Λέξημα / Άρθρα / Κωνσταντίνος ΚαραγιάννηςΑνώνυμος επισκέπτης
Άρθρα Νεότερο Παλαιότερο
'Αρθρο #1578 | Αποστολή από astrofegia |
   Τρι 10 Νοε 2009 
Κωνσταντίνος Καραγιάννης
«Η συμβολή του Γιώργου Θεοτοκά στην καθιέρωση του μυθιστορήματος της γενιάς του ΄30 και η αναζήτηση της «ελληνικότητας» μετά την οδυνηρή εμπειρία της Μικρασιατικής Καταστροφής»
Κωνσταντίνος Καραγιάννης - Δάσκαλος
    (MSc Πανεπιστημίου Αιγαίου)




«Η συμβολή του Γιώργου Θεοτοκά στην καθιέρωση του μυθιστορήματος της γενιάς του ΄30 και η αναζήτηση της «ελληνικότητας» μετά την οδυνηρή εμπειρία της Μικρασιατικής Καταστροφής».

    
   Ο μεσοπόλεμος υπήρξε, αναμφισβήτητα, μια σύνθετη εποχή με ιδιαίτερο λογοτεχνικό ενδιαφέρον, καθώς τότε συντελέστηκαν σημαντικές διαφοροποιήσεις σε εθνικό, κρατικό αλλά και κοινωνικό επίπεδο. Η διάψευση του αλυτρωτικού οράματος και η πραγματικότητα του προσφυγικού προβλήματος δημιούργησαν μία κρίση στην πολιτιστική ταυτότητα της χώρας, που εκφράστηκε μέσα από εθνικές, ιδεολογικές και κοινωνικές αντιπαραθέσεις.
     Την εποχή αυτή, η ελληνική κοινωνία διαπνέεται από δύο αντίθετους ιδεολογικούς άξονες, τον εθνικισμό και το μαρξισμό. Οι εθνικιστές με τη βοήθεια των επίσημων ιδεολογικών μηχανισμών του κράτους (Σχολείο, Πανεπιστήμιο, Τύπος, Εκκλησία), ακολουθούν απαρέγκλιτα τη γραμμή αντικομμουνισμός - ελληνοκεντρισμός - γλωσσικός και εκπαιδευτικός συντηρητισμός, ιδεολογήματα με τα οποία θα προσπαθήσουν να πειθαρχήσουν το κοινωνικό σύνολο και να «γιατρέψουν» την τραυματισμένη έννοια του υπερβατικού έθνους. Από την άλλη μεριά βρισκόταν η αριστερά και κυρίως οι κομμουνιστές, με κυρίαρχο σύνθημα την επανάσταση και την ανατροπή της αστικής τάξης.(1)
     Μέσα σε αυτό το ιδεολογικό πλαίσιο, εισβάλλει ορμητικά το 1929 ο Γιώργος Θεοτοκάς και σε ηλικία 24 ετών δημοσιεύει το δοκίμιό του Ελεύθερο Πνεύμα, μέσω του οποίου καταγγέλει την επικρατούσα πνευματική μιζέρια, ασκεί δριμεία κριτική στους οπαδούς του συντηρητισμού και ιδιαίτερα στο Φ. Πολίτη και στο Γ. Αποστολάκη (2) και εκθέτει τις απόψεις του για την ιδεολογική κατάσταση της εποχής του: (3)
     «…Μετά τον πόλεμο οι εθνικιστές και οι μαρξιστές διανοούμενοι επικράτησαν σ΄ όλες τις ελληνικές συζητήσεις […], ιδιαίτερα στις συζητήσεις του 1927, είχαμε την ευκαιρία να διαπιστώσουμε ότι αυτές οι δύο σχολές συγκεντρώνουν ανάμεσα στους Έλληνες διανοούμενους τη μεγάλη πλειονοψηφία των πνευμάτων. Η επίδρασή τους στη νέα γενεά είναι καταφανής και αυξάνει νομίζω μέρα με τη μέρα, και θα αυξάνει ως ότου αποφασίσουμε να αντισταθούμε εναντίον αυτής της επικράτησης του πνευματικού μιλιταρισμού. Εθνικιστές και μαρξιστές φιλονικούν βέβαια με αμοιβαίο μίσος, μα είναι κατά βάθος πνεύματα της ίδιας οικογένειας.[…] Έλυσαν οριστικά όλα τα προβλήματα, σταμάτησαν κάθε πνευματική έρευνα, κλείστηκαν μέσα σε μια απόλυτη αλήθεια που την επαναλαμβάνουν μηχανικά σ΄ όλη τη ζωή τους αλύγιστοι σαν απολιθωμένοι, ανίκανοι να υποπτευθούν πως υπάρχουν και διαφορετικές προοπτικές των πραγμάτων.[…] Οι δύο θρησκείες στηρίζουνται στην ίδια αρχή: πίστευε και μη ερεύνα.».(4)
     Ο Γ. Θεοτοκάς, ταυτίζει τους δύο ιδεολογικούς πόλους της σύγκρουσης και τονίζει την αναγκαιότητα της υπέρβασής τους. Διατρανώνει την πίστη του στην πνευματική ελευθερία και στις εσωτερικές δυνάμεις του ανθρώπου, σε αυτό που ο ίδιος αποκαλούσε «δαιμόνιο» (5) και είναι η πηγή κάθε αληθινής δημιουργίας. Παράλληλα, διατυπώνει τις απόψεις του για την προηγούμενη λογοτεχνική γενιά, η οποία θεωρεί ότι «το 1922 βούλιαξε στο λιμάνι της Σμύρνης, όχι μόνο τις δυνάμεις της αλλά και τα ιδανικά της, την αυτοπεποίθησή της. Ήταν φυσικό να μην περιμένουν τίποτα από το μέλλον οι άνθρωποι που είδαν όλους τους αγώνες τους κι όλα τα όνειρά τους να εξευτελίζονται μέσα στο αίσχος του 1922». (6)
     Είναι αλήθεια ότι στην πεζογραφία της δεκαετίας του 1920 κυριαρχεί μια μορφή ηθογραφικού αφηγήματος με κύριο εκφραστικό μέσο το διήγημα, με υλικό παρμένο από το συνοικιακό περιβάλλον της πόλης, με εικόνες και ήρωες από τις περιθωριακές κοινωνικές ομάδες. Παράλληλα, ανθούν το ληστρικό μυθιστόρημα, τα ελαφρά ερωτογραφήματα και οι πρόχειρες μεταφράσεις. Η ανάλογη λογοτεχνία δεν προτείνει λύσεις αλλά αρκείται στο να περιγράφει και να διαμαρτύρεται για το χάος που βιώνει η ελληνική κοινωνία, για το δράμα των προσφύγων και των εξαθλιωμένων μαζών. (7)
     Οι απόψεις του Γ. Θεοτοκά (8) θα βρουν απήχηση και σε άλλους νέους πεζογράφους, ποιητές, κριτικούς και διανοούμενους της εποχής με αστική καταγωγή και ευρωπαϊκή παιδεία, που αναζητούσαν τη ρήξη με το παρελθόν, εξέφραζαν μία αισιοδοξία και μία «κατάφαση» για τη ζωή και το μέλλον και επιζητούσαν έναν εξευρωπαϊσμό με ελληνικό χρώμα. Η ομάδα αυτή των λογοτεχνών που έγινε ευρέως γνωστή με τον όρο «Γενιά του ΄30», αν και παρουσίαζε ποικίλες αντιθέσεις τόσο στη φιλοσοφική σκέψη όσο και στην πολιτική δράση, θα κινηθεί γύρω από έναν κεντρικό άξονα, χαρακτηριστικά του οποίου θα είναι η ρήξη με τα μέχρι τότε αφηγηματικά μέσα, οι νέες εκφραστικές μορφές στην ποίηση, (9) η εδραίωση του μυθιστορήματος ως κυρίαρχου είδους και η υπέρβαση του ηθογραφικού στοιχείου.(10)  Η μυθοπλασία του πεζογραφικού έργου της «Γενιάς του ΄30» κινείται εντός του αστικού χώρου, με τους πολυσύχναστους δρόμους, τις γειτονιές, τα καταστήματα, τα γραφεία, το πανεπιστήμιο, το εργοστάσιο. Ακόμη, με κεντρικό άξονα τα πρόσωπα του έργου και τα προβλήματά τους, αναπαριστά τις κοινωνικές σχέσεις της εποχής καταγράφοντας τις ποικίλες ιδεολογικές συγκρούσεις. Οι ήρωες των μυθιστορημάτων είναι συνήθως φορείς κοινωνικών και πολιτικών ιδεών, ηθικών αξιών, φιλοσοφικών θέσεων και διάφορων τρόπων ζωής. (11)
     Οι λογοτέχνες της γενιάς αυτής, όπως είναι γνωστό, είχαν ζήσει στη Δυτική Ευρώπη και ήταν ενήμεροι για τα νεότερα λογοτεχνικά και καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα, απαλλαγμένοι σε μεγάλο βαθμό από τα συνήθη συμπλέγματα κατωτερότητας άλλων Ελλήνων διανοούμενων και θέλοντας να φανούν πιο ευέλικτοι από τους προκατόχους τους, προσπάθησαν να απαγκιστρωθούν από τον εθνοκεντρισμό του «Ρωμιού», χωρίς όμως να φανεί ότι θέλουν να χάσουν την επαφή τους με τις ρίζες ούτε ότι διασπούν τη συνέχεια του δημοτικιστικού αγώνα. Έτσι, την εποχή αυτή κατασκευάζεται  το ιδεολόγημα της ελληνικότητας (12), που θέτει το ζήτημα της λεπτής ισορροπίας νεοτερικότητας και παράδοσης, ευρωπαϊκότητας και ελληνικότητας, όχι μόνο ως αισθητικό ή καλλιτεχνικό ζήτημα αλλά ως ευρύτερα πολιτισμικό. Στόχος είναι ένας ζωντανός διάλογος με την Ευρώπη, ώστε, αφενός να προβληθεί το σύγχρονο ελληνικό στοιχείο στη Δύση, αφετέρου να προταχθεί μια μορφή αντίστασης στη Δυτική κουλτούρα, η οποία όμως δεν θα είναι μία απλή άρνηση όπως παλαιότερα, αλλά αντιπαράθεση με ίσους όρους, μία δυναμική πρόκληση και συνάμα μία αναζήτηση εθνικής πρωτοτυπίας. (13)
     Η Ελλάδα του 18ου  αιώνα, ήταν για τους Ευρωπαίους του 1930 ένας τόπος ιερός, ως μυθικός πρόγονος του ευρωπαϊκού πολιτισμού, ταυτόχρονα όμως και «μολυσμένος» λόγω του βάρβα¬ρου Oθωμανισμού, συνάμα πανευρωπαϊκός και ανατολίτικος, οικείος και εξωτικός.(14) Στη δεκαετία του 1930 βλέπουμε την προσπά¬θεια αρκετών διανοούμενων αυτό το εξωτικό να γίνει οικείο, ώστε ευρωπαϊκός και ελληνικός ελληνισμός να συνομιλήσουν. Προκειμένου όμως να αποβεί εποικοδομητική αυτή η συνομιλία, ήταν ανάγκη η Ελλάδα να αντιτάξει στον πολιτισμικό ηγεμονισμό της Δύσης, όχι έναν αδιάλλακτο εθνικισμό ή μία ρομαντική προγονοπληξία αλλά κάτι πιο σύγχρονο, άγνωστο και νεοελληνικό. Ιδανικός φορέας και εκφραστής αυτής της λαϊκής ψυχής, εκπρόσωπος του Έθνους, διαλεγμένος να μιλήσει από την «εθνική ψυχή», θεωρήθηκε ο Ρουμελιώτης στρατηγός Μακρυγιάννης, ο συγγραφέας των Απομνημονευμάτων. Ο Θεοτοκάς και ο Σεφέρης, από τους βασικότερους θεωρητικούς της «Γενιάς του ΄30», έβλεπαν στο έργο του Μακρυγιάννη μία καλλιτεχνική γνησιότητα και αμεσότητα που συνδύαζε την ελληνική παράδοση με τον ευρωπαϊκό μοντερνισμό και, ως εκ τούτου, τούς εξασφάλιζε αυτό που ζητούσαν, δηλαδή την επικοινωνία μεταξύ παρελθόντος και παρόντος πάνω σε μία νέα βάση, προβάλλοντας ένα πρότυπο ελληνικότητας εντελώς διαφορετικό από αυτό που προσπαθούσε να επιβάλει η μεταξική δικτατορία του 1936. (15)
      Ο Γ. Θεοτοκάς με το μυθιστόρημά του Αργώ (1933-1936), προσπα¬θεί να συντονίσει το διάλογο μεταξύ παρελ¬θόντος και παρόντος μέσω της αργοναυτικής μεταφοράς, της μυθικής αναζήτησης και του αέναου ταξιδιού του ελληνικού έθνους. Η αρχετυπική αυτή προσέγγιση αντιλαμβάνεται το παρελθόν και κατʼ επέκταση την παράδοση, ταυτόχρονα ως βάρος και ως δωρεά που κρύβει πολλές δυνατότητες αξιοποίησης. Aυτή η διττή και εν δυνάμει αντιφατική σύλληψη του παρελθόντος μπορεί να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε πώς ο Σεφέρης και ο Θεοτοκάς αμφισβητούν την παράδοση αλλά αποκαλύ¬πτουν και άδηλες πτυχές της. Τα λόγια του Σεφέρη σε ένα διάλογό του με τον Τσάτσο το 1938 επιβεβαιώνουν την τάση για νεοτερική εκμετάλλευση του παρελθόντος:
     «Γιατί κάθε καινούργιο έργο πού έρχεται να πάρει μια θέση στη σειρά, επιβεβαιώνει και μαζί μεταβάλλει τον κανόνα και το νόημα των παλιότερων έργων. O Nτάντε λ.χ. δεν έχει το ίδιο νόημα πριν και ύστερα από τον Mπω¬ντελαίρ, μήτε ο Pασίν πριν και ύστερα από τον Έλιοτ. Aνάλογα μπορούμε να σχετίσουμε τον Όμηρο με τον Bιρ¬γίλιο, τον Όμηρο με τον Aισχύλο, και τον Aισχύλο με τον Eυριπίδη, ή στη νέα μας ιστορία, τον Kάλβο με τον Kα¬βάφη. Και τούτο είναι ζωντανή παρά¬δοση και μ΄ αυτό τον τρόπο ζουν - όχι στερεοποιημένα και αμετάβλητα - τα έργα της τέχνης». (16)
     Το παρελθόν για το Σεφέρη δε νοείται ως μια κλειστή και αμετάβλητη κληρονομιά, αλλά ως ένα ανοιχτό θραύσμα, που δίνει τη δυνατότητα της σύνθεσης και της αναδημιουργίας. Η μνήμη ως το «παρόν του παρελθόντος»(17), είναι ο βασικός μηχανισμός του αρχετυπικού αυτού μοντέλου, που προϋποθέτει μία διαλογική σχέση παρελθόντος και παρόντος.
     Πρέπει να σημειωθεί ότι, για το Θεοτοκά και το Σεφέρη η ελληνικότητα είναι πάνω απ' όλα ύφος κι όχι ένας απαράβατος νόμος, ένα δόγμα. Ο Θεοτοκάς, το 1943, τονίζει ότι θα ήταν αφέλεια να νομίζουμε ότι υπάρχουν τελειωτικά όρια στην ελληνικότητα, καθώς ο ελληνισμός αλλάζει συνεχώς σύσταση και μορφή, ανανεώνεται, αναπροσαρμόζεται, αφομοιώνει καινούριες επιδράσεις, διαμορφώνει αντιπροσωπευτικούς τύπους αλλιώτικους από εκείνους που ήξερε. Ελληνικό είναι για το Θεοτοκά κάθε έργο που βγαίνει με ειλικρίνεια από τη ζωή, την καρδιά και τη σκέψη των ανθρώπων του έθνους, που μπορεί κανείς να διακρίνει στις νεοελληνικές ιδιοσυγκρασίες και νοοτροπίες, όπως το Ρήγα Φεραίο, τον Κοραή, το Μακρυγιάννη, το Σολωμό, τον Κάλβο, τον Ψυχάρη, τον Παπαδιαμάντη, τον Παλαμά, τον Καβάφη, το Σικελιανό. Μπορεί οι ιδιοσυγκρασίες αυτές να είναι  ποικίλες και αντιφατικές, ωστόσο υπάρχει μεταξύ τους κάτι κοινό που πραγματώνει την ενότητά τους, που είναι «ο αέρας, ο τόνος, η υφή, η ψυχή του Νεοελληνισμού. Είναι ο Νεοελληνισμός, όχι δόγμα, σύστημα, διδασκαλία, σχολή, νόμος απαράβατος, αλλά ίσια - ίσια ζωή, κίνηση, αντίφαση, αναζήτηση, ταξίδι, θάλασσα ανοιχτή…».(18)  Παρόμοια, ο Σεφέρης αξιώνει μία ενότητα του ελληνικού ύφους ανάμεσα στο κλασικό και το λαϊκό, όπως διαφαίνεται στη δήλωσή του: «Τους αρχαίους, αν θέλουμε πραγματικά να τους καταλάβουμε, θα πρέπει πάντα να ερευνούμε την ψυχή του λαού μας». (19)  Η αντιδογματική αυτή σύλληψη της ελληνικότητας από το Θεοτοκά και το Σεφέρη θα πρέπει να ιδωθεί και ως αντίδραση στο μεταξικό καθεστώς, το οποίο καταργώντας την ελεύθερη διακίνηση ιδεών προσπάθησε να επιβάλει τις δικές του συνταγές περί εθνικής τέχνης.
   Με την έναρξη του ελληνοϊταλικού πολέμου το 1940, ολοκληρώνεται χρονολογικά η κατάθεση του έργου των λογοτεχνών της «Γενιάς του ΄30» - παρόλο που οι περισσότεροι από αυτούς θα εξακολουθήσουν να δημιουργούν -  ενώ η νέα ιστορική συγκυρία σηματοδοτεί την εμφάνιση μιας νέας γενιάς, της πρώτης μεταπολεμικής.

*************************************************


ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Ελεφάντης Άγγελος, Η επαγγελία της αδύνατης επανάστασης, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα, 1979, σ. 374.

2. Ο Θεοτοκάς αποδοκιμάζει την προσκόλληση του Φ. Πολίτη στο παρελθόν και τις απόψεις του ότι, κάθε τι που δεν στηρίζεται σε δημοτικό τραγούδι - Σολωμό - Παπαδιαμάντη είναι ψεύτικο και «λεβαντίνικο». Παρόμοια, στρέφεται εναντίον και του Γ. Αποστολάκη (Καθηγητής της νεοελληνικής λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης), ο οποίος το 1923 είχε δημοσιεύσει τη μελέτη Η ποίηση στη ζωή μας, όπου ο λάτρης του δημοτικού τραγουδιού «μεταβάλλει σε δόγμα», κατά το Θεοτοκά, το Σολωμό. (Γ. Θεοτοκάς, Ελεύθερο Πνεύμα, επιμ. Κ.Θ. Δημαράς, εκδ. Ερμής, Αθήνα, 1988, σ. 20).

3. Για τις συνθήκες που δικαιολογούν την πολεμική διάθεση του Ελεύθερου Πνεύματος, αλλά και για τις αρετές του ύφους του  βλ. Μουλλάς Παναγιώτης, «Ο Γ. Θεοτοκάς και το δοκίμιο», στου ιδίου: Παλίμψηστα και μη. Κριτικά δοκίμια, εκδ. Στιγμή, Αθήνα, 1992, σ. 115-127.

4. Γιώργος Θεοτοκάς, Ελεύθερο Πνεύμα, επιμ. Κ.Θ. Δημαράς, εκδ. Ερμής, Αθήνα, 1988, σ. 27-28.

5. Ο όρος «δαιμόνιο» άρεσε ιδιαίτερα στο Γ. Θεοτοκά σε βαθμό μάλιστα ώστε τον χρησιμοποίησε και σαν τίτλο μυθιστορήματος. Ο M. Vitti, αναφερόμενος στον όρο αυτό, επισημαίνει ότι «μοιάζει μάλλον να έρχεται από τα γαλλικά, όπου το démon κυκλοφορούσε ευρύτατα στα βιβλία και στους τίτλους των γραφτών, ή έστω να είναι η μετάφραση του γαλλικού génie, παρά να πηγάζει κατευθείαν από τα αρχαία ελληνικά. Ο όρος δηλώνει τις αστάθμητες δυνάμεις που το κάθε άτομο διαθέτει. Δαιμόνιο είναι η δυνατότητα περιπλάνησης, περιπέτειας, ο Άσωτος Υιός, δηλαδή το να μην προεξοφλεί κανείς τις αλλαγές πορείας και να μην περιορίζει την ελευθερία του ανθρώπου αποκλείοντας τις άπειρες και αστάθμητες δυνατότητες που επιφυλάσσει το μέλλον στη ζωή του καθενός. Από αυτή την άποψη το «δαιμόνιο» είναι ομόλογο με τον γαλλικό όρο disponibilité, που αποτελεί ένα κλειδί για να εννοήσουμε πολλά από τη γενιά του Τριάντα». (M. Vitti, Η γενιά του Τριάντα, εκδ. Ερμής, Αθήνα, 2004, σ. 37)

6. Γ. Θεοτοκάς, Ελεύθερο Πνεύμα, ό. π., σ. 63.

7. Βλ. την Εισαγωγή του Π. Μουλλά στο Μουλλάς Π. (επιμ.), Η μεσοπολεμική πεζογραφία, τ. 1, εκδ. Σοκόλης, Αθήνα, 1992, σ. 35-60.

8.  Σχετικά με τις ιδεολογικές θέσεις του Θεοτοκά γίνονται αρκετές αναφορές στο Μπαλούμης Επαμεινώνδας, Μεσοπόλεμος. Πεζογραφία του ΄20, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα, 1996.

9. Το λογοτεχνικό ρεύμα της «Γενιάς του ΄30» ήταν αυτό το οποίο «γέννησε» και την ελληνική υπερρεαλιστική ποίηση που επηρεασμένη από το γαλλικό υπερρεαλιστικό κίνημα, υπερέβαινε τις συμβατικότητες της προηγούμενης ποιητικής δημιουργίας και πρόβαλλε έναν άλλο λόγο και μια διαφορετική γλωσσική έκφραση. Χρονολογία σταθμός για την εμφάνιση της υπερρεαλιστικής ποίησης στην Ελλάδα θεωρείται το έτος 1935, με την έκδοση της «Υψικαμίνου» του Ανδρέα Εμπειρίκου. Μέσα στην ίδια δεκαετία δημοσίευσαν τα πρώτα ποιήματα σε ελεύθερο στίχο ο Ρίτσος και ο Βρεττάκος και πρωτοεμφανίστηκε και ο δεύτερος σημαντικός εκπρόσωπος του υπερρεαλισμού, ο Νίκος Εγγονόπουλος. Περισσότερα για την εμφάνιση του υπερρεαλιστικού κινήματος στην Ελλάδα, βλ. Διαμάντη Αναγνωστοπούλου, Η ποιητική του έρωτα στο έργο του Ανδρέα Εμπειρίκου, εκδ. Ύψιλον, Αθήνα, 2005, σ. 23-28.


10.  Οι πεζογράφοι που εντάσσονται στη «Γενιά του '30» μπορούν να διακριθούν σε τρεις ομάδες: πεζογράφους με καταγωγή από την Μικρά Ασία, που εμφανίστηκαν ήδη από την δεκαετία του '20 και έμειναν πιο κοντά στην παράδοση, εμπνεόμενοι κυρίως από τον τόπο καταγωγής τους και οι οποίοι συχνά αποκαλούνται «Αιολική Σχολή» (Στράτης Μυριβήλης, Ηλίας Βενέζης, Φώτης Κόντογλου και Στρατής Δούκας), τους πεζογράφους που ακολούθησαν κυρίως την τάση του αστικού ρεαλιστικού μυθιστορήματος (Γιώργος Θεοτοκάς, Άγγελος Τερζάκης, Μ. Καραγάτσης κ.α.) και τέλος πεζογράφους που εισήγαγαν μοντερνιστικές τάσεις όπως η παραβίαση των ρεαλιστικών συμβάσεων και νέες αφηγηματικές τεχνικές όπως ο εσωτερικός μονόλογος. Αυτή η ομάδα συχνά ονομάζεται «Σχολή της Θεσσαλονίκης», επειδή οι κύριοι εκπρόσωποι (Στέλιος Ξεφλούδας, Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης κ.ά.) έζησαν και έδρασαν στην Θεσσαλονίκη. Βλ. στην ηλ. διεύθυνση: http://el.wikipedia.org/wiki/.  

11. Βλ. το κείμενο του Κώστα Καρακώτια «Η εικόνα του κομμουνιστή στη μυθοπλασία της γενιάς του ΄30», στην ηλ. διεύθυνση http://www.theseis.com/1-75/theseis/t17/t17f/ieikona.htm.

12. Aν και η λέξη «ελληνικότη¬τα», σύμφωνα με τον Στέφανο Kουμανούδη, εισάγεται στην ελληνική γλώσσα στα 1851 από τον Kωνσταντίνο Πωπ και ο Πολυλάς την χρησιμοποιεί το 1860 στην απάντησή του προς τον Σπυρίδωνα Zαμπέλιο υπερασπιζόμενος την ελληνικότητα της Σολωμικής ποίησης, η συζήτηση περί ελληνικότητας συνδέθηκε κα¬τεξοχήν με τη δεκαετία και τη γενιά του ʼ30. ( Ιάκ. Πολυλάς, Πόθεν η μυστικοφοβία του Κ. Σπ. Ζαμπελίου, Κέρκυρα, 1860, σ. 4. Ανατύπ. στο Σολωμός, προλεγόμενα κριτικά Στάη-Πολυλά-Ζαμπελίου, επιμ. Α. Θ. Κίτσος-Μυλωνάς, Αθήνα, Ε.Λ.Ι.Α , χ.χ.).

13.  Τζιόβας Δ, Οι μεταμορφώσεις του εθνισμού και το ιδεολόγημα της ελληνικότητας στο μεσοπόλεμο, εκδ. Οδυσσέας, Αθήνα, 2006, σ. 40-41.

14. Bλ. Michael Herzfeld, Anthropology Through the Looking Glass: Critical Ethnography in the Margins of Europe, Cambridge University Press , Cambridge, 1987, σ. 7, 19.

15. Βλ. Γ. Θεοτοκάς, «Ο στρατηγός Μακρυγιάννης», Πνευματική Πορεία, εκδ. Φέξη, Αθήνα, 1961, σ. 159-185, και Γ. Σεφέρης, «Ένας Έλληνας - Ο Μακρυγιάννης», Δοκιμές, τ. Α΄, εκδ. Ίκαρος, 1974, σ. 228-263. Επίσης, για τον τρόπο με τον οποίο έβλεπε το Μακρυγιάννη ο Γ. Σεφέρης βλ. τις απόψεις του Τάκη Καγιαλή στο άρθρο του: «Ο Μακρυγιάννης του Σεφέρη», στο Μοντερνισμός και ελληνικότητα, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο, 1997, σ. 33-64.

16. Γ. Σεφέρης - K. Tσάτσος, Ένας διάλογος για την ποίηση, επιμ. Λουκάς Kούσουλας, εκδ. Eρμής, Aθήνα, 1975, σ. 85.

17. Βλ. Richard Terdiman, Present Past: Modernity and the Memory Crisis, Ithaca & London, Cornell University Press, 1993, σ. 8.

18. Γ. Θεοτοκάς , Πνευματική πορεία, εκδ. Φέξη, Αθήνα, 1961, σ. 57.

19. Γιώργος Σεφέρης, Δοκιμές, τ. 1,  εκδ. Ίκαρος, Αθήνα, 1974, σ. 257.

*************************************************
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Ελληνική

Αναγνωστοπούλου Διαμάντη, Αναπαραστάσεις του γυναικείου στη λογοτεχνία, εκδ. Πατάκη, Αθήνα, 2007.

Αναγνωστοπούλου Διαμάντη, Η ποιητική του έρωτα στο έργο του Ανδρέα Εμπειρίκου, εκδ. Ύψιλον, Αθήνα, 2005.

Αράγης Γιώργος, «Γιώργος Θεοτοκάς», στο Η μεσοπολεμική πεζογραφία- Από τον πρώτο ως το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο (1914-1939) τ. Δ΄, εκδ. Σοκόλη, Αθήνα, 1996, σ. 8-81.

Βαγενάς Νάσος, Καγιαλής Τάκης, Πιερής Μιχάλης, Μοντερνισμός και ελληνικότητα, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο, 1997.

Ελεφάντης Άγγελος, Η επαγγελία της αδύνατης επανάστασης, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα,       1979.

Θεοτοκάς Γ., Αναζητώντας τη διαύγεια. Δοκίμια για τη νεότερη ελληνική και ευρωπαϊκή λογοτεχνία, εκδ. Εστία, Αθήνα, 2005.

Θεοτοκάς Γ., Ελεύθερο Πνεύμα, επιμ. Κ.Θ. Δημαράς, εκδ. Ερμής, Αθήνα, 1988.

Θεοτοκάς Γ.,  Εμπρός στο κοινωνικό πρόβλημα, εκδ. Πυρσός, Αθήνα, 1932.

Θεοτοκάς Γ., Πνευματική πορεία, εκδ. Φέξη, Αθήνα, 1961.

Θεοτοκάς Γ., Πολιτικά κείμενα, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα, 1976.

Θεοτοκάς Γ., Στοχασμοί και θέσεις - Πολιτικά κείμενα 1925-1966, τ. Β΄ (1950-1966), εκδ. Εστία, Αθήνα, 1996.

Θεοτοκάς Γ., Τετράδια Ημερολογίου 1939-1953, επιμ. Δ. Τζιόβας, εκδ. Εστία, Αθήνα, 2005.

Κιουρτσάκης Γ., Ελληνισμός και Δύση στο στοχασμό του Σεφέρη, εκδ. Κέδρος, Αθήνα, 1979.

Κίτσος-Μυλωνάς Α. Θ., (επιμ.), Σολωμός, προλεγόμενα κριτικά Στάη-Πολυλά-Ζαμπελίου, Ε.Λ.Ι.Α, Αθήνα, χ.χ.

Κοτζιάς Αλέξανδρος, Αφηγηματικά - Κριτικά κείμενα Β΄, εκδ. Κέδρος, Αθήνα, 1984.

Λαδογιάννη Γεωργία, Κοινωνική κρίση και αισθητική αναζήτηση στο Μεσοπόλεμο, εκδ. Οδυσσέας, Αθήνα, 1993.

Μουλλάς Παναγιώτης, (επιμ.), Η μεσοπολεμική πεζογραφία, τ. 1, εκδ. Σοκόλης, Αθήνα, 1992.

Μουλλάς Παναγιώτης, «Ο Γ. Θεοτοκάς και το δοκίμιο», στου ιδίου: Παλίμψηστα και μη. Κριτικά δοκίμια, εκδ. Στιγμή, Αθήνα, 1992, σ. 115-127.

Μπαλούμης Επαμεινώνδας, Μεσοπόλεμος -  Πεζογραφία του ΄20, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα, 1996.

Ντουνιά Χριστίνα, Λογοτεχνία και πολιτική - Τα περιοδικά της Αριστεράς στο μεσοπόλεμο, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα, 1996.

Σαββίδης Γ. Π. (επιμ.), Γιώργος Θεοτοκάς & Γιώργος Σεφέρης - Αλληλογραφία (1930-1966), Αθήνα, 1981.

Σεφέρης Γιώργος, Tσάτσος Κωνσταντίνος, Ένας διάλογος για την ποίηση, επιμ. Λουκάς Kούσουλας, εκδ. Eρμής, Aθήνα, 1975.

Σεφέρης Γιώργος, Δοκιμές, τ. 1,  εκδ. Ίκαρος, Αθήνα, 1974.

Τζιόβας Δημήτρης, Ο άλλος εαυτός, εκδ. Πόλις, Αθήνα, 2007.

Τζιόβας Δημήτρης, Οι μεταμορφώσεις του εθνισμού και το ιδεολόγημα της ελληνικότητας στο μεσοπόλεμο, εκδ. Οδυσσέας, Αθήνα, 2006.

Τσάκωνας Δημήτρης, Η γενιά του ΄30 - Τα πριν και τα μετά, εκδ. Κάκτος, Αθήνα, 1989.

Vitti Mario, Η γενιά του Τριάντα, εκδ. Ερμής, Αθήνα, 2004.


Ξενόγλωσση και μεταφρασμένη

Beaton Roderick, Εισαγωγή στη νεότερη ελληνική λογοτεχνία, (μετάφραση: Ζουργού Ευαγγελία, Σπανάκη Μαριάννα), εκδ. Νεφέλη, Αθήνα 1996.

Doulis Thomas, George Theotokas, Boston, Twayne Publishers, 1975.

Hardin J., Reflection and Action: Essays on the Bildungsroman, Columbia, University of South Carolina Press, 1991.

Hardy B., The Appropriate Form: an Essay on the Novel, London, Athlone Press, 1971.

Herzfeld Michael, Anthropology Through the Looking Glass: Critical Ethnography in the Margins of Europe, Cambridge University Press , Cambridge, 1987.

Lukacs G., Η θεωρία του μυθιστορήματος, (μετάφραση Ξανθίππη Τσελέντη), εκδ. Πολύτροπον, Αθήνα, 2004.

Mackridge Peter, "Testimony and Fiction in Greek Narrative Prose 1944-1967", in R. Beaton (edit.) The Greek Novel A.D. 1-1985, London, Croom  Helm, 1988, p. 90-101.

Mackridge Peter, The Two-fold Nostalgia: Lost Homeland and Lost Time in the work of G. Theotokas, E. Venezis and K. Politis, Journal of Modern Greek Studies, v. 4, No 2, 1986.

Terdiman Richard, Present Past: Modernity and the Memory Crisis, Ithaca & London, Cornell University Press, 1993.

Tonnet Henri, Ιστορία του ελληνικού μυθιστορήματος, (μετάφραση: Καραμάνου Μαρίνα), εκδ. Πατάκη, Αθήνα, 2001.

Tziovas Dimitris, "Rereading Theotoka's Argo; The mythical journey and the crisis of greek identity" , MGSY 4/1988, p. 83-97.

Tziovas Dimitris, “The Politics of Metaphor and the Rhetoric of Consensus: Europe in the Free Spirit of George Theotokas”, in Greece and Europe in the Modern Period: Aspects of a Troubled Relationship, Edited by Philip Carabott, Centre for Hellenic Studies, Kingʼs College, London, 1995, p. 70-82.


Άρθρα σε περιοδικά και εφημερίδες

Θεοτοκάς Γ., «Η μοίρα του John Keats», περ. Τα Νέα Γράμματα, 1, 1935, σ. 21-26.

Θεοτοκάς Γ., «Η νέα λογοτεχνία», περ. Ιδέα, Γενάρης 1934, σ. 11-17.

Θεοτοκάς Γ., «Η τέχνη του μυθιστορήματος», περ. Εποχές, τχ. 20, Δεκ. 1964, σ. 6-12.

Θεοτοκάς Γ., «Μερικές παρατηρήσεις για τον Ψυχάρη και τον Δραγούμη», εφ. Αγών, 25 Αυγούστου 1928.

Θεοτοκάς Γ., «Υπάρχει κάτι σάπιο στην Ελλάδα», περ. Ιδέα, 2, Οκτ. 1933, σ. 199-201.

Καρακώτιας Κώστας, «Ξαναδιαβάζοντας την Αργώ», περ. Ν. Εστία, «Γιώργος Θεοτοκάς 1905-1966 - Εκατό χρόνια από τη γέννησή του»,  τόμ. 158ος , τχ. 1784, Δεκ. 2005, σ. 927-939.

Μαστροδημήτρης Π. Δ., «Η εξέλιξη και τα ύστερα ενδιαφέροντα του Γιώργου Θεοτοκά», περ. Τετράδια Ευθύνης, «Οδοιπορία του Γιώργου Θεοτοκά», τχ. 26, 1986, σ. 31-48.

Παπαθεοδώρου Γιάννης, «Ο Γ. Θεοτοκάς στην εποχή των άκρων», περ. Νέα Εστία, «Γιώργος Θεοτοκάς 1905-1966 - Εκατό χρόνια από τη γέννησή του», τόμ. 158, τχ. 1784, Δεκ. 2005, σ. 976-985.

Τζιόβας Δημήτρης,  «Από την τζάζ στην Ορθοδοξία», εφ. Το Βήμα, 27/10/1996.

Τζιόβας Δημήτρης, «Χρονολόγιο Γιώργου Θεοτοκά», περ. Διαβάζω, «Γιώργος Θεοτοκάς», τ. 137, 12/2/1986, σ. 8-11.

Χατζηβασιλείου Ευάνθης, «Οι πίκρες της ωριμότητας: Ο Γιώργος Θεοτοκάς και το ελληνικό πολιτικό σύστημα, 1950 - 1966», στο περ. Νέα Εστία, «Γιώργος Θεοτοκάς 1905-1966 - Εκατό χρόνια από τη γέννησή του», τόμ. 158, τχ. 1784, Δεκ. 2005, σ. 1015-1031.



Άρθρα σε ηλεκτρονικές διευθύνσεις
Καρακώτιας Κώστας, «Η εικόνα του κομμουνιστή στη μυθοπλασία της γενιάς του ΄30»,  http://www.theseis.com/1-75/theseis/t17/t17f/ieikona.htm.


Αφιερώματα περιοδικών
Διαβάζω, τχ. 338, 1994, σ. 47-78, Αφιέρωμα: «Το ελληνικό αστικό μυθιστόρημα».

Διαβάζω, τχ. 137, 12/2/1986, σ. 7-52, Αφιέρωμα: «Γιώργος Θεοτοκάς».

Διαβάζω, τχ. 279, 22/1/1992, σ. 13-63, Αφιέρωμα: «Μεσοπόλεμος και Πεζογραφία».

Νέα Εστία, τόμ. 142ος, τχ. 1690, 1/12/1997, σ. 1668-1714, «Αφιέρωμα στο Γιώργο Θεοτοκά - Τριάντα χρόνια από το θάνατό του».

Νέα Εστία, τόμ. 158ος, τχ. 1784, Δεκ. 2005, σ. 855-1114, Αφιέρωμα: «Γιώργος Θεοτοκάς - Εκατό χρόνια από τη γέννησή του».

Τετράδια Ευθύνης, τχ. 26, 1986, σ. 7-183, Αφιέρωμα: «Οδοιπορία του Γιώργου Θεοτοκά».

Το Δέντρο, τχ. 114, Καλοκαίρι 2001, σ. 41-44 και 75-76,  και τχ. 115, Οκτ.-Δεκ. 2001, σ. 42,43, 49 και 92, Αφιέρωμα: «Στη σκιά μιας γενιάς».









Lexima.gr - Τα κείμενα αποτελούν απόψεις και θέσεις των συντακτών τους.