Λέξημα / Ποίηση / Πόνημα ΨυχήςΑνώνυμος επισκέπτης
Ποίηση Νεότερο Παλαιότερο
'Αρθρο #1808 | Αποστολή από hdermi |
   Πεμ 5 Σεπ 2013 
Ρεγγίνα Γελαδά-Κάϊκα
Πόνημα Ψυχής
Χωρίς εξώφυλλο
Μία βαθυστόχαστη ποιητική συλλογή, λυρική περιδιάβαση στα δύσβατα μονοπάτια της ανθρωπογνωσίας
Ρεγγίνα Γελαδά-Κάϊκα,  Πόνημα Ψυχής, Αθήνα, Οκτώβριος 2012, σελ. 47.

     Αν ισχύει η άποψη πως «όποιος αγγίζει ένα βιβλίο, αγγίζει έναν άνθρωπο» (Ουίτμαν) και πως πίσω από κάθε ευφάνταστο ποιητικό οίστρο κρύβεται η ασίγαστη επιθυμία να εκφραστεί αυθεντικά η ζωή, στη συγκεκριμένη περίπτωση η προσπάθεια της συγγραφέως, όπως η ίδια αφήνει να υπονοηθεί, φέρει τη σφραγίδα ενός πολύχρονου πνευματικού και ψυχικού κόπου,  λυρικού στην έκφρασή του και σεμνού στο περιεχόμενό του.  Το ομολογεί, άλλωστε, και ο τίτλος του έργου της: «Πόνημα Ψυχής».
      Τριάντα είναι τα ποιήματα της νέας αυτής συλλογής, σε μία καλαίσθητη, εξαιρετικά προσεγμένη έκδοση, και όλα ξεκινούν από την ίδια βασική αφετηρία, την ίδια βασική πρόθεση,   να μεταπλαστούν φωτεινά κι ελπιδοφόρα ο φόβος κι η οδύνη της ζωής σε «ταξίδι» αναζήτησης νοήματος, σε γενναίο ταξίδι χαράς ως την άκρη του κόσμου, ως εκεί που μπορεί να αντέξει η «αιώνια» ψυχή στη λυσσαλέα πάλη της, «διόλου έτοιμη στην αρχή και διόλου θαρραλέα», πιστή όμως πάντα στον ιερό της όρκο, όρκο αγώνα.   Γιατί «στον μόχθο του», λένε οι σοφοί, «βρίσκει o άνθρωπος τον εαυτόν του» και  «στα βάθη του» ανακαλύπτει τη «σχεδία του»,  «γλώσσα με λέξεις», φτιάχνοντας την Τέχνη του, την ποίησή του, το ανάχωμά του στις προσωπικές αντιξοότητες της ζωής.
     Σε ένα τέτοιο ανάχωμα στεκόμαστε τώρα, στο οποίο η δημιουργός του έριξε γερά θεμέλια, «όταν στου εγώ της στήθηκε τα κοντά κι αδύναμα ποδάρια», προσπαθώντας, με ευψυχία, να αντιμετωπίσει την απουσία ενός πολύ αγαπημένου οικείου της προσώπου, του Αντρέα,  που έφυγε πολύ νωρίς από τη ζωή και στον οποίο αφιερώνει την πρώτη αυτή ποιητική της δουλειά.  Το εξώφυλλο, που η ίδια φιλοτέχνησε, γίνεται ο οπτικός αντικατοπτρισμός της εσωτερικής της δοκιμασίας, πέλαγα στην φουρτούνα που σπάνε με δύναμη στον βράχο που η ίδια αντικρύζει πίσω από το νοτισμένο τζάμι του μπαλκονιού της, κατάφορτο από τα δάκρυα της θάλασσας και τις δροσοσταλίδες της. Είναι η ματιά της, τα πέλαγα που κοίταξε και νίκησε- η κατάκοπη-κάποτε -ψυχή της, το σκοτισμένο-κάποτε-πνεύμα της για μια ιερή απώλεια, για μια ιερή αγάπη, και μετά για μια ιερή συμπόνια. Και το μόνο βιογραφικό της στοιχείο που θα μπορούσα να παραθέσω είναι αυτό που ίδια η συγγραφέας εκμυστηρεύεται κι έχει σχέση με το νησί της, τη Ζάκυνθο, εκεί όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε, σε μία τρομερή συνάντηση ζωής και θανάτου, σκότους και ομορφιάς, «μέσα σε μία φύση ήρεμη που της έδωσε πλουσιοπάροχα τις πρώτες εικόνες της ζωής και τον ανάκουστο κελαϊδισμό, ακόμα κι όταν η ίδια ρουφούσε  το μητρικό γάλα στα ερείπια ενός σεισμού».
    Κι είναι ο θάνατος και η ζωή έννοιες αλληλένδετες,  δεμένες σε μία διαρκή ανακύκληση, σε μία ατελεύτητη κυκλική πορεία ζωής που κάθε αρχή οδηγεί σε ένα τέλος και κάθε τέλος οδηγεί σε μία νέα αρχή. Είναι αυτή η αριστοτελική εντελέχεια των πραγμάτων που στην αρχαία ελληνική λατρεία εκφράστηκε με τις ανοιξιάτικες γιορτές προς τιμήν του Θεού Άδωνη που τιμούσαν το ξύπνημα και την αναγέννηση της φύσης, και τα τραγούδια των εορτών, τα Αδωνίδεια, θρηνητικά άσματα προς τιμήν ενός Θεού που πέθαινε, αλλά μετά… ξαναγεννιόταν:
             Χρόνια αθώα της νιότης, η αλκή της ζωής!
            Ακόμα από τα θηκάρια δεν είχαν βγει τα μαχαίρια
           Βλαστέ καταπράσινε, η ικμάδα του σπόρου!
            Ακόμα ο χειμώνας δεν είχε ενσκήψει.
           Πουλάρι της ήβης ελεύθερο, σε λειμώνες του Μάη!
           Ακόμα χαλινό η Ανάγκη δεν σου είχε περάσει.
           Αηδόνι, πουλί των ονείρων, ωδή της χαράς!
           Ακόμα η πέτρα δεν είχε μπει στη σφεντόνα.
          Ίουλε, που δειλά χλόισες σε παρειές και σε σκέλια!
          Ακόμα το καύμα του Ιούλη δεν σε είχε αγγίξει.
          Ακόμα η Εκάτη δεν είχε ανατείλει.
           Άδωνή μου πεντάμορφε, της ζωής χοροστάσι!
           Η Κόρη τον όρκο αθέτησε και ο Δίας δεν παρενέβη
                                                                                         (Αδωνίδειο)
    Συχνά τα γεγονότα της ζωής μας ξεπερνούν και για να τα αντιμετωπίσουμε χρειαζόμαστε δύναμη, αυτό άλλωστε είναι η ζωή και δεν είναι τυχαίο που οι αρχαίοι την είχαν ονομάσει Βίο, από την βία, τη δύναμη που χρειάζεται ο άνθρωπος για να την διατρέξει. Και, όχι σπάνια,  στη προσπάθειά μας να αντέξουμε την ένταση των αλλαγών που αυτή μας επιφυλάσσει, γράφουμε, συλλογιζόμαστε, φιλοσοφούμε, δημιουργούμε. Ένας διεισδυτικός ερευνητής της ανθρώπινης ψυχής, ο Βίκτορ Φρανκλ, έχει εύστοχα επισημάνει ότι παντού ο άνθρωπος είναι  αντιμέτωπος με τη μοίρα, παντού ο άνθρωπος είναι αντιμέτωπος με την οδύνη, μα παντού ο άνθρωπος έχει την ευκαιρία να πετύχει κάτι μέσα από την ίδια την οδύνη. Είναι τότε που η ψυχή εξαγνίζεται, καθαγιάζεται μέσα από την  πάλη και τον αγώνα της και «ταξιδεύει» «φύλλο αρμπαρόριζας σε σχήμα καρδιάς», «μέχρι τα έσχατα του κόσμου», «ως την άκρη του κόσμου», ως εκεί που το αγαπημένο μας πρόσωπο ζει.
Λουλούδια και φύλλα στη θάλασσα ρίχνω
από τον δικό μου κήπο
Ένα κύμα φορτώνει στη ράχη του
φύλλα από δυόσμο και δυο κλωνιά καργιοφύλι……
Μια ριπή ανέμου κουβαλάει
φύλλο αρμπαρόριζας σε σχήμα καρδιάς.
Ένας γλάρος σηκώνει στο ράμφος του
μπουγαρίνια ολόλευκα με το άρωμά τους στο φόρτε…….
Μαργαρίτα ολάνοιχτη που «Σ΄ αγαπώ» θα σου πει
και αυτή στον αφρό ταξιδεύει.
Το μαντζέτο που σου ΄φτιαξα από κυπαρίσσι και μύρτο
πάνω στα κύματα τώρα χορεύει…….
Λουλούδια και φύλλα σε ράχη δελφινιού ταξιδεύουν.
Η ουρά του χαράσσει της μνήμης τον δρόμο.
Θα τα πάει ως πέρα μακριά….
Μέχρι του κόσμου τα έσχατα….
Ως εκεί που υπάρχεις.
                                                                         (Ως την άκρη του κόσμου)

     Αναμφισβήτητα κάθε στιγμή της ζωής είναι μία στιγμή γνώσης, επίγνωσης και συνειδητοποίησης, κάποτε όμως οι προκλήσεις που αυτή ενέχει είναι πολύ ισχυρές, κι όσο πιο ισχυρή είναι η πρόκληση τόσο δυσκολότερο γίνεται να την υποδεχτεί κάποιος και να αντέξει. Πολλοί πνευματικοί στοχαστές και δημιουργοί λυγίζουν και σιωπούν ή στέκονται αμήχανοι απέναντι στις μεγάλες ανατροπές του ανθρώπινου βίου και μία ανεκτίμητη πνευματική παρακαταθήκη χάνεται, γιατί δεν αποτυπώνεται πουθενά. Κάποιοι όμως, λίγοι, στην προσπάθειά τους να γνωρίσουν την ουσιαστική τους εικόνα βρίσκουν το θάρρος και προχωρούν, και τότε ένας βαρύτιμος πλούτος πνευματικότητας καταγράφεται σε κάποιο βιβλίο, σε κάποια χαρτιά, αυτά που δεν προλάβαμε να πούμε ή να κάνουμε, αυτά που δεν τολμήσαμε να πούμε ή να κάνουμε, αυτά που απαγορεύσαμε στους εαυτούς μας να πούμε ή να κάνουμε, γιατί δεν έπρεπε, γιατί δεν μπορέσαμε ή γιατί φοβηθήκαμε. Τότε μόνο αγγίζουμε το βαθύτερο πρόσωπο της ανθρώπινης φύσης μας, τότε μόνο ανοίγουμε τα δύσκολα μονοπάτια της ανθρωπογνωσίας μας. Ένα τέτοιο μονοπάτι επιχειρεί να ανοίξει με τη γραφίδα της η ποιήτρια του Πονήματος, σε μία αυθεντικά προσωπική λειτουργία, επιχειρώντας με τη βιωματική γνώση να μετατρέψει  την οδύνη σε λύτρωση και να δώσει απάντηση σε ερωτήματα υπαρξιακά. Η έλλειψη επιτήδευσης, η καθαρότητα της παλλόμενης αφήγησης, τα εύστοχα λυρικά ανοίγματα των ποιημάτων της, η θεώρηση του θανάτου ως μέσου, ο οποίος αποκτά αξία και υπόσταση μόνο χάρις στην ύπαρξη της ανθρώπινης αυτογνωσίας και εγκαρτέρησης που στέκει ακλόνητη στις ανέλπιστες τροπές της ζωής,  δικαιώνουν την πρόθεσή της.
   Την άνοιξη πάλι θα απλώσω τα χέρια μου να χαϊδέψω το σώμα σου.
   Να έτσι, όπως τώρα που σε ψηλαφούν τα δάκτυλά μου.
  Οι παλάμες μου θέλουν να κρατήσουν του κορμιού σου το σχήμα.
Κεφάλι λιονταριού με πλούσια χαίτη που σου χαρίζουν τα βρύα,
το κομμάτι σου πάνω στη θάλασσα.
Οι λακουβίτσες που κατάφεραν να σ΄ανοίξουν με τα χρόνια
τα κύματα, δύο μάτια που μόνο εγώ τα διαβάζω.
Έκαιγε ο ήλιος την πέτρα όταν βούτηξα και σ΄έφερα γύρω!
Είδα στα γερά σου ριζώματα της ζωής το εργοστάσιο.
Το κορμί σου πανδοχείο φιλόξενο για κάθε αδύναμο πλάσμα.
Όστρακα κολλημένα επάνω σου, στη ράχη σου αχινοί αραγμένοι.
Χόρτα που η αλμύρα τα τρέφει, κρατημένα από σένα
Χορεύουν ανέμελα στο ρυθμό των κυμάτων.
Καταφύγιο μικρών καβουριών οι σχισμές σου,
ανάμεσά τους νεογέννητα ψάρια τη ζωή δοκιμάζουν.
Πριν χρόνια έναν τέτοιο Νοέμβρη
στη δική σου αγκαλιά την ψυχή μου ακούμπησα
και την άφησα να θητεύσει κοντά σου.
Καλύτερο εκπαιδευτή από σένα δε βρήκα,
που αγέρωχος στέκεις στα ανελέητα κύματα
καρτερώντας από τα υπερβόρεια να γυρίσει ο ήλιος.
Πολλούς χειμώνες πίσω από το θολωμένο μου τζάμι σας έβλεπα.
Εσένα όρθιο να στέκεις με πείσμα κι εκείνη
φοβισμένη και μούσκεμα γραπωμένη απάνω σου
να με παρακαλεί να την πάρω.
Διπλώθηκε το κορμί από αβάσταχτους πόνους.
Τα αυτιά μου με τα χέρια μου έκλεισα να μην ακούω
τις κραυγές της και δεν την πήρα!
Μαζί σου εκτεθειμένη στους βοριάδες την άφησα τα οφέλη
της τρικυμίας να μάθει.
Μέριασε βράχε! σε προστάζει φουσκωμένο το κύμα μα εσύ
δεν μεριάζεις.
Κρεμασμένη από σένα τη βλέπω, έντρομη, μόλις που καταφέρνει να
γλιτώσει από τη δίνη.
Μέριασε βράχε! Οργισμένος βρυχάται ο Αίολος και θυμωμένος ο
Ποσειδώνας την τρίαινα με μανία χτυπάει.
Μέριασε βράχε! Θα σε συντρίψουμε με της αστραπής τη ρομφαία.
Χαθήκατε και οι δυο από τα μάτια μου την ώρα που έπεφτε το
αστροπελέκι.
Καταδύθηκες και την πήρες μαζί σου, στου βυθού τη γαλήνη.
Ιέρεια σε ναό της δικής σου Σοφίας την έβαλες, να μυηθεί στην αξίνα
Της αταραξίας που αιώνια υπάρχει, κάτω από την επιφάνεια της
τρικυμίας.
Τη μαγεία της κινούμενης άμμου της έδειξες,
να γνωρίσει την αέναη, αθόρυβη και ουσιώδη ροή της ζωής,
στην πορεία της στον άχρονο χρόνο.
Θυμάσαι;
                                                                                                     (Ο Βράχος)

Αγγελική Γ. Κομποχόλη
Φιλόλογος-Δρ Πανεπιστημίου Αθηνών

Lexima.gr - Τα κείμενα αποτελούν απόψεις και θέσεις των συντακτών τους.