Λέξημα / Πεζογραφία / ΜΗ ΓΥΡΙΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙΑνώνυμος επισκέπτης
Πεζογραφία Νεότερο Παλαιότερο
'Αρθρο #171 | Αποστολή από marka13 |
   Πεμ 26 Οκτ 2006 
Dean Bakopoulos
ΜΗ ΓΥΡΙΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ
Χωρίς εξώφυλλο
To «Σε παρακαλώ, μη γυρίσεις από το φεγγάρι» είναι η σκοτεινή πλευρά του ονείρου, με αναφορά στην υπαρξιακή σχέση ενός γιου με τον πατέρα
ΣΕ ΠΑΡΑΚΑΛΩ, ΜΗ ΓΥΡΙΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ του Dean Bakopoulos, Μετάφραση: Αγγελική Παπαδοπούλου, Επιμέλεια: Χάρις Κανελλοπούλου, Εκδ. «Εμπειρία Εκδοτική»,

«Ολοι πίνουμε από ένα τρύπιο φλιτζάνι». Με μότο, στίχο του Wimmiam Matthews που μας προειδοποιεί, «ο ελληνοαμερικανός δεύτερης γενιάς» συγγραφέας Dean Bakopoulos στο βραβευμένο του μυθιστόρημα που κυκλοφόρησε και στη χώρα μας, μας πηγαίνει μια βόλτα ως το φεγγάρι. Ή μάλλον προτρέπει εκείνον που έφυγε, εκλιπαρώντας τον «να μη γυρίσει από το φεγγάρι».
Ο τίτλος «Σε παρακαλώ, μη γυρίσεις από το φεγγάρι» είναι από στίχο του τζαζίστα Charles Mingus. Και η ιστορία, ξεκινά σαν ένα μαγευτικό παραμύθι.
«Στα δεκάξι μου, ο πατέρας μου πήγε στο φεγγάρι.
Δεν ήταν ο πρώτος άντρας από το Μαπλ Ροκ που πήγε στο φεγγάρι' απλά ακολούθησε τους άλλους σε μια διαδρομή που φαινόταν αναπόφευκτη».
Διότι και ο θείος Τζον, έφυγε στο φεγγάρι. Και ο μπαμπάς του Γουόκερ Βαν Ντάικ, ο πατέρας του Τζέι Τζέι Μτέμπισι, του Μάικλ Πάππας… Ακόμα και ο πατέρας του Πίτερ Στόλοβιτς, ο παπουτσής, έφυγε για το φεγγάρι: «Πάω στο φεγγάρι. Πήρα τα λεφτά» έγραφε στο σημείωμα. Είχε πάρει όλα τα χρήματα από το ταμείο και το χρηματοκιβώτιο. Στις βιτρίνες είχε γράψει με καφέ μπογιά και χοντρά γράμματα «Δωρεάν παπούτσια».
Το καλοκαίρι που ο Μάικλ γινόταν δεκαεφτά χρονών, δεν έμεινε πατέρας για πατέρας σ' αυτή την εργατική γειτονιά έξω από το Ντιτρόιτ. Ολοι εξαφανίστηκαν.
Την θέση τους πήραν οι γυναίκες και τα παιδιά. Που άρχισαν να δουλεύουν σκληρά, να πίνουν, να ξενοκοιμούνται και να καβγαδίζουν. Ετσι γερνούσαν κι έτσι μεγάλωναν. Δουλεύοντας σκληρά και πίνοντας, καυγαδίζοντας. Και διαρκώς σκεπτόμενοι «τον πατέρα που πήγε στο φεγγάρι».
Μέχρι που έφτασαν σε εκείνη την ηλικία κι αυτοί. Σε εκείνη την ηλικία που οι άντρες σ' αυτή τη γειτονιά, «έφευγαν για να πάνε στο φεγγάρι». Σ' αυτή την ποιητική και συνάμα σκληρή γειτονιά, όπου οι έφηβοι «σχεδόν αυτοκτονούσαν από οργή». Και μεγαλώνανε «κλοτσώντας και σκίζοντας πράγματα, με τους ανθρώπους να μας κοιτούν και να αναρωτιούνται γιατί κρύβουμε τόση βία στις καρδιές μας».
Εξάλλου, κι ο Ρόναλντ Ρέιγκαν στην τηλεόραση εκείνη την εποχή το είχε παραδεχτεί: «Αντιμετωπίζουμε μια οικονομική συμφορά επικών διαστάσεων». Αλλά εκείνα τα αγόρια «δεν είχαν χάσει ποτέ την ελπίδα τους ότι οι πατεράδες τους θα ξαναγυρνούσαν απ' το φεγγάρι».
Για να μην ξεχάσουν, που ήταν οδυνηρό, οργάνωναν «παζάρια αναμνήσεων», έκαναν «λίστα αναμνήσεων» με τον φόβο ότι μπορεί και να τους εγκαταλείψει η εικόνα του πατέρα.
«Μερικές φορές, όταν πίναμε υπερβολικά… πετούσαμε πέτρες και μπουκάλια στο φεγγάρι και φανταζόμασταν ότι ξεσκίζαμε  
τις καρδιές από τα στήθη μας και τις στέλναμε στον παράδεισο να πάλλονται, εκεί όπου οι πατεράδες μας θα μπορούσαν να τις δουν και να ξέρουν ότι εμείς, οι γιοι τους, βρισκόμαστε κάπου εκεί κάτω κι αιμορραγούσαμε».
Δεν θα σας πούμε τι απέγιναν οι πατεράδες «εκεί στο φεγγάρι». Ούτε τι είναι το φεγγάρι, ούτε και τι αποφάσισαν οι γιοι όταν έφτασαν στην ηλικία της μεγάλης φυγής του πατέρα. Διότι είναι σαν να σας φανερώνουμε τον δολοφόνο σε μυθιστόρημα αστυνομικό, είναι σα να αποκαλύπτουμε σε έναν άνθρωπο το πιο άσπλαχνο πεπρωμένο.
Ο συγγραφέας, κατορθώνει εξάλλου να παντρέψει με τρόπο αριστοτεχνικό μαγικό ρεαλισμό και ρεαλισμό, να σκιαγραφήσει με ποίηση και μαγεία μια φτωχή και σκληρή συνοικία. Να κάνει σύμβολο την αναζήτηση και την φυγή, να κάνει πεπρωμένο μας το φεγγάρι. Που «μας ακολουθεί όπου κι αν πάμε». Διότι το φεγγάρι είναι παντού. Να κάνει, ενδεχομένως, αλληγορία την αναγκεμένη εργατική μετανάστευση. Ξεφλουδίζοντας την ποίηση της καθημερινότητας, της ίδιας μας της ζωής, που υπάρχει όσο και να μας γδέρνει.
Χρησιμοποιώντας για όχημα μιαν ιστορία πρωτότυπη και ευφυή ο συγγραφέας αναφέρεται στην υπαρξιακή σχέση ενός γιου με τον πατέρα. Διότι μπορεί η μητέρα να είναι η μάνα γη, αλλά το φύσημα του Θεού είναι ο πατέρας. Δηλαδή, το απόλυτο, ο εαυτός, ο Θεός- πατέρας. Και η «ανησυχία» του «ανθίζει μέσα μας». Και η φυγή του, εις το διηνεκές μας καθορίζει και μας βαραίνει.
Το βιβλίο σημείωσε μεγάλη επιτυχία όταν εκδόθηκε στην Αμερική. Διότι «η σκοτεινή πλευρά του ονείρου της εργατικής τάξης» δεν έχει, άλλωστε, μια μόνο πατρίδα.
«Ένα βιβλίο για τα απίθανα πράγματα που πιστεύουμε, γιατί η αλήθεια μπορεί να είναι απλά πολύ σκληρή», όπως έχει ήδη επισημανθεί (Boston Globe). Κι ίσως εκεί, ακριβώς, να βρίσκεται και το κλειδί του βιβλίου.

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ
ΕΡΓΑ ΤΟΥ:
Ο Dean Bakopoulos, Ελληνοαμερικανός δεύτερης γενιάς και πρώην βιβλιοπώλης, έχει εκδώσει μυθιστορήματα στο Zoetrope     και άλλα λογοτεχνικά περιοδικά.
Το Virginia Quartery τον ανακήρυξε ως έναν από τους καλύτερους νέους συγγραφείς της Αμερικής.
Ζει στο Μάντισον της Ουισκόνσιν.



Ελένη Γκίκα





Δημοσίευση στο Λέξημα 27/10/06





Lexima.gr - Τα κείμενα αποτελούν απόψεις και θέσεις των συντακτών τους.