Λέξημα / Ποίηση / «Ξένος ειμί και άλλα ποιήματα»Ανώνυμος επισκέπτης
Ποίηση Νεότερο Παλαιότερο
'Αρθρο #197 | Αποστολή από ?????? |
   Κυρ 21 Μαρ 2004 
Χρίστος Ρουμελιωτάκης
«Ξένος ειμί και άλλα ποιήματα»
Εξώφυλλο
Η ομορφιά είναι το κύριο χαρακτηριστικό του έργου αυτού, τόσο των ποιημάτων όσο και της ίδιας της έκδοσης...
ΞΈΝΟΣ ΕΙΜΙ

«Ξένος ειμί και άλλα ποιήματα», Χρίστος Ρουμελιωτάκης,
Τυπωθήτω, Αθήνα, 2002, σελ. 72



Αν το πρώτο ζητούμενο της ποίησης είναι η ομορφιά (γιατί και το «Μια εποχή στη κόλαση» του Ρεμπώ έτσι αρχίζει: «Ένα βραδάκι κάθισα την Ομορφιά στα γόνατά μου, και τη βρήκα πικρή και τη βλαστήμησα…»), τότε κανείς νομίζω δεν θα βλαστημήσει διαβάζοντάς το έργο του Χρίστου Ρουμελιωτάκη, «Ξένος ειμί και άλλα ποιήματα». Κι αυτό γιατί η ομορφιά είναι το κύριο χαρακτηριστικό του έργου αυτού, τόσο των ποιημάτων όσο και της ίδιας της έκδοσης, που είναι επιμελημένη ως την παραμικρή λεπτομέρεια. Το χρώμα του εξωφύλλου, η υφή του, τα τυπογραφικά στοιχεία, αλλά κυρίως το σχέδιο που το κοσμεί και σε ξεγελά δίνοντας την εντύπωση πως πρόκειται για ανάγλυφο, προδίδουν την αγάπη του ποιητή για την ομορφιά. Αυτά όμως είναι μόνο η προετοιμασία για το τι πρόκειται να επακολουθήσει στο εσωτερικό του βιβλίου, όπου, ενώ τίποτε το πομπώδες και το γοητευτικά παραπλανητικό δεν προσπαθεί να σε αιχμαλωτίσει και να σου πλασαριστεί για δήθεν σπουδαία ποίηση, κάτι σε κάνει να ξαναγυρίσεις να διαβάσεις ξανά τα ίδια ποιήματα, που νόμισες ότι ξεμπέρδεψες μαζί τους, για να ανακαλύψεις ότι χαμογελούν πονηρά, κρατώντας ζυλότυπα τα μυστικά της ομορφιάς τους.
Μια ηρεμία τα διαπερνάει, ανάμεικτη με το σεβασμό προς τον αναγνώστη, που συμβαδίζει όμως με την απαίτηση ο αναγνώστης να νοεί, να συλλαμβάνει τα πολλά από τα λίγα που λέγονται, να απολαμβάνει το περισσότερο που υπονοείται από τη λεπτομέρεια που περιγράφεται… Δεν τον υποτιμούν καθόλου. Ίσα ίσα τον εξυψώνουν σε αυτό που θάπρεπε νάναι, αν δεν ήταν καταναλωτής, να γίνει ένας νοήμων συνομιλητής. Αποτέλεσμα αυτού του σεβασμού είναι η ολιγοστιχία τους, συνδυασμένη με την πυκνότητα και την ελλειπτικότητα του νοήματος.
Η γλώσσα τώρα με την οποία εκφέρονται όλα αυτά χαρακτηρίζεται από την αρτιότητα του λόγου που ‘χορταίνει' τον αναγνώστη, καθώς παντρεύει τον προφορικό ρυθμό με μνήμες λόγιων αναφορών, όπως φαίνεται στην αρχαία φράση του τίτλου ‘ξένος ειμί' και στο ομώνυμο ποίημα, αλλά και στις φράσεις ‘άμα ήρι αρχομένω' και ‘η Λευκοθέα απεθφέγγετο', μαζί με γλωσσικούς τύπους καθαρά προφορικούς, όπως ‘τραβήχτηκε'. Να υποθέσω ότι πίσω από την υψηλή αυτή αισθητική του ρυθμού κρύβεται η κρητική μαντινάδα (και γενικότερα η κρητική περάδοση) ως καταγωγικός εξοπλισμός και μνήμη παιδικών βιωμάτων; Πάντως η γλώσσα, σαν αίσθηση που απορρέει από την ανάγνωση των ποιημάτων του Ρουμελιωτάκη, μου θυμίζει τη σελίδα εκείνη του Παπαδιαμάντη όπου περιγράφονται τα «λάφυρα του θανάτου»… Σε αυτό συντείνει όχι μόνο η μείξη φαινομενικά ετερόκλητων γλωσσικών στοιχείων, αλλά και η μείξη των εποχών, με τρόπο ώστε η ιστορία να γίνεται ένα αδιάκοπο παρόν, σφραγισμένο από την αίσθηση του τέλους, του θανάτου δηλαδή, που γίνεται ο προνομιακός χώρος συνάντησης των πάντων. Πράγματι το τέλος της αριστερής προοπτικής της ιστορίας και η συνακόλουθη απογοήτευση, περνούν μέσα στην ποίηση του Ρουμελιωτάκη ως ένα βίωμα θανάτου. Αλλά το βίωμα του θανάτου είναι απαραίτητο για να γεννηθεί η ποίηση, έστω και σαν θάνατος της συγκεκριμένης εμπειρίας, της οποίας ανακαλεί τη μνήμη. Εδώ όμως δεν πρόκειται για το θάνατο μιας συγκεκριμένης εμπειρίας, ενός έρωτα ας πούμε, αλλά για την εμπειρία του θανάτου ενός ολόκληρου είδους ζωής, του είδους της ζωής του στρατευμένου και διωγμένου αριστερού που προδόθηκε από την ιστορία στην οποία τόσο πόνταρε στη ζωή του, ώστε πια να νιώθει μέσα σ` αυτήν σαν ένας ξένος:

Ξένος ειμί και μισθοφόρος-
κάθε φορά που στη στροφή βλέπω τη θάλασσα
το νιώθω.

Όλη τη μέρα πολεμώ σε ξένο τόπο
τα βράδια, κάτω από το λύχνο,
καθώς με πιάνει η νοσταλγία της πατρίδας
συγγράφω την ανάβασή μου.

Ξένος ειμί και μισθοφόρος-
αν τη διαβάσετε να είστε επιεικείς,
στην εποχή μου
δεν υπήρχε άλλος τρόπος να πεθαίνεις.


Δεν είναι ο αρχαίος εκείνος μισθοφόρος και συγγραφέας στον οποίο παραπέμπει, ο Ξενοφών, γιατί παρόλο που βλέπει τη θάλασσα καθημερινά, δεν υπάρχει περίπτωση να γυρίσει πίσω πια, σε μια νοητή πατρίδα που π έ θ α ν ε, που η ιστορία την ξεπέρασε για πάντα, κι έτσι η λέξη ξένος αποκτά μια βαθιά υπαρξιακή χροιά. Ο πόνος, η απογοήτευση, η πίκρα, το αίσθημα της ηττημένης και βασανισμένης αριστεράς, η νοσταλγία για το οριστικά χαμένο, έχουν ‘εντοιχιστεί' μέσα στις λέξεις «ξένος ειμί και μισθοφόρος», χωρίς καμιά αισθηματολογία, κανένα επίθετο η επίρρημα, μονάχα με την διαφοροποίηση των συγκεκριμένων λέξεων από το κειμενικό περιβάλλον του έργου του Ξενοφώντα, όπου παραπέμπει. Ο ξένος κουβαλά, ζει και γράφει την ιστορία του μόνος του πια, γιατί αυτός είναι ο μόνος τρόπος να «πεθάνει», να αποκτήσει δηλαδή συνείδηση της ζωής του. Από την άλλη αυτή η λέξη «ανάβαση» μπορεί να υπονοεί έναν ανήφορο, μπορεί ο ανήφορος αυτός να λέγεται Γολγοθάς, (τίποτα δεν αποκλείεται σε μια τόσο πυκνή και υπαινικτική ποίηση), οπότε πια ο ποιητής γίνεται ο καταγραφέας του μαρτυρίου του. Και ο «λύχνος» τότε είναι μία αναφορά στο βαθύ (πνευματικό;) σκοτάδι που νιώθει ο ποιητής να τον περιστοιχίζει καθώς γράφει, και συγχρόνως δηλώνει το μοναδικό, προσωπικό, παραδοσιακό μέσο που έχει να φωτίσει το σκοτάδι αυτό, δηλαδή την ποίηση. Η αξιοπρέπεια του μοναχικού τεχνίτη φαίνεται στο ρήμα «συγγράφω», που δείχνει συγχρόνως και την αίσθηση της συνέχειας, της γραμματειακής συνέχειας, (συγγράφω όπως και ο Ξενοφών). Η αναφορά όμως και η οδηγία προς τον αναγνώστη, θυμίζουν αρχαίο επίγραμμα χαραγμένο σε μνημείο, που απευθύνεται στον αναγνώστη-διαβάτη…
Έτσι λοιπόν η λιτότητα είναι επιλογή, είναι αποτέλεσμα μόχθου και βασάνου του στίχου, είναι απαίτηση για κλασσική ομορφιά, όπου το ήθος του τεχνίτη μετατρέπεται σε αισθητικό αποτέλεσμα. Και το κύριο μέσο με το οποίο επιτυγχάνεται αυτό το αποτέλεσμα είναι η χρήση ενός στέρεου αφηγηματικού λόγου που πατάει γερά τόσο στην προφορική λαϊκή λογοτεχνία, όσο και στη γνώση της λόγιας. Ενός λόγου που παίρνει πάντα τη μορφή μιας αφηγούμενης ιστορίας, είτε σε πρώτο πρόσωπο, είτε σε τρίτο, είτε και σε δεύτερο ακόμη, στην οποία η προσωπική ιστορία του αφηγητή συμπλέκεται με την ελληνική ιστορία σε ένα διαρκές παρόν που ορίζει η μνήμη:

Ζωή κι αυτή
ν` αλλάζεις κάθε μέρα όνομα,
να κουβαλάς πλαστές ταυτότητες και διαβατήρια
και για ποιο λόγο.

Πότε νοτάριος ή μουσικός
Πότε νοτάριος ή κατζιλιέρης
και για ποιο λόγο.

Γυρίζουν όλα πάλι στο μυαλό σου,
οι δρόμοι, η προφητεία,
οι κατακόμβες,

τα χρόνια πριν απ` τους Ορλώφ,
χλωρά, μοσχοβολούντα διά παντός,
όταν που υπήρχε ο λόγος.




για το Lexima.gr

από Μαρία Φιλουμένη Δέλλιου





Lexima.gr - Τα κείμενα αποτελούν απόψεις και θέσεις των συντακτών τους.