Λέξημα / Πεζογραφία /  Το Αλλογάκι της ΠαναγίαςςΑνώνυμος επισκέπτης
Πεζογραφία Νεότερο Παλαιότερο
'Αρθρο #1806 | Αποστολή από hdermi |
   Πεμ 29 Αυγ 2013 
Αρχοντούλα Διαβάτη
Το Αλλογάκι της Παναγίαςς
Χωρίς εξώφυλλο
Ο λόγος του αναστοχασμού της Αρχοντούλας Διαβάτη
Αρχοντούλα Διαβάτη, Το Αλλογάκι της Παναγίαςς, Μυθιστορίες, Νησίδες, 2012

Το Αλογάκι της Παναγίας της Αρχοντούλας Διαβάτη αποτελεί ένα καλειδοσκόπιο μνήμης και αναστοχασμού πάνω στη ζωή ή μάλλον στην πορεία της (κυρίαρχης) σκεπτόμενης συνείδησης του βιβλίου από την παιδική μέχρι τη μέση ηλικία. Πιο συγκεκριμένα οι αφηγήσεις, που αποδίδονται σε περισσότερες από μία φωνές, οργανώνονται και τοποθετούνται, άλλοτε με εμφανή και άλλοτε με αφανή τρόπο, γύρω από έναν ισχυρό μνημονικό πόλο: το μήνα που πολλά από τα ομιλούντα υποκείμενα του βιβλίου πέρασαν στη Γενεύη το καλοκαίρι του 1973. Πρόκειται για τον κύκλο θερινών μαθημάτων που διοργάνωσε η Ένωση Ελλήνων Πανεπιστημιακών Δυτικής Ευρώπης με θέμα τη σύγχρονη Ελλάδα ένα χρόνο πριν την πτώση της χούντας και εξελίχθηκε σε ισχυρή αντιδικτατορική πράξη. Το αφηγηματικό αυτό σημείο αναφοράς αποτελεί γεγονός ιστορικό (η φωτογραφία που κοσμεί το οπισθόφυλλο, αλλά προτάσσεται και του κειμένου αποτελεί ντοκουμέντο) και θα σημαδέψει όσους, νέοι τότε, συμμετάσχουν έχοντας, λίγο έως πολύ, κοινή αφετηρία: αριστερή αντίληψη για τη ζωή, αγάπη για τα γράμματα, πόθο για εκδημοκρατισμό. Εκείνο που η εξέλιξη της αφήγησης θα δείξει είναι ότι η προσωπικότητα του καθενός θα εξελιχθεί διαφορετικά: η πολιτική στράτευση και τα νέα δεδομένα της μεταπολιτευτικής εποχής, η καθημερινότητα που σφυροκοπά τα οράματα, η επαγγελματική αποκατάσταση και η ρουτίνα, ο γάμος και η πλήξη, η μητρότητα και η δοκιμασία του γονεϊκού ρόλου, η ωριμότητα και η ανασκόπηση των πεπραγμένων.
Δομημένο σε πέντε μέρη με το πρώτο, που ξεκινά με την πρώιμη εφηβεία, να δίνει αδρομερώς την ατμόσφαιρα νοσταλγίας στην οποία θα κινηθούν το τρίτο, τέταρτο και πέμπτο μέρος. Προεξάρχουσα θέση κατέχει το δεύτερο μέρος που επικαλείται τη φόρμα του ιστορικού τεκμηρίου της εποχής προκειμένου να αποδώσει το κλίμα της ευφορίας και των προσδοκιών που δημιούργησε, σε όσους παρακολούθησαν τα μαθήματα, ο μήνας της Γενεύης - (πιο συγκεκριμένα περιλαμβάνει τα γράμματα που επί δυόμισι χρόνια έστελνε ο Άγγελος στη Ναυσικά, μέλη και οι δύο της παρέας της Ελβετίας ). Η Διαβάτη καταφέρνει με επιδέξιους χειρισμούς και αφαιρέσεις να σκιαγραφήσει μέσα από το λόγο του Άγγελου όχι μόνο το προφίλ του αποστολέα (η ρητορική και η μαχητικότητα ενός αριστερού φοιτητή στο σκαλοπάτι της αντιπολίτευσης όπως ζυμώνεται με την ιστορική στιγμή), αλλά και το προφίλ της παραλήπτριας (η λαχτάρα για την τέχνη και τη διανόηση, η τάση για ενδοσκόπηση, η ροπή προς έναν τρόπο ζωής που θα αναδυθεί στην ελληνική κοινωνία με το τέλος της δικτατορίας).
Το τρίτο μέρος είναι αφιερωμένο στους εισηγητές των θερινών μαθημάτων, όλοι στολισμένοι  με τη λάμψη του διανοούμενου και του δασκάλου, θα εξελιχθούν, στις δεκαετίες που θα ακολουθήσουν, σε πρωταγωνιστές της μεταπολιτευτικής νεοελληνικής διανόησης (ενδεικτικά αναφέρω τον Βασίλη Βασιλικό, τον Γιάννη Ξενάκη  κι ανάμεσά τους την εμβληματική φιγούρα του Δημήτρη Χατζή). Η αφήγηση, πρωτοπρόσωπη και αναδρομική, καταφέρνει να αποδώσει τις εσωτερικές αναταράξεις που προκάλεσαν σε μία από τις συμμετέχουσες ο μήνας της Γενεύης, που από μάθημα για τη σύγχρονη Ελλάδα θα εξελιχθεί σε μάθημα ζωής.
Στο τέταρτο επανέρχεται και εγκαθίσταται ο λόγος του πρώτου μέρους, αποδίδεται όμως σε πολλαπλές φωνές. Είναι η λαλιά της μνήμης και της απουσίας, του τετελεσμένου, όπως ξεπηδά άναρχα και απροσδόκητα από τις εικόνες του παρόντος. Διανόηση, ποίηση, τέχνη, όλα ανακαλούν την εμπειρία της Γενεύης, όλα από εκεί ξεκίνησαν κι εκεί περιστρέφουν: «Είμαι περίεργη-κίτρινη, αλλά και διαβάσματα Ελύτης, Μόραλης, Τσαρούχης του Ηλία Πετρόπουλου η ανακάλυψη ενός κόσμου όπου ανυπομονούσα να πολιτογραφηθώ- και αίσθηση ελευθερίας, τότε μόνο σχεδόν στη ζωή μου όλη, πριν και μετά» (σελ. 74).
Το πέμπτο μέρος παλινδρομεί μεταξύ α΄ και γ΄ προσώπου καταγράφοντας τις αναμνήσεις και τις εμπειρίες της ενήλικης πλέον ζωής, καλύπτοντας την εποχή του εργασιακού βίου, των ενήλικων σχέσεων, της ζωής εν οίκω, κυρίως όμως τη διάψευση της νεότητας, τις προσδοκίες που δεν δικαιώθηκαν, τις χαμένες ευκαιρίες  μιας ολόκληρης ζωής: «Θυμώνω αναδρομικά γι΄ αυτά που δεν έζησα. Για τις μέρες χωρίς γαλήνη, σεβασμό, ηρεμία. Για τις μέρες του θυμού για την αδικία και τη στενομυαλιά, για τη ζωή που πήγαινε χαμένη, για τις φωνές, τη βία, τα κλάματα. Για το γαλήνεμα που αργούσε, για τη μνησικακία.  Τα χρόνια που χάθηκαν χωρίς έμπνευση και καλοσύνη, χωρίς αυτοσυνειδησία. Ο φόβος για της εκδίκηση της ελευθερίας, η εξάρτηση, η σιωπή πίσω από κλεισμένες πόρτες, χωρίς φιλία, έρωτα, ζεστασιά, δημιουργικότητα. Με ψέματα, σιωπή, ύπνο. Αισθάνομαι επιζήσας ναυαγίου». Σελ. 100)
Μυθιστορίες είναι ο υπό-τιτλος του βιβλίου και πρόκειται πράγματι για bonsai πρωτοπρόσωπες και τριτοπρόσωπες αφηγήσεις, ή για αφηγήσεις σε ελεύθερο πλάγιο λόγο, μικρο-περίοδες, συνειρμικές, κοφτές, ασθματικές, πλήρεις δυνατών και διαυγών περιγραφών που αραιώνουν και πυκνώνουν με την παρέλαση-επέλαση των αναμνήσεων. Συγκρίσεις ανάμεσα στο τώρα και στο τότε, αναλογίες μεταξύ προθέσεων και αποτελέσματος που αποβαίνουν πάντα εις βάρος του δεύτερου. Πανταχού παρούσα η διακειμενικότητα, η επιτομή της φανταστικής βιβλιοθήκης που συγκροτούν όλα όσα διάβασε είδε και άκουσε η κυρίαρχη φωνή της αφήγησης συμπυκνώνονται σε τρεις λέξεις: « … έρωτες και πολιτική και διαβάσματα» (σελ. 136).
Η Αρχοντούλα Διαβάτη μας έδωσε μια μοντερνιστική, καλειδοσκοπική σύνθεση, όπου το βιωμένο συναντά το ονειρικό: «Έβγαινε αργά-αργά από τα όνειρα, ξεκολλώντας τα απαλά από την πραγματικότητα σαν τσιγαρόχαρτα -απαλά μην τα σχίσει- ποιο το όνειρο, ποια η αλήθεια…» (σελ. 11) και όπως στους  μοντερνιστικούς πίνακες πρέπει να μισοκλείσεις τα μάτια και να δεις το έργο από μακριά για να συλλάβεις τις προθέσεις του δημιουργού: «Κλείνω τα μάτια, κοιτάζω μέσα μου, συγκολλώ ψηφίδα-ψηφίδα τις παλιές εικόνες» (σελ. 73). Εν τέλει Το Αλογάκι της Παναγίας είναι το βιβλίο μιας γενιάς που απέκτησε πολιτική συνείδηση μέσα στη δικτατορία, στάθηκε «παιδί φανατικό για γράμματα» (σελ. 75), δραστηριοποιήθηκε επαγγελματικά κατά τη μεταπολίτευση, αλλά μοιάζει να στερήθηκε την ευτυχία της πραγματικής δημιουργίας, τουλάχιστον αντίστοιχης μ΄ αυτήν που γεύτηκε στη Γενεύη. Ερωτεύτηκε και σχημάτισε οικογένεια, δοκίμασε όμως όλες τις ματαιώσεις που επιφυλάσσει στους συντρόφους η κοινή ζωή, απέκτησε παιδιά, γνώρισε τις αγωνίες τους και τώρα η επερχόμενη πλέον βιολογική φθορά. Είναι η γενιά που αναστοχάζεται, απολογείται, αλλά καταφέρνει να ισορροπήσει τα ανευόδωτα σχέδια της νεότητας: («όλα έπρεπε να ΄ρθουν όπως ήρθαν», συνόψιζε κάποιος από πάνω, από δίπλα ή από μέσα της ήταν;» σελ. 170).

Κέλλυ Πάλλα

Lexima.gr - Τα κείμενα αποτελούν απόψεις και θέσεις των συντακτών τους.