Λέξημα / Ποίηση / Το δέντρο και ο άνεμοςΑνώνυμος επισκέπτης
Ποίηση Νεότερο Παλαιότερο
'Αρθρο #230 | Αποστολή από ?????? |
   Δευ 24 Ιούλ 2006 
Ιωάννης Σεβαστιανός Ρώσσης
Το δέντρο και ο άνεμος
Χωρίς εξώφυλλο
Το δένδρο και ο άνεμος. Εντυπώσεις από έναν ποιητή.
                            
Το δέντρο και ο άνεμος,  
Ιωάννης Σεβαστιανός Ρώσσης
Εκδόσεις ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ




    Είναι, νομίζω, σαφές ότι στην ποίηση μας κυριαρχεί ένας λυρισμός σκοτεινών αποχρώσεων. Κυρίως την τελευταία δεκαετία. Δεν είναι όμως της παρούσης να αναζητήσουμε πούθε τέτοια σκοτομήνη καταφτάνει, φωλεύει, ριζώνει και αυξάνεται. Αν υποθέταμε, απολύτως συμβατικά, πως γνωρίζαμε την ποίηση, ότι αποδεχόμασταν δηλαδή κάποιον ορισμό της, τούτο, καμμία σημασία δεν θα χε αφού και τότε, δεν θα κατορθώναμε να πούμε το πότε είναι ή όχι , άξια, λιγότερο άξια ή απλή αρθρογραφία από την καθημερινότητα των τοπίων  της ευδαιμονίας  ή της μελαγχολίας  μας.
    Η οποιαδήποτε λέξη όμως, είναι ποίηση, αρκεί, να την  χρησιμοποιήσει μια μεγάλη πνοή. Και εννοώ, πνοή ποιητική. Η οποιαδήποτε λέξη, είναι ποίημα, δυνάμει, ακριβώς, όπως και το οπουδήποτε της επιφάνειας του πελάγου είναι  κύμα. Αρκεί, να βρεθεί κάτω από ένα ‘'αποφασισμένο'' χνώτο  ανέμου.
    Τα ποιήματα του Ιωάννη Σεβαστιανού Ρώσση ,  μοιάζουνε να ‘ναι  κάποτε αφηγήσεις από παλιά ή και μελλοντικά ψηλαφήματα του μέσα-μέσα της ψυχής των ανθρώπων της πόλης. Ή κάποτε διηγήσεις που φέρνουνε όμως μαζί τους , τον ήχο της ανάσας του   αναμεμειγμένης με τον βόμβο της πόλης , τις ώρες που τη ζει, που την ακούει. Τις στιγμές που δεν την υποφέρει...
«κάθε πρωί/ πηγαίνοντας να ζήσεις/ μπορείς να δεις τα μπάζα/ του κορμιού σου/(θεόρατο/ κάποτε εργοστάσιο/ θαλερό/ το σκουλήκι- μπουλντόζα  να χαράζει / μιαν άοσμη του τέλους εκδοχή.» πρώτοι στίχοι από το ποίημα ΤΕΡΜΑ ΠΑΤΗΣΙΩΝ.
   Την  πόλη ετούτη όμως, θα ήταν καλύτερο να την δούμε ως πολιτεία απεχθή που σύντομα ταυτίζεται  με την κόλαση, της οποίας τον ορισμό, ο ποιητής, αποκαλύπτει… «παιδιά του πόνου δίχως θάνατο.»,  ΟΡΙΣΜΟΙ ΤΗΣ ΚΟΛΑΣΗΣ,  στίχος που κατ εμένα ορίζει  την διάρκεια, περισσότερο, παρά την σύσταση.
   Όλα αυτά, οδηγούν σύντομα την απλή ανθρώπινη πλευρά του Ποιητή στην με κάθε τρόπο αναζήτηση της αυτοκτονίας. Και δεν νομίζω πως είναι μια απλή επίκληση του τέλους, για τούτο και χρησιμοποιώ μια τέτοια λέξη. «Σίγουρα θα χρειάζεται, αφού μου λείπει./ Το θάρρος να ξεκάνω τη ζωή μου./ Όχι τίποτα κύματα ή σάλτα/ πολυώροφα μα  κάτι ανάλαφρο./ σα σιροπάκι. Ωστόσο/ δραστικό σαν έχιδνα»
   Μιλώντας περί της μονοτονίας λέει: «Καλό κορίτσι./ Νοικοκυροκόριτσο./ δουλειά - σπίτι/ σπίτι-δουλειά»  Κάπου, νομίζω, διακρίνεται επιρροή της Δημουλά. Στις  καλύτερες  , ανεπιτήδευτες (εκτός μανιέρας εννοώ) στιγμές της. Ήδη όμως, για την αξία  που έχει μία τέτοια, μικρή, επίδραση πολύς ο λόγος ο γενόμενος…
  Το '01, ο ποιητής, εκδίδει το « Η μόνη φλόγα». Τυχαία αναφέρω αυτό του το έργο. Βρισκόμενο  μια ολόκληρη δεκαπενταετία μετά από την αρχή της παρουσίας του. Από τότε ως σήμερα, εννοώ από αυτή την έκδοση (η οποία περιλαμβάνει ποιήματα καθόλου μικρής ισχύος [ή ‘'εντάσεως'', κατά τα ειωθότα ] όπως το  «ΕΛΠΗΝΟΡΟΣ ΑΠΟΛΟΓΟΣ » ) η έκθεση των πραγμάτων της πόλης (του) , στην σφαίρα μιας άχρονης (ή αλλόχρονης) πραγματικότητας     (τέτοια εκ-θέση ,αποτελεί άλλωστε χαρακτηριστικό όλων των ποιητών)   και αιώνιας (επίτευγμα  όμως ετούτη η αιωνιότητα μόνο των μεγάλων πνοών) πολιτείας, ο τρόπος δηλαδή αυτής της εκθέσεως, γίνεται, ξάστερα, πιο προσωπικός. Αυτή η οικειοποίηση γίνεται μέσω  του χαρακτηριστικού του ποιητή, ή καλύτερα, μέσω της καλλιέργειας του χαρακτηριστικού του αυτού, που τον καθιστά ερμητικό πλάι σε κάποιους  ερμητικούς. Εννοώ, εν ολίγοις, πως διακρίνω συνάφεια στον τρόπο με τον οποίο ο ποιητής μας και οι ερμητικοί, αντιμετωπίζουν το ‘'αισθάνεσθαι''.
  Το βιβλίο αυτό, προσφέρει μια νωπογραφία ( μοιάζει, σε τοίχους κάποιας Αθηναϊκής πολυκατοικίας, ) της καθημερινότητας  της πόλης του. Φτιαγμένη από κάποιον πού ζει με σκοπό να προφταίνει να συλλογίζεται. Και να μιλά. Παρά το εκκωφαντικό  κελάρυσμα των ημερών του. Ίσως ξεχνά, πως πάνω από την πόλη του αυτή (την άλλη απ' τα  πολύ  παλιά, που αφήσαν μοναχά, μικρά-αιώνια ερείπια ναών) βρίσκεται ο ίδιος Αττικός ουρανός. Πιστεύω όμως  ότι σύντομα, ο δημιουργός αυτός, θα κατανοήσει πως τα φαντάσματα αυτά που τον έκαναν να συνθέσει στίχους  από τους όμορφους των προσφάτων  χρόνων της τέχνης μας («Ήταν το φάντασμα/ νιότης που ψάχνει το φονιά της./ Παιχνίδια του καπνού και/ του ανέμου.»   [ Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ]), δεν είναι άλλα από τον ίδιο του τον εαυτό. Και τότε, θα δείξει προς αυτόν τον ουρανό που, μολονότι από ό,τι φαίνεται τον νοσταλγεί πιότερο από άλλους, έπαψε και αυτός να τον αναζητά. Ή, ακόμη και να τον πιστεύει («…Το ίδιο πάντα παιχνιδάκι:/να πικραίνεις ό,τι σ' αγάπησε/ να σε πληγώνει ό,τι αγαπάς.»[Η ΑΠΕΙΛΗ]).




                          Νεκτάριος Σ. Υλίχος
                        για το www.lexima.gr
                               24/7/2006


Lexima.gr - Τα κείμενα αποτελούν απόψεις και θέσεις των συντακτών τους.