Λέξημα / Βήμα του Λογοτέχνη / ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΟΥ ΑΚΡΟΑΤΗ : ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ  ΠΑΛHΟΣ & MICHEL PLASSONΑνώνυμος επισκέπτης
Βήμα του Λογοτέχνη Νεότερο Παλαιότερο
'Αρθρο #1650 | Αποστολή από ?????? |
   Δευ 4 Οκτ 2010 
ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΟΥ ΑΚΡΟΑΤΗ : ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ  ΠΑΛHΟΣ & MICHEL PLASSON
ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΟΥ ΑΚΡΟΑΤΗ : ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ  ΠΑΛHΟΣ & MICHEL PLASSON
ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΟΥ ΑΚΡΟΑΤΗ


Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ  ΠΑΛHΟΣ  ΣΕ ΕΡΓΑ SCHUMANN  ΚΑΙ CHOPIN ΣΤΟ ΜΕΓΑΡΟ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΑΘΗΝΩΝ


«Εδοκίμασάς με, και δεν ηύρες ουδέν εν εμοί:
                                  ο στοχασμός μου δεν είναι διάφορος των λόγων μου».


  Συμπληρώθηκαν 200 χρόνια από τη γέννηση των Robert Schumann [1810-1856]και Frederik Chopin [1810-1849] και στο Μέγαρο  Μουσικής Αθηνών, ένας συναρπαστικός  πιανίστας, ο Απόστολος Παληός, αριστούχος, με λαμπρές σπουδές, βραβευμένος, με πολλές διακρίσεις, υποψήφιος διδάκτωρ Μουσικολογίας και καθηγητής πιάνου, μας χάρισε τα μουσικά  δώρα των Συνθετών.
Ο Ρομαντισμός άνθησε με τον Robert Schumann. Ιδεαλιστής, αντί-κλασικός, διανοούμενος, ανανεωτής, κριτικός, υποστηρικτής   του καινούργιου, μα πάνω απ' όλα μεγάλος συνθέτης!
Η μουσική του, αναρχική για την εποχή της, παράξενη,  απεδείχθη γεμάτη ποίηση και εικόνες,   προσωπικό ύφος, ρομαντική αισθητική.      
Για τον Schumann  σε  κάθε τέχνη όλα είναι ίδια, μόνον το υλικό διαφέρει.
«Κυριαρχεί κανείς στη σκέψη, μόνον όταν είναι απόλυτα κυρίαρχος της φόρμας», θα γράψει ο Schumann στην «Μουσική  Επιθεώρηση που ίδρυσε στα 1834.
Σ' ολόκληρο το μουσικό και συγγραφικό του έργο είναι εμφανής  η διαλεκτική μέθοδος  μέσα από την οποία εκφράζει τις ιδέες του και τα ιδανικά του.
Επινοεί  τη «Συντροφιά του Δαβίδ»,  πρόσωπα φανταστικά όπως ο Φλορεστάν  και  ο Ευσέβιος, δυο πλευρές του εαυτού του, ίσως ένας μουσικός  «Ιανός», αλλά και πρόσωπα υπαρκτά όπως η Clara Schumann, ο Johannes Brahms, ο Felix Mendelssohn, και ο βιολονίστας Josepf Joachim, μέσα από τα οποία διερευνά το μεγαλείο της τέχνης και αναζητά τα θεμέλιά της στην ψυχή του λαού, του Έθνους.
Γι αυτό και το Lied, αυθεντικό γερμανικό είδος μονοφωνικού τραγουδιού με μεγάλη ποικιλία, κατέχει ξεχωριστή θέση στο έργο του.
   Ολόκληρη η ερμηνεία του έργου, «Οι Χοροί των μελών του Δαβίδ,αρ,6», από τον  εξαίρετο Έλληνα σολίστ, Απόστολο Παληό, παλλόταν από μια υπόκωφη ταραχή, θα λέγαμε όμοια μ' εκείνη του Συνθέτη όταν κυνηγούσε την  άφθαρτη τελειότητα στα οράματά του. Κυνηγός της  τελειότητας και ο πιανίστας,  ερεύνησε τη σύλληψη του συνθέτη και την ερμήνευσε με ποικίλα χρώματα, καθαρή αντανάκλαση ήχων και ρυθμών, πλούσια συναισθήματα, και   ελεγχόμενη  ρομαντική διάθεση!
Ο Schumann και ο Chopin αν και εργάζονται ανεξάρτητα ο ένας από τον άλλον συναντώνται στη σύλληψη της φόρμας και δεν την αποδέχονται σαν θεωρία ακαδημαϊκή  αλλά σαν δημιουργική σκέψη που μπορεί να συλλάβει, να εξερευνήσει μια ιδέα και να την τελειοποιήσει με τη δική της αισθητική κρίση.
   Ο Chopin, γεννήθηκε στην πόλη Zelazowa Wola, κοντά στην πολωνική πρωτεύουσα. Γύρω από την ημερομηνία της  γέννησή του υπάρχει μια σύγχυση. Οι Γάλλοι αναγράφουν την 22η Φεβρουαρίου ενώ η μητέρα του επιμένει να γιορτάζει τα γενέθλιά του την 1η Μαρτίου.
Ο πατέρας του Nikolas Chopin ήταν Γάλλος εμιγκρέ και καθηγητής στο Λύκειο της Βαρσοβίας. Η μητέρα του ήταν Πολωνέζα, ευγενικής καταγωγής. Ο Frederic,         ήταν το δεύτερο από τα τέσσερα παιδιά  του ζεύγους και το μοναδικό αγόρι. Το ταλέντο του  φάνηκε από τα μικρά του χρόνια και στα έξη του ήταν ένας καλός πιανίστας.
Ο δάσκαλός του, Adalberg Zwyny, Τσέχος την καταγωγή, του μετέδωσε το πάθος του για τον Mozart και τον ανάθρεψε με τον Bach. Περίεργο,  να διδάσκεται ο Bach στην Βαρσοβία στα 1816 ενώ λέγεται ότι μεγάλος Κάντορας είχε λησμονηθεί μετά το θάνατό του.    
Στα επτά του χρόνια συνθέτει μία Polonaise και ένα  Marche militaire, και στα εννιά του  βλέπει δημοσιευμένη την πρώτη  του μουσική σύνθεση.
Από το 1826 ως το 1828 μελετά σύνθεση με τον   Joseph Elsner.
  Όταν ο Chopin, φτάνει στο Παρίσι στα 1831, η πόλης  του φωτός βιώνει  ένα είδος αναγέννησης που είχε βιώσει το Λονδίνο την εποχή τη Ελισάβετ της 1ης .
Ο Chopin υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους δεξιοτέχνες του πιάνου όλων των εποχών. Ο Γερμανός Ποιητής, Henri Heine [1797-1856]  θεωρούσε ότι μόνον  ο  Thalberg  και ο Liszt μπορούσαν να τον συναγωνιστούν. Τον αποκαλούσε «Γοητευτικό Ποιητή- Μουσικό» και έλεγε ότι εκτός από το λεπτό και ανάλαφρο «touchι» απέδιδε εξαίσια τις μελωδικές φράσεις!
Με εξαίρεση τα «7 πολωνικά τραγούδια», τη «Σονάτα για βιολοντσέλο και πιάνο» κλπ,  ο Chopin, αφοσιώθηκε αποκλειστικά στη σύνθεση έργων για πιάνο.
Αυτή την εποχή, ο Erard, θα τελειοποιήσει  το πιάνο ως μουσικό όργανο, πράγμα που θα συμβάλλει, ώστε ο Chopin  να εμπλουτίσει τα έργα του με νέα τεχνική και ηχητικά μέσα,  από τα οποία επωφελήθηκαν όλοι οι σύγχρονοί του, ακόμα και ο Franz Liszt.
Πολωνός στην ψυχή, τρέφει βαθιά συναισθήματα για την υπόδουλη πατρίδα του και εμπνέετε για τις Μπαλάντες του από τον συμπατριώτη του ποιητή Adam Mickiewicz, ο οποίος πέρασε τον περισσότερο καιρό της ζωή του εξόριστος,  κάνοντας  ό,τι μπορούσε για να βοηθήσει την οργάνωση για την απελευθέρωση της Πολωνίας.
Οι Μπαλάντες, είναι δημιούργημα του Chopin. Λυρικός, ποιητής των ήχων, γίνεται δραματουργός όταν η σύνθεση το απαιτεί. Οι  σύγχρονοί του, παρομοίαζαν την ελευθερία και τη φαντασία του με αυτή του ποιητή Heine και την μελαγχολική του τάση με εκείνη του Alphonse Lamartine.
  Ο Απόστολος Παληός,  γνωρίζει άριστα τις δυνατότητες του οργάνου και τις αξιοποιεί στο έπακρο για να μας αποκαλύψει μέσα από την ερμηνεία του, την γεμάτη ενάργεια και καθαρότητα, όχι μόνο την ευγενική μορφή του συνθέτη, αλλά  και να αναδείξει  το  εσωτερικό  πάθος, την  ποιητική μουσικότητα και  τις κρύφιες ομορφιές που διατρέχουν τις Τέσσερις  Μπαλάντες του. [αρ.1-4, έργα 23,38,47,52]
  Συμπερασματικά, μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι στις 27 Ιανουαρίου του 2010 στην αίθουσα «Δημήτρης Μητρόπουλος» του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, είχαμε την τύχη ν' ακούσουμε έργα σπουδαίων συνθετών από έναν σπουδαίο πιανίστα.

                              ..................


Ο  MICHEL PLASSON ΜΕ ΤΗΝ ΚΡΑΤΙΚΗ ΟΡΧΗΣΤΡΑ ΑΘΗΝΩΝ ΣΤΟ ΜΕΓΑΡΟ ΜΟΥΣΙΚΗΣ

            «Το ιδεώδες της ομορφιάς είναι η απλότητα και η γαλήνη».
               (Φάουστ του Γκαίτε. Μετ. Ι.Ν.Θεοδωρακόπουλος ,σελ. 133)

    Ο Maurice Ravel [1875-1937] βασκικής καταγωγής, ανήκει στην «προικισμένη τριάδα» των αναμορφωτών της νεώτερης  γαλλικής μουσικής ιστορίας. Μαζί με τον  κατά 30 χρόνια μεγαλύτερό του Gabriel Faure [1845-1924]  και με τον επίσης κατά 17 χρόνια μεγαλύτερό του Claude Debussy [1862-1918], έσπασαν τη γραμμή των προκατόχων τους και προχώρησαν τη γαλλική μουσική πέρα από το λυρικό θέατρο.
  Όταν ένας συνθέτης όπως ο Maurice Ravel εμπνέεται από έναν άλλο συνθέτη όπως ο Franz Schubert [1797-1828] τότε το αποτέλεσμα των “Valses noble et sentimentales” είναι το πανόραμα μιας ονειροφαντασιάς που αξιοποιεί  τη  «Σουμπέρτια» διαφάνεια και  απλότητα και μέσα από τη δική του λιτή μελωδική γραμμή δημιουργεί ένα κόσμο  εναλλασσόμενο από χαρά σε  θλίψη, από ελαφρότητα σε  ζωηράδα, από μελαγχολία σε  παιγνίδισμα.  Με πινελιές βυθισμένες στην παλέτα του καιρού των  ιμπρεσιονιστών  δημιουργεί το  δικό του «χρωματικό βαλς» στον άυλο κόσμο της μουσικής, για να ταξιδεύει στο χρόνο των ρυθμών, αναγράφοντας    αρετές  ανεξίτηλες στο πεντάγραμμο της μνημοσύνης.  
  Με την ολύμπια γαλήνη του, ο διακεκριμένος Γάλλος μαέστρος Michel Plasson οδήγησε  την Κρατική  Ορχήστρα σε μια ερμηνεία που φώτισε  τα  απόκρυφα μυστήρια της σύνθεσης του Maurice Ravel και μας μύησε στη μαγεία του.
  Ιμπρεσσιονιστικές  εικόνες ξεπηδούν και μέσα από την «Τσιγγάνα», σύνθεση του 1924, που η πρώτη γραφή της ήταν μια ραψωδία για βιολί και πιάνο. Την ίδια χρονιά ο Ravel έκανε μεταγραφή του έργου του για βιολί και ορχήστρα, μαγεμένος από το παίξιμο της βιολονίστα Jelly d'  Αranyi [1893-1966] όταν την άκουσε στο Λονδίνο  σε έργα μουσικής δωματίου  και σε μελωδίες της πατρίδας της, της  Ουγγαρίας. Ξαφνιασμένος από το νέο  άκουσμα θέλησε να εμβαθύνει περισσότερο και μελέτησε τις Ουγγρικές Ραψωδίες του Liszt. Την ίδια εποχή   όχι μόνο συνέθεσε   την «Τσιγγάνα» για το νέο ρεσιτάλ της Aranyi αλλά και της την αφιέρωσε!
  Η μεγάλη δεξιοτεχνία που απαιτείται  για την ερμηνεία  αυτής της σύνθεσης «προδίδει»    τις επιρροές που δέχτηκε ο Ravel  από τον Niccolo Paganini  και από τον Frantz  Liszt και έδωσε την ευκαιρία στη νεαρή ελληνίδα βιολονίστα, Αρετή Ζούλα, να επιδείξει τις εξαιρετικές ικανότητές της και την άρτια  μουσική της παιδεία. Σ' ένα συναρπαστικό μονόλογο, μας   αφηγήθηκε με το βιολί και το δοξάρι της την ιστορία που ενέπνευσε τον συνθέτη.
Ακροατές και οι μουσικοί, στην εξομολογητική αυτή κατάθεση του σόλο  βιολιού, ως τη μαγική εκείνη στιγμή  που ο Γάλλος αρχιμουσικός Michel Plasson σηκώνει  την μπαγκέτα του και δίνει τον πρώτο  λόγο   στην Άρπα. Εκείνη, με ήχο λαμπερό και με απόλυτη σιγουριά   οδηγεί την ορχήστρα  μέσα στην πλοκή, για να  κυριαρχήσει  με τον πλούτο των ρυθμών και των  χρωμάτων της. Απολαύσαμε  την έντονη συνομιλία  της σολίστ με την ορχήστρα, τη δράση, τα ζωηρά ξεσπάσματα και την επαναφορά του βιολιού της ξανά και ξανά στην «πρωταρχή»!
   Όταν ο Igor Stravinsky [1882-1971] αποκαλούσε τον Ravel «Ελβετικό Ρολόι», άραγε το έλεγε υποτιμητικά ή θαύμαζε βαθιά μέσα του στον «Γεωμέτρη του Μυστηρίου», την πολυχρωμία, τη συνέπεια, την ακρίβεια, τον ηδονισμό, την πλούσια ενορχήστρωση, την τεχνική κυριαρχία, την αποθέωση των ρυθμών και των χρωμάτων;  
      Ο Ernest Chausson  [1855-1899], μαθητής του βέλγου συνθέτη Cesar Franck [1822-1890], από το έργο του οποίου επηρεάστηκε βαθιά,  βρίσκεται ανάμεσα στο δάσκαλό του και στον νεότερό του, Claude Debussy [1862-1918] που είχε την ευκαιρία  να τον στηρίξει και να παρουσιάσει το έργο του από τη θέση  του γραμματέα της Societι National de Musique που κατείχε, καθώς και το έργο άλλων νέων συνθετών.    
Τον αποκάλεσαν «ερασιτέχνη» μουσικό και «επαγγελματία» νομικό. Κι όμως μέσα από τον «ερασιτεχνισμό» του άφησε συνθέσεις γεμάτες ποίηση και λυρισμό, γεμάτες ρομαντισμό και φαντασία.
Ο  θαυμασμός του για  τον Wagner, τον  Beethoven και τον  Schumann  δεν άφησε ανεπηρέαστο το ύφος της γραφής του και  το έδειξε έμπρακτα αφού μετέγραψε για πιάνο μια σειρά από τα  κουαρτέτα των δύο τελευταίων. Αγαπούσε ιδιαίτερα τη μουσική δωματίου παρ' ότι έγινε γνωστός από το συμφωνικό του έργο.
Φίλος των σπουδαίων ζωγράφων Edgar Degas [1834-1917] και  Auguste Renoir [1841-1919] κάτι πήρε από το χρώμα και την πλαστικότητα του σχεδίου τους. Αλλά φαίνεται ότι και οι ποιητές και οι συγγραφείς του καιρού του δεν τον άφησαν αδιάφορο! Όπως η γνωριμία του με τον  Ιβάν Τουργκένιεφ [1818-1883],που ζούσε στο Παρίσι και έγραφε αυτή την εποχή  την «Κλάρα Μίλιτς»,  τα πεζοτράγουδά του  και τη νουβέλα , «Το τραγούδι του έρωτα που θριαμβεύει».
Εμπνευσμένος από   τη νουβέλα του Ρώσου συγγραφέα, ο Ernest Chausson, συνθέτει το δικό του «Ποίημα για βιολί και ορχήστρα, έργο 25» και  το  αφιερώνει στο φίλο του,  τον σπουδαίο Βέλγο βιολονίστα και συνθέτη Eugene Ysaye [1858-1931].
Μπορεί κανείς να αναπολήσει  το συνδυασμό των τριών μορφών της μουσικής τέχνης να συναντώνται στις 27 Δεκεμβρίου του 1896 στο Nancy της Γαλλίας για να ερμηνεύσουν το «Ποίημα για βιολί και ορχήστρα, έργο 25». Συνθέτης ο Ernest Chausson, βιολονίστας ο Eugene Ysaye,  στο πόντιουμ ο σπουδαίος αρχιμουσικός και συνθέτης Joseph -Guy Ropatz [1864-1955]!
Είναι χαρακτηριστικό της αισθητικής του Ernest Chausson  ότι κρατάει μόνο την  «Ποιητική Αίσθηση» της νουβέλας του Τουργκένιεφ και όχι την ιστορία της.
Αυτή, την απαράμιλλης ομορφιάς «Ποιητική Αίσθηση», απέδωσε με γαλλική φινέτσα και λυρισμό ο αρχιμουσικός Michel Plasson  και  την πέρασε σαν χάδι στο  βιολί και στην ορχήστρα του, αναδεικνύοντας τη λεπταίσθητη  ιμπρεσσιονιστική υφή της σύνθεσης.   Η επιρροή του   Cesar Franck  είναι εμφανής  και στη «Συμφωνία   σε Σι ύφεση μείζονα, έργο 20»  που άρχισε να γράφει o Ernest Chausson το Σεπτέμβρη του 1889 στο Arras της Βόρειας Γαλλίας και την ολοκλήρωσε το Δεκέμβρη της επομένης χρονιάς.
Η πρώτη εκτέλεση του έργου έγινε στη Salle Erard του Παρισιού υπό την  διεύθυνση του συνθέτη. Ανάμεσα στους ακροατές εκείνης της βραδιάς ήσαν  o Jules Massenet [1842-1912], o Edouard Lalo [1823-1892], Emmanuel Chabrier [1841-1894].
Η καταξίωση όμως αυτής της συμφωνίας έγινε αργότερα όταν ο μεγάλος Ούγγρος αρχιμουσικός Arthur Nikisch  [1855-1922] την ερμήνευσε  με τη φιλαρμονική ορχήστρα του Βερολίνου το 1897.  
  Εμείς είχαμε την τύχη να την ακούσουμε σε μια  εξαιρετική ερμηνεία από τον Γάλλο Αρχιμουσικό και την Κρατική μας Ορχήστρα  στις 12 Φεβρουαρίου του 2010 στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών.  Στο τέλος αυτής της συναυλίας η συγκίνησή μας ήταν μεγάλη   όταν  ο Μαέστρος και η Ορχήστρα αφιέρωσαν και έπαιξαν στη μνήμη του Χρήστου Λαμπράκη την  Sarabande του Johann Sebastian Bach .

                   Μαρία Κοτοπούλη

Lexima 4/10/2010

Lexima.gr - Τα κείμενα αποτελούν απόψεις και θέσεις των συντακτών τους.
 
Τοποθετηθείτε
Δεν υπάρχουν τοποθετήσεις πάνω σ' αυτό το κείμενο.
Πρέπει να συνδεθείτε ή να κάνετε εγγραφή για να τοποθετηθείτε.