγο  και τον άνθρωπο δεν τον αφορά η αλήθεια αλλά  οι συνεχώς καινούριες  μορφές ψεύδους ή οι νέες μορφές κάλυψης του, θα μπορούσα να γυρίσω την πλάτη και να τραγουδώ
τους φθόγγους, που διαβάζω στα πεντάγραμμα  των Ποιητών που, πέρασαν μπροστά, έστω και αν ήλθανε πριν από εμένα…
   Όμως, όταν κανείς δει την ομορφιά, την αληθινή ομορφιά, εκείνη που, αν την σηκώσεις στον ήλιο, θα φανεί να βάζει τα χέρια του μπροστά  απ' το πρόσωπο του, σαν το παιδί που, χαριτωμένα δέχεται την σκανδαλιά του, δεν μπορεί, παρά να φωνάξει για αυτήν.
                    
              
             Το πρώτο πράγμα που απαιτεί η ομορφιά,
                                  είναι το μοίρασμα.

   Μιλώ βέβαια, για την ομορφιά που ένεκεν του ονόματός της, θα μπορούσε και ο ίδιος ο Θεός να κατέβει ή, τέλος πάντων να ‘ρτει από εκεί οπού είναι, απλά και μόνο, για να την  αναγγείλει…
   Κάτι τέτοιο δείχνει να  έκανε και ο Σαραντάρης σ' ολόκληρη την ζωή του. Κάτι τέτοιο, δείχνει να προστάζει και η Ποίησή του.
   Σήμερα λοιπόν, πραγματικά, νόες  σαν τον Σαραντάρη, δείχνουν να πνέουν στον ουρανό  της Ανθρωπότητας, σαν το σέλας πάνω από τα μάτια ναυαγού.
  
Πολλοί, νομίζουν πως η ποίηση του, είναι άνισης ποιότητας.
Προσωπικά εκφραζόμενος, φωνάζω όχι.  Βίωνε την ωραιότητα, εκείνη,  αμφί της οποίας φέρεται η  Ποίηση του, σε τέτοιο βαθμό, ώστε και η παραμικρή του κίνηση, φαντάζομαι, να ήταν επηρεασμένη από εκείνο το γαλάζιο φώς, που λέει πως, του έβρεχε τα μάτια κάθε φορά που η προαίσθηση  του θανάτου τον
έφτανε ενώ κοιμόταν… Δεν μπορούσε να εκφραστεί, παρά μόνον με  Ποί-
                                                                                                        -η-
                                                                                                          -ση.

   Τον σκέφτομαι,  στα εφηβικά του  χρόνια, κατακαλόκαιρα, όταν θα ίδρωνε, να απολαμβάνει ακόμη και το στάξιμο της αρμύρας στα χείλη του. Δεν μπορούσε να εκφραστεί παρά μόνον με ποίηση. Ακριβώς, όπως ο Mozart  μόνον με μουσική. Και εκδήλως, με βαθύνοια, σαφώς μεγαλύτερη  από εκείνη του Amadeus.
   Απέριττος, σαν την λαμπηδόνα που, αρκεί να είναι ο εαυτός της για να σε γητεύση. Εραστής, πλατωνικότερος του Καβάφη. Καθαρός, όσο αφορά την μουσική του,  σχεδόν όσο και ο Κάλβος. Ορθόδοξος και όχι, ορξοδοξιστής ( ορθολογιστής) στην φιλοσοφία του. Ιδού τι απαντά στον φίλο του Gaetano Arcangeli:  “…Σε ορισμένες περιπτώσεις, λες, δεν με καταλαβαίνεις…Έχεις για εμένα την τυπική  νοοτροπία του Ιταλού, του Λατίνου που θέλει να έχει εμπρός του, τα αισθήματα καθαρά και τις μορφές προσδιορισμένες…”  Βέβαια, ας μην ξεχνάμε ότι και οι δικοί μας ,  οι περισσότεροι, “περίεργα” χαρακτήριζαν  τα ποιήματά του. Μην βλέποντας ίσως,  ότι ο Σαραντάρης ήταν φύσει και θέσει υπερβατικός. Και όχι μοναχά θέσει, απλά και μόνον όπως ξεχωρίση. Πράγμα που έφηβοι περιδεείς θα έκαναν και θα τους ακολουθούσαν ενήλικες που, με κάθε τρόπο, θα ήθελαν ν' αποστρέψουν  το πρόσωπο τους από το βαθύτερο νόημα της ζωής. Τον Θάνατο. Κάτι που, μηδέποτε εφόβισε τον Γιώργο  Σαραντάρη. Αυτό το θ(ρ)άρρ(σ)ος με το οποίο αντιμετώπισε τον  θάνατο ( και όχι τυχαία χρησιμοποιώ  αόριστο )   είναι που, ακόμη και αν δεν είχε γράψει ούτε έναν στίχο  θα τον  καθιστούσε πνευματικό γίγαντα.
   Χρίσμα, το οποίο,  αδίκως κατ' εμέ , έλαβαν οι “πρωτοπόροι” σου λέει, της τέχνης. Οι  καινοτόμοι της αλήθειας και τα λοιπά…   Και αναρωτιέμαι, κανείς δεν βλέπει ότι, εδώ και αιώνες, την ίδια αλήθεια δεν τολμούμε να αποδεχτούμε; Μονάχα προσωπεία αλλάζουμε, όταν κοιταζόμαστε στον καθρέπτη και τούτηνε την αλλαγή, την λέμε εφευρετικότητα. Και τις μάσκες της, Συρμό. Moda…
   Δεν θα έδινα,  ούτε ένα λεπτό από τον μύθο του χρόνου για τον Σαραντάρη,  αν δεν ζούσε όπως έγραφε. Αν δεν έγραφε όπως ζούσε. Αν δεν πέθαινε, συνεχίζοντας  να ζει …


                 έπεσε στα γόνατα η ψυχή
                και προσκύνησε  το μεγάλο θαύμα
                που ορθωνότανε ολόγυρα της

        

   Ούτε μια τελεία. Ούτε ένα κόμμα. Απλώς, Ποίηση. Χωρίς, μήτε μια στάλα περιττού.

   Μιας και μίλησα για την αλήθεια κι επειδή, στις μέρες μας, πιθανά, περισσότερο από ποτέ  συγχέεται με την πραγματικότητα (που είναι απλά, ό,τι πλέον μπορεί να ζήσει από την αλήθεια ο άνθρωπος ), μάλλον, θα πρέπει να διευκρινίσω  πώς ακριβώς την ορίζω. Ας αφεθώ λοιπόν            στον σοφό…

              Η εντύπωση του φωτός δημιουργεί τον υπέροχον
                                                                           άνδρα
              που μοίρα του ν' αρθρώσει την αλήθεια
              με την ειλικρίνεια που φύλαξε ο νεκρός
              στο μυστικό του


  Είναι εξαιρετικό, το πόσο παραμένει Έλληνας , και σε καμιά περίπτωση Greco, ας τον φωνάζανε έτσι οι φίλοι του στην Ιταλία. Έλληνας στο μέτρο  και τον τρόπο σκέψεως  ως να ελήλυθε δια των αιώνων μεγάλο μέρος των γραπτών του, όμοιο μ' επιγράμματα αρχαίας εποχής.


                                      Ho trovato la chioma
                                      di colui che amavo:
                                      odorava di cielo
                                      raffigurava il viso lontano  


                                          βρήκα την κώμη
                                      εκείνου που αγαπούσα:
                                            μύριζε ουράνια
                                    παρίστανε το πρόσωπο το μακρινό


…γράφει σε ένα ιταλικό του ποίημα.

   Προσπαθώ να ξεφύγω από το να χαρακτηρίσω το Έργο του σουρεαλιστικό ή την Ποίηση του καθαρή. Χαρακτηρισμοί που Την βασάνισαν πάνω από έναν αιώνα και που προϋποθέτουν -~συγνώμη~ βαθιά τύφλωση αφού, μόνον έτσι εξηγείται το οτι πολλοί δεν είδαν πως οι βαθύτερες εκφάνσεις του ανθρωπίνου πνεύματος είναι εκείνες που εγέννησαν και την σημαντικότερη ποίηση. Που δεν είδαν πως, τα ομηρικά Έπη και τους Ψαλμούς, τον Ηράκλειτο, τον Αισχύλο και τον Σοφοκλή στην Προχριστιανική εποχή, τον Βασίλειο, τον Χρυσόστομο  με τις λειτουργίες των, τον Ναζιανζηνό και τον Νύσσης με τα κείμενα τους, τους  ύμνους, το τραγούδι του Νεκρού Αδελφού και τα Ιαπωνικά Χαϊκού, την ώρα που η Ευρώπη προσπαθούσε να ανακαλύψει την φωνή της, δεν τα ξεπέρασε ποτέ
                      και τίποτα.
  Η Ποίηση, ποτέ δεν έγινε ανώτερη. Απλά, πιότερο (όπως λένε) ρεαλιστική τρόπον τινά αφού βρέθηκε σε χέρια ανθρώπων που έχαναν μέσα στην αλαζονεία τους την πυξίδα. Την τελειότητα του μέτρου που, στην προηγούμενη Ποίηση και γενικά στην τέχνη, είχε επιτευχθεί.
Τον εναρμονισμό του Θείου και του Ανθρώπινου. Από εκεί και έπειτα, άλλοι έβλεπαν το ανώτερο, τον Θεό εννοώ, ως  χώρο μόνον προσωπικής τους φυγής. Ως ένα ατομικό καταφύγιο που οι υπόλοιποι δεν χωρούσαν. Μα τούτο είναι  η αρχή της θρησκολογίας και όχι της Θεολογίας που αγκαλιάζει τον συμπάν  κόσμο. Της όχι οικουμενικής τέχνης, της νοσηρά εγωκεντρικής που προσήλκυε όλους τους υπόλοιπους εγωπαθείς, πέραν του καλλιτέχνη.
Τα όρια της διαστροφής έχουν αρχή το τέλος της ανθρώπινης φαντασίας.
Τουλάχιστον από τότε.
   Η τέχνη, γίνεται έκτοτε ο βασικότερος τρόπος  έκφρασης μιας προσωπικής δυστυχίας (Ας προσέξουν στον αντίποδα, ποιος άλλος  θα μπορούσε να είναι, εν μέρει τουλάχιστον, ο Προμηθέας αν όχι τα χέρια του Ποιητή που δείχνει να σηκώνουν τον στεναγμό του κόσμου με αγάπη; ). Μα το μέτρο χάνεται,  η δεξιοτεχνία και η κενή νεωτερικότητα έχουν μεγαλύτερη αξία από την επανάληψη της αλήθειας. Δεν το αρνούμαι. Αν ο τρόπος του να πεις την αλήθεια είναι καινούριος, είναι σαφώς καλοδεχούμενος. Αρκεί, να μην αλλάζει την ουσία της. Αλλά, η διαφθορά δεν σταματά μόνον στην αλλαγή, την συνεχή αλλαγή, της φιλοσοφίας που εδινότανε ως αλήθεια. Ως, η νέα αλήθεια. Το αχαλίνωτο της παρακμής μας, έγκειται   στην παρουσίαση των αυνανιστικών μας αποτελεσμάτων ~συγγνώμη και πάλι~ ως των νέων πτυχών της μόνης, λέει, αλήθειας. Αυτό, τι σημαίνει ας το βρει ο καθένας μόνος του. Εγκεφαλικότητα και ψυχρή μαθηματική σύνταξη (ξεχνώντας, πως μόνο του το αλφάβητο δεν γράφει Ποίηση). Νέες μορφές σαρκοπολτού και πευματοταφείου που, άνευ όρων, πρέπει να δεχτούμε απλά, με ένα ναι ως ανθρώπινα επιτεύγματα.
Ε όχι!                
                          

                            Μακριά απ' την κοσμογονία,
                                με παρατήσανε μοναχό
                               σαν πτώμα
                                ή κτήνος
                          
                       Και περάσανε  οι μέρες πάνω μου
                           στάχτη φέρνοντας και καπνό
                            
                         Περνούσανε, κι από τον ύπνο
                            όταν επνιγόμουνα,
                             έβλεπα τα θολά τραγούδια
                        τα δάκρυα που είχαν γίνει ουρανός
                          και τη σιωπή του χρόνου



   Ο Σαραντάρης, απλά ήταν Ποιητής κι εκείνο που ίσως κάνει την Ποίησή του ανώτερη από πολλών άλλων, είναι το  γεγονός, πως ο,τι και αν έγραψε, δεν ήταν λόγια. Αλλά βιώματα, τόσο του παρελθόντος όσο και του μέλλοντος. Ίσως, μόνον έτσι να εξηγείται πώς με τόση ανδρεία αντιμετώπισε τον θάνατο του. Έχοντάς τον δηλαδή, βιώσει επανειλημμένως.
Να, πώς ο Ελύτης διηγείται το τέλος του στον πόλεμο του σαράντα…

“τα χοντρά μυωπικά του γυαλιά, που χωρίς αυτά δεν μπορούσε να κάνει βήμα, τα έχασε μέσα στην παραζάλη. Φώναζε ‘βοήθεια' στους άλλους φαντάρους, αυτός ο Χριστιανός φώναζε ‘αδέρφια'. Και τα ‘αδέρφια' τον κοροϊδεύανε, τα πιο αδίστακτα βαλθήκανε κιόλας να του κλέβουνε κουβέρτες, μάλλινα, οτιδήποτε χρήσιμο μπορούσε ο δόλιος να κουβαλεί. Απόμεινε  σαν το κατατρεγμένο πουλί  μέσα στην παγωνιά. Χωρίς να βαρυγκωμήσει. Χωρίς να ξεστομίσει έναν πικρό λόγο. Περήφανος, μ' ένα σώμα  ελάχιστο και μια μεγάλη ψυχή , που τον κράτησε όσο που να τραγουδήσει ακόμη λίγο [...] Έτσι πέθανε ένας Έλληνας ποιητής, όταν οι συνάδελφοί του στη Δύση βλαστημούσανε το Θεό κι εμπιστεύονταν  στη μαριχουάνα”

      Ο Σαραντάρης, είναι απόδειξη της αθανασίας της Ποίησης.
Η απόδειξη πως η Ποίηση θα Είναι. Ακριβώς όπως το πριν, το νυν και το αιέν, ένα στα μάτια της Αλήθειας. Αρκεί να είναι ειλικρινής. Εμείς την έχουμε ανάγκη, όχι  Αυτή…
Ας μην αύτοεξαπατούνται. Εκείνοι, ενστήθησαν, ενστερνιστήκαν  την Αιωνιότητα Εκείνης… Λέω οι Ποιητές και, μες τα χέρια τους κυλούν αιώνες. Οι άλλοι  χάνονται. Οι άλλοι, που θεωρούν εστέτ το τραγούδι των πουλιών. Μέχρι να ‘ρθει και πάλι να μιλήσει αριστοκρατικά η απλότητα να πει…


                              τι κακό θα μου κάνεις
                           όταν σαν βγαίνω απ' το αυγό
                             ξέρω να μιλώ;
          
                                μιλούσε ένα πουλί
                               και ξέρναγαν οι ηλίθιοι
                
                                δεν είμαι εσού
                                είμαι τ'  ουρανού
                                έλεγε το πουλί στον ξένο,
                                πετώ κι όταν κάθομαι
                                πέταξα πάνω σε άλογο
                                 που δεν σταματά



Κι αν δεν ακούει κανείς, να γυρίζει και να περπατά σε κήπους
συντροφιά μ ό,τι καλύτερα τον καταλαβαίνει σ έναν Μάι ατελεύτητο… Και αν δεν ακούει κανείς, να περπατά τραγουδώντας…


                          
                              Αγαπημένη θάλασσα κοιμήσου!
                              κι άφησε να φλυαρούν οι  άνεμοι
                              να τέρπεται ο ουρανός,
                              τώρα που σιγοπέθανε ο τελευταίος άνθρωπος
                              κι εγώ ακόμα έκλεισα τα μάτια






              Νεκτάριος Σ. Υλίχος
           για το www.lexima.gr
                  19/6/2005
        

                                

Lexima.gr - Τα κείμενα αποτελούν απόψεις και θέσεις των συντακτών τους.