Λέξημα / Πεζογραφία / Μπάρμπα ΓκάνιοςΑνώνυμος επισκέπτης
Πεζογραφία Νεότερο Παλαιότερο
'Αρθρο #2062 | Αποστολή από hdermi |
   Τρι 14 Δεκ 2021 
Αλέκο Κωνσταντίνωβ
Μπάρμπα Γκάνιος
Χωρίς εξώφυλλο
Κλασικό έργο της βουλγάρικης λογοτεχνίας
Αλέκο Κωνσταντίνωβ, Μπάρμπα Γκάνιος (μετ. Κώστας Μπαρμπούτης), Οδός Πανός 2017, σελ. 204

  Όταν διαβάζω κάποιο βιβλίο, σχεδόν πάντα υπάρχει κάποιο κίνητρο. Για παράδειγμα διάβασα τον «Μικρό πρίγκηπα» επειδή η μικρή Αλίκη θα τον έβλεπε στο θέατρο. Διάβασα στη συνέχεια και την «Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων» και «Μες στον καθρέφτη και τι βρήκε η Αλίκη εκεί» γιατί είπα «τώρα που είναι ζεστό το σίδερο κολλά». Ήθελα πάντα να διαβάσω αυτά τα τρία παιδικά βιβλία για τα οποία βλέπω συχνά να γίνονται αναφορές.
  Και τον «Μπάρμπα Γκάνιο»;
  Στην ομάδα του facebook «Πάθος για βιβλία» την οποία έφτιαξε ο Γιάννης ο Καραμπίτσος και με έβαλε συνδιαχειριστή, είδα την παρακάτω ανάρτηση: Hello, sorry I don't write in greek, Im looking for this specific Bulgarian book translated in Greek with this book cover as pictured. Do you know if is it possible to find it somewhere? The title is: ΜΠΑΡΜΠΑ ΓΚΑΝΙΟΣ».
  Ακολουθεί το εξώφυλλο του βιβλίου.
  Είπα να τη βοηθήσω μια και πάσχω από το σύνδρομο του καλού Σαμαρείτη. Ο φίλος μου ο Μανόλης ο Πρατικάκης θα μπορούσε ίσως να το θεραπεύσει αλλά δεν θα είχε και μεγάλη διάθεση.
  Το αγόρασα, το διάβασα, σήμερα που γράφω αυτές τις γραμμές θα αναρτήσω και θα της το στείλω, μπας και προλάβει να το έχει τα Χριστούγεννα να το κάνει δώρο σε ένα φίλο της, φιλόσοφο, που σπούδασε στο Καποδιστριακό και διδάσκει ελληνικά. Παρεμπιπτόντως, το παράγγειλα αμέσως, και αμέσως μόλις μου ήλθε το e-mail από την Πρωτοπορία πήγα και το παρέλαβα, προχθές, Κυριακή, που ήταν ανοιχτά τα μαγαζιά.
  Δυο λόγια για τον Αλέκο Κωνσταντίνοβ.
  Ο Κωνσταντίνοβ γεννήθηκε το 1863 και πέθανε το 1897. Για την ακρίβεια δολοφονήθηκε είτε κατά λάθος (η κυρίαρχη εκδοχή) είτε για τη σάτιρά του. Σπούδασε νομικά και εργάστηκε ως δικηγόρος στη Σόφια. Ταξίδεψε πολύ στην Ευρώπη και πήγε και στην Αμερική. Το πρώτο του μυθιστόρημα με το οποίο έγινε διάσημος είναι ακριβώς ο «Μπάρμπα Γκάνιος» που, όπως διαβάζω στη βικιπαίδεια, πρότυπό του σίγουρα ήταν ο Γκάνιο Σόμοβ, ένας έμπορος.
  Το μεγαλύτερο μέρος του «Μπάρμπα Γκάνιου» είναι αναμνήσεις που αφηγούνται μια παρέα φίλων. Στο τέλος θα δούμε και κάποιες επιστολές.
  Το βιβλίο είναι σατιρικό. Ο Κωνσταντίνοβ σατιρίζει τον πονηρό χωριάτη, που το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι πώς να κερδίσει από τις συναναστροφές του με τους άλλους. Αριβίστας στην πολιτική, θα εξελιχθεί σε έναν παράγοντα της πολιτικής ζωής.
  «Λυπήθηκα τον μπάρμπα Γκάνιο. Συνειδητοποίησα ότι αυτό που έκανε ήταν αισχρό, ότι ήταν ένας απαίσιος σπαγκοραμένος, εγωιστής, δόλιος και πονηρός, υποκριτής και εκμεταλλευτής, χυδαίος και αγροίκος ως το μεδούλι των κοκάλων του» (σελ. 106)
  Από τα ωραιότερα κεφάλαια του έργου είναι εκείνο στο οποίο ο Κωνσταντίνοβ σατιρίζει τις εκλογές.
  «Όλοι τους του σκοινιού και του παλουκιού, με σκυθρωπές, σκοτεινές φάτσες. Σ΄ αυτούς είχαν αναθέσει σήμερα να τρομοκρατήσουν, να διώξουν και να σπείρουν τη φρίκη στους και δίχως αυτό φοβισμένους βουλγάρους για να παραιτηθούν από το μόλις μόλις συνειδητοποιημένο δικαίωμά τους να ασκούν την ελεύθερη θέλησή τους στη διοίκηση του κράτους» (σελ. 148).
Επίσης εκείνο με την αλλαγή της επιστολής που θα έστελναν στον πρίγκηπα, ζητώντας του να ζητήσει την παραμονή του πρωθυπουργού, όταν πληροφορούνται ότι ήδη παραιτήθηκε και ανέλαβε κάποιος άλλος.
  Να παραθέσουμε όμως κάποια αποσπάσματα.
  «Αυτός δεν είχε ποτέ του σοβαρές και σταθερές πολιτικές πεποιθήσεις διότι πάντοτε ήταν με το μέρος των ισχυρών της ημέρας. Μασκαράδες μέχρι και τον τελευταίο, αυτό είναι το συμπέρασμα του ανθρώπου μας για τους πολιτικούς διοικούντες» (σελ. 14).
  Αυτό, από τον πρόλογο της Penka Slavcheva.
  «-Εε κι εγώ, τι κόσμο έχω γυρίσει!....Βουκουρέστι, Γαλάτσι?» (σελ. 21).
  Υπάρχει κι αλλού Γαλάτσι, όχι μόνο στην Αθήνα όπου μένω εγώ. Πριν πολλά χρόνια έγιναν αδελφές πόλεις.
  «-Che fromosa es donneta» (σελ. 30), σχολιάζει ο μπάρμπα Γκάνιος.
  Δεν τα ξέρει καλά τα ρουμάνικα, να ρωτήσει εμένα. Δυο φορές μόνο διάβασα το ρουμάνικο Teach yourself books, την πρώτη φορά πριν δεκαετίες και την τελευταία πριν τέσσερα χρόνια, αλλά φρόντισα να απομνημονεύσω μια φράση που την έχω πει κάμποσες φορές: E?ti foarte frumoas?, είσαι πολύ όμορφη. Η απάντηση ήταν πάντα mul?umesc, εκτός από μια φορά που ήταν «ευχαριστώ».
  «Παρασυρμένος από την επιθυμία του να παρουσιάσει τον εαυτό του ως πολιτισμένο άνθρωπο, ο μπάρμπα Γκάνιος δεν μπόρεσε να παραλάβει το πιάτο με τη σούπα το οποίο του πρόσφερε η οικοδέσποινα και έχυσε αρκετό από το περιεχόμενο πάνω στο τραπέζι, και έως ότου τον εμποδίσουν οι υπόλοιποι αυτός μάζεψε αρκετή από την σούπα με το κουτάλι του και την επέστρεψε στο πιάτο του. Η οικοδέσποινα δεν ήθελε να του επιτρέψει να φάει αυτή τη σούπα αλλά αυτός από λεπτότητα αγκάλιασε το πιάτο με τα χέρια του και δεν ήθελε να του το αλλάξουν» (σελ. 66-67).
  Απολαυστικό, μη μου πείτε.
  «Η κοπέλα κάθισε στο πιάνο και άρχισε να παίζει κάτι ατελείωτα τραγούδια από την όπερα Πουλημένη μνηστή¬ του Σμέτανα.
  Αγαπημένο μου κομμάτι η εισαγωγή.
  Ο μεταφραστής δεν είναι δόκιμος, ίσως δεν έχει κάνει άλλη μετάφραση, αλλά συγγραφέας καθώς είναι η μετάφρασή του είναι πολύ καλή. Ελάχιστες είναι οι ενστάσεις μου. Αντί για Γκοτσιόολου και Ντοτσιόολου θα μπορούσε να γράψει Γκοτσιόγλου και Ντοτσιόγλου. Τον νταή Ντάκο τον Ουρσούζη θα ήταν καλύτερα να τον μετέφραζε ως Ντάκο ο Αρκούδος (από το λατινικό ursus, αρκούδα).
  «Βιαστική σκύλα τυφλά τα γεννάει» (σελ. 166), βουλγάρικη παροιμία.
  «Το βιαστικό γαμήσι κάνει κουζουλό κοπέλι», κρητική παροιμία, έχω αφηγηθεί αλλού πώς την έμαθα.
  «Και χωρίς πετεινό πάλι ξημερώνει» (σελ. 189), άλλη βουλγάρικη παροιμία.
  «?να βαδίζει στο δάσος ολόκληρο σύνταγμα, οι στρατιώτες να γαυγίζουν σαν τα σκυλιά και οι αξιωματικοί να κυνηγούν λαγούς, γιατί εμείς δεν στρατευθήκαμε για να μάθουμε να γαυγίζουμε αλλά να φυλάγουμε την πατρίδα μας, και εντελώς κουρασμένοι, ξεθεωμένοι, δάκρυα να τρέχουν από τα μάτια μας, πεινασμένοι, και αυτοί να μας βάζουν να γαυγίζουμε και μάλιστα καλά σαν κυνηγόσκυλα, αλλιώς? ξύλο, γιατί δεν ξέρεις να γαυγίζεις σαν κυνηγόσκυλο και σκότωσαν μόνο πέντε λαγούς. Καλά που δεν πλήγωσαν κανέναν στρατιώτη, γιατί πάλι αυτός θα έτρωγε ξύλο αφού δεν φυλάχτηκε» (σελ. 200).
  Κυριολεκτικά καράφλιασα διαβάζοντάς το.
  Κλασικό έργο της βουλγάρικης λογοτεχνίας όπως ο «Καλός στρατιώτης Σβέικ» της τσέχικης, αξίζει να το διαβάσετε. Τρέξτε όμως, έχουν μείνει ελάχιστα αντίτυπα από την έκδοση.  

Μπάμπης Δερμιτζάκης

Lexima.gr - Τα κείμενα αποτελούν απόψεις και θέσεις των συντακτών τους.