Λέξημα / Λοιπές κατηγορίες / Πρόγονοι και απόγονοιΑνώνυμος επισκέπτης
Λοιπές κατηγορίες Νεότερο Παλαιότερο
'Αρθρο #1562 | Αποστολή από hdermi |
   Παρ 2 Οκτ 2009 
Μαίρη Παναγιώτου
Πρόγονοι και απόγονοι
Εξώφυλλο
Το χρονικό μιας οικογένειας της ελληνικής υπαίθρου
            
Μαίρη Παναγιώτου, Πρόγονοι και Απόγονοι, Το χρονικό μιας οικογένειας της ελληνικής υπαίθρου, Αθήνα 2008 (Δεκέμβριος), σσ. 409.
      
    O Aντιφώντας, περίφημος αρχαίος Έλληνας σοφιστής του 5ου αιώνα, είχε πει κάποτε: «Η ζωή είναι σαν μια ολοήμερη σκοπιά, και το μάκρος της, σαν ας πούμε, μια μέρα που μόλις είδαμε το φως της αφήνουμε τη θέση μας για τους άλλους που έρχονται, ύστερα από εμάς». Αιώνες μετά, ένας άλλος μεγάλος Έλληνας στοχαστής, ο Ν. Καζαντζάκης, έγραφε στην Ασκητική του: «Ερχόμαστε από μία σκοτεινή άβυσσο, καταλήγουμε σε μία σκοτεινή άβυσσο, και το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή». Χρέος μας είναι, να ρυθμίσουμε «τον στοχασμό και την πράξη μας», να ζήσουμε τη ζωή αυτή όσο το δυνατόν πληρέστερα, αυθεντικά, πνευματικά, αφήνοντας μεστή σε νόημα και ουσία τη διδαχή της στους επόμενους, στις γενιές που έρχονται.
Είναι επίσης αλήθεια, και εδώ δανείζομαι λόγια της συγγραφέως που σήμερα θα σας παρουσιάσω, ότι «όπου τελειώνει ο κύκλος της ζωής ενός ανθρώπου, εκεί βρίσκεται και η αρχή της» και το σημείο όπου «οι δύο άκρες του κύκλου εφάπτονται» είναι «η ζωογόνος πηγή». Αυτό το σημείο «ατενίζει» η Μαίρη Παναγιώτου, συγγραφέας του έργου Πρόγονοι και Απόγονοι, Το χρονικό μιας οικογένειας της Ελληνικής Υπαίθρου, νοιώθοντας ορμητικές τις μνήμες να την κατακλύζουν, μνήμες της ζωής των γονιών της, μνήμες «για όσα είδε και γνώρισε η ίδια, για όσα εκείνοι της διηγήθηκαν, για όσα ο παππούς και η γιαγιά της τής είπαν για τους προγόνους της» (σ. 13), προγόνους έξι γενιές πίσω απʼ αυτήν, οι οποίοι με σεβασμό διατηρήθηκαν ζωντανοί στην οικογενειακή μνήμη. Έχει προηγηθεί ωστόσο ο πόνος από τον χαμό των γονέων της και είναι σε τέτοιες στιγμές που ο θάνατος γίνεται δάσκαλος μεγάλων μαθημάτων: αγγίζοντας τα όρια της ζωής, τη βλέπουμε πιο καθαρά. Η ίδια η συγγραφέας σημειώνει στον πρόλογο του έργου της: « Ο πόνος της ψυχής μου για τον αποχωρισμό μου απʼ τους αγαπημένους μου γονείς, αφότου ταξίδεψαν για την Αιωνιότητα, με έκανε να νοιώσω πολύ βαθειά συναισθήματα. Η σιωπή και η αυτοσυγκέντρωση που ακολουθεί έναν θάνατο με έφεραν αντιμέτωπη με την πραγματικότητα και την μοναδική Αλήθεια της ζωής. Το Μέλλον είναι η επανάληψη του παρελθόντος και μεις το μόνον που προσδοκάμε είναι αυτό που οφείλει να επιστρέψει. Γεννιόμαστε, για να ξαναγεννηθούμε. Αυτό είναι το τίμημα της ύπαρξής μας και η Ελπίδα μας μαζί» (σ. 13-14).
Κάπως έτσι ξεκινά τη συγγραφή του βιβλίου της η κα Παναγιώτου, όπως εξομολογείται η ίδια «αυθόρμητα απʼ αρχής», αρχίζοντας τη διήγησή της από τον προπάππο του παππού της, όταν «με απόλυτο τρόμο στη ψυχούλα τους αυτός και η οικογένειά του, ένα Μαρτιάτικο βράδυ του 1820, έφυγαν απʼ τα Τζουμέρκα, κυνηγημένοι απʼ τον Αλή-Πασά, πέρασαν σαν διαβατάρικα πουλιά τα βουνά των Αγράφων κι έφτασαν στον τόπο της Ρούμελης, στο Καλλίδρομο» (σ. 19-20). Η περιγραφή που ακολουθεί, λιτή στη διατύπωσή της, λυρική στο βάθος της, είναι χαρακτηριστική: «Το γέρικο άλογο έτοιμο δεμένο τους περίμενε έξω από τη στάνη. Οι γονείς φόρτωσαν τα παιδιά στις καλαθούνες, τα πράγματά τους δεξιά και αριστερά στο σαμάρι, συνεννοήθηκαν με ένα απλό βλέμμα και κίνησαν για το ταξίδι της ζωής τους. Η Οδύσσειά τους μόλις άρχιζε» (σ. 25). Τέτοιες σκηνές, με το βλέμμα κυρίαρχο στη βαθύτερη επικοινωνία των ανθρώπων, στην ειλικρινή συνάντηση των ψυχών συναντούμε πολλές στο βιβλίο της κας Παναγιώτου, διατυπωμένες με αισθαντικότητα και λογοτεχνική δύναμη, πάντοτε μέσα σε μία ατμόσφαιρα φυσιολατρείας του φωτός, της θάλασσας και των πανύψηλων δέντρων, μα προπάντων των βουνών και της ομορφιάς τους, ακόμη κι όταν αυτά ανεμοδέρνονται «αλύπητα από τους άγριους ανέμους και τις καταστροφικές χιονοθύελλες και κατακλύζονται από μανιασμένα ποτάμια που φουσκώνουν και αφρίζουν μανιασμένα, βολοδέρνοντας να καταπιούν ανθρώπους» (σ. 29) στο πέρασμά τους. Και πως θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά, όταν η αγάπη της συγγραφέως γιʼ αυτά δηλώνεται ρητά από την αρχή κιόλας του βιβλίου και η ίδια αυτοπροσδιορίζεται ορεσίβια, «με την ανάσα της να μυρίζει πεύκο, ρίγανη και θυμάρι» (σ. 14). Τα βουνά είναι σύμβολα δύναμης και αιώνιας μακάριας σοφίας, κι έτσι ακριβώς προβάλλονται στο έργο της, φωτίζοντας την στάση των ανθρώπων που κατοικούν σε αυτά το ίδιο αγέρωχη, καρτερική κι ατρόμητη μπροστά στον κίνδυνο. Eίναι αυτή η ιδιότυπη σχέση, πολύ συχνή στον κόσμο της λογοτεχνίας σύμφωνα με τον Bruno Snell, η ανθρώπινη συμπεριφορά να εξηγείται με τη βοήθεια ενός αντικειμένου (εδώ το βουνό), το οποίο με τη σειρά του ερμηνεύεται με βάση την ανθρώπινη συμπεριφορά. Εύγλωττη η παρακάτω εικόνα από μια τέτοια βουνοκορφή των Αγράφων, στην οποία με θαυμασμό στέκεται η ματιά της συγγραφέως και την περιγράφει. Τούτη η βουνοκορφή παρασταίνεται ένα έρημο κι απόκοσμο σημείο, μια τραχιά προεξοχή της ογκώδους επιβλητικής οροσειράς, η οποία όμως πυρώνεται από τη λάμψη του ηλίου, που σαν χρυσή μπάλα στέκεται καθισμένη στη μύτη της, λαμπυρίζοντας τα ρυάκια από το λιώσιμο του χιονιού που τρέχουν μέσα στις χαράδρες της, ζωγραφισμένες χρυσοκόκκινες από το πινέλο της φύσης (σ. 39). Είναι τόπος διαλεγμένος για να φιλοξενεί το Θείον και να παρηγορεί μοναχικές ψυχές, Πατριώτες κυνηγημένους απʼ την Τουρκιά, ξεκληρισμένους Χριστιανούς που έπαψαν να ορίζουν την τύχη τους κι αυτό δεν το ανέχονταν» (σ. 40), ελεύθερες ψυχές που άρπαξαν τʼ άλογό τους, και πολλές φορές ούτε κι αυτό» και «με μόνη παρηγοριά το τουφέκι τους ανηφορίζουν τα βουνά να κάνουν φίλους τους τα αγρίμια. Εκεί ο Θεός βρίσκει μέρος να στεγάσει τη Μεγαλοσύνη του, εκεί η Φύση οδηγεί τα βήματα των Εκλεκτών να βρουν τη σωτήρια τους, εκεί κλείνεται η Μακαριότητα και η Αγιοσύνη» (σ. 40).
Τούτη η βουνίσια φύση που γεννά ανυπότακτους και θαρραλέους ανθρώπους, ήρωες σαν τον Καραϊσκάκη, τον Τζαβέλα και τον Κατσαντώνη, κατακλύζει το έργο της κας Παναγιώτου, μαζί και τα πλάσματά της, κυρίως τα αγριοπούλια της, η παρουσία των οποίων μέσα από τις γλαφυρές περιγραφές της συγγραφέως συνδέεται άρρηκτα με το ιδανικό της ελευθερίας. Ενδεικτικό είναι το παρακάτω απόσπασμα: «Σιωπηλοί πλησίασαν και έδεσαν το άλογο από ʼνα κλαδί. Χίλια μικροπούλια πέταξαν πάνω από τα κεφάλια τους και τρομαγμένα από τους απρόσκλητους επισκέπτες, έκαναν κύκλους πάνω από τις φωλιές τους» (σ. 30). «Τα παιδιά άκουσαν το κελάηδημα των πουλιών και άρχισαν να ξεφωνίζουν δυνατά» (σ. 38), «ξεθάρρεψαν και άπλωναν τα χεράκια τους να τα πιάσουν ξεφωνίζοντας χαρούμενα» (σ. 30). «… ήταν καλά…. Έστω για ένα βράδυ θα είχαν προστασία. Τα αγριοπούλια που κούρνιαζαν πάνω απʼ τα κεφάλια τους ήταν θεόσταλτοι άγγελοι να νανουρίσουν τα παιδιά και να παρηγορήσουν τις ψυχές των γονιών. Έμοιαζαν κι αυτοί όμοια διαβατάρικα πουλιά που άνοιξαν τα κοντά φτερά τους, να πετάξουν πάνʼ απ΄ τα Άγραφα, να διαβούν απάτητους δρόμους, φαράγγια και ποτάμια και ίσως με πολλές πληγές να φθάσουν κάποτε στην Γη της Επαγγελίας τους και να εκπληρώσουν το ριζικό τους» (σ. 31).  
Και βέβαια η Γη της Επαγγελίας στην παραπάνω περιγραφή είναι η γη της Ελευθερίας και το ριζικό που ονειρεύονται οι πρώτοι ήρωες του βιβλίου να εκπληρώσουν είναι αυτό της αυτοδιάθεσης και της αυτονομίας, καθώς κατατρεγμένοι από την αυθαιρεσία και την βιαιότητα του Τούρκου κατακτητή, ονειρεύονται, και όχι μόνο ονειρεύονται αλλά και αγωνίζονται για την ευλογημένη εκείνη ημέρα που θα διώξουν τον ξένο δυνάστη απʼ το τόπο τους. Τέτοιες περιγραφές από την περίοδο της Τουρκοκρατίας, μία περίοδο που έχει στιγματίσει το συλλογικό μας ασυνείδητο, έχουμε πολλές και πλήρεις μέσα στο βιβλίο της Μαίρης Παναγιώτου, και όχι μόνο από την σκοτεινή αυτή περίοδο, αλλά και από μεταγενέστερες φάσεις της σύγχρονης νεοελληνικής ιστορίας-ιστορικά το βιβλίο ολοκληρώνεται με τον Εμφύλιο πόλεμο- όπως επίσης και από αρχαιότερες. Πολύ σοφά, και διδακτικά θα έλεγα, γιατί ας μην ξεχνάμε ότι η κα Παναγιώτου έγραψε ένα βιβλίο που απευθύνεται στην ελληνική οικογένεια και τους νέους της, πρωτίστως, πολύ σοφά παρεμβάλλει μέσα στο έργο της κεφάλαια με αυτούσιο το ιστορικό περιεχόμενο, ξεκινώντας από τους μυθολογικούς χρόνους και φτάνοντας μέχρι τα μέσα του προηγούμενου αιώνα. Σαφώς ο λόγος της συγγραφής αυτών των κεφαλαίων δεν είναι στενά ιστορικός. Περισσότερο η συγγραφέας θέλει να χρωματίσει ιστορικά τις συνθήκες ζωής των μελών της οικογενείας της, στα οποία αναφέρεται, κατορθώνει ωστόσο, ακόμα κι αν αφετηρία της είναι η τοπική ιστορία της ιδιαίτερης πατρίδας της, να αποδώσει  ευσύνοπτα και κατατοπιστικά όλη τη διαδρομή της σύγχρονης ιστορίας της Ελλάδος, γιατί βεβαίως από ένα σημείο και πέρα τα τοπικά γεγονότα χάνουν τον στενό, τοπικιστικό τους χαρακτήρα και συνδέονται με τα ευρύτερα εθνικά, και ακριβώς επειδή η αφήγησή της συνδυάζεται με το λογοτεχνικό ενδιαφέρον για το χρονικό της οικογενείας της, κατορθώνει να μη γίνεται κουραστική, αντιθέτως να εξάπτει την προσοχή. Και στο σημείο αυτό θα πρέπει να προσθέσω ότι στο βιβλίο της Παναγιώτου πέραν από τις καθαρά ιστορικές πληροφορίες, σε επίπεδο πολιτικών ή στρατιωτικών γεγονότων, εμπεριέχονται άφθονες κι αξιοπρόσεκτες πληροφορίες σχετικές με την κοινωνική, οικονομική και δημογραφική ζωή του τόπου μας. Ένα πολύ ενδιαφέρον θέμα, για παράδειγμα, που θίγει και αναλύει με προσοχή είναι αυτό της μετανάστευσης και των συνεπειών που αυτή είχε για τον τόπο μας ή αυτό των συλλογικών φόβων, φόβοι που είτε είναι αυθόρμητοι και διαρκείς, πανταχού παρόντες (κι εδώ χρησιμοποιώ ορολογία σχετική με την επιστημονική τους κατάταξη), όπως ο φόβος του σκοταδιού, του δάσους, της εχθρικής φύσης,  είτε είναι αυθόρμητοι και περιοδικοί, για παράδειγμα η πείνα, η ξηρασία, η πανούκλα, η καταχρέωση κ.λπ.
Όλες αυτές οι πληροφορίες βεβαίως που η κα Παναγιώτου με επιμέλεια μας παραθέτει στο έργο της είναι καρπός της πολύμοχθης και πολύχρονης έρευνας της ιδίας σε σπουδαστήρια, βιβλιοθήκες και ερευνητικά κέντρα με κίνητρο όχι βεβαίως τον ακαδημαϊκό έπαινο, ούτε αυτό της αυτάρεσκης προβολής, αλλά ορμώμενη με ένα γνήσιο ενθουσιασμό από μία ισχυρή συναισθηματική αφετηρία, την αγάπη για τον τόπο της και τις ρίζες της, μία αγάπη που αναζωπυρώθηκε από την απώλεια των γονέων της. Όλα αυτά όμως κάτω από ένα λογοτεχνικό μανδύα, έντεχνα επεξεργασμένα, ακριβώς για να μην απομακρυνθεί από τον βασικό σκοπό της συγγραφής της που είναι όχι η πληροφόρηση πρωτίστως, αλλά η διασκέδαση. Και τα δυο αυτά συνιστούν την ψυχαγωγία. Και για να αποκαταστήσω λίγο την αδικοχαρακτηρισμένη και υποτιμημένη σε σχέση με τη ψυχαγωγία λέξη διασκέδαση, συγχωρείστε με είμαι δασκάλα και κάποιες συνήθειες δεν τις εγκαταλείπω εύκολα, για να αποκαταστήσω λοιπόν τη λέξη διασκέδαση, αν η ψυχή του ανθρώπου είναι ένας γυάλινος, εύθραυστος κόσμος, είναι τιμητικό να αποκαλείται κάποιος διασκεδαστής και να σκεδάζει, να διασκορπίζει δηλαδή τις έγνοιες των συνανθρώπων του, θρυμματίζοντάς τις, να η έννοια του δια, σε πολλά μικρά κομμάτια, και στην ουσία να τις αποδυναμώνει.
Αφήνω τελευταίο το κομμάτι εκείνο που εμένα λόγω των ιδιαίτερων προσωπικών μου ενασχολήσεων με ενδιαφέρει ξεχωριστά, το λαογραφικό. Και πράγματι το βιβλίο της κας Παναγιώτου αποτελεί μία λαογραφική παρακαταθήκη, καθώς παρουσιάζει σε πλάτος και βάθος μορφές ζωής του τοπικού πολιτισμού της πατρίδας της, ενός πολιτισμού παλαιότερου, καθαρά αγροτικού,   ο οποίος άρχισε σταδιακά να υποχωρεί κυρίως μετά το τέλος του 2ου παγκοσμίου πολέμου, φαινόμενο που παρουσιάστηκε σε όλες τις εξελιγμένες ή εξελισσόμενες χώρες, συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας. Η σχέση όμως πόλης και υπαίθρου είναι, όπως επισημαίνει ο καθηγητής Λαογραφίας Μ. Γ. Μερακλής, ένα θέμα «αρκετά περίπλοκο, και είναι μία σχέση που επηρεάζει σε ικανό βαθμό την υφή της-ελληνικής τουλάχιστον-αστικής ζωής». Μίας ελληνικής αστικής ζωής, ιδιότυπης σε ορισμένα σημεία της, που αναμφισβήτητα όμως δέχθηκε την ακτινοβολία και την επίδραση του λαϊκού παραδοσιακού πολιτισμού στις πόλεις της.  Αυτόν τον παραδοσιακό πολιτισμό αναβιώνει με αγάπη και καθαρότητα σκέψης η Μαίρη Παναγιώτου στις σελίδες του βιβλίου της,  θίγοντας θέματα που αφορούν τον υλικό, κοινωνικό και πνευματικό βίο του τόπου της, θέματα που η ίδια τα κατέχει καλά καθώς είναι γέννημα - θρέμμα αυτού του τόπου, και μέσα από τη συγγραφή του βιβλίου της γίνεται αυτό που η σύγχρονη εθνολογική επιστήμη ορίζει ως actor in view,  φορέας δηλαδή ενός πολιτισμού και ταυτόχρονα παρατηρητής του. Παρατηρητής όμως αποστασιοποιημένος, ώστε να μην ταυτίζεται με το αντικείμενο της έρευνάς του και να μπορεί να το περιγράφει με ενάργεια. Το οικείο βίωμα όμως υπάρχει και αυτό ζωντανεύει την αφήγηση. Η κα Παναγιώτου είχε το προνόμιο να μεγαλώσει σε μία κοινωνία και σε μία εποχή που η οικογένεια μαζευόταν γύρω από το τζάκι και παιδιά και ενήλικες είχαν τη δυνατότητα να ακούσουν τους γεροντότερους να αφηγούνται ιστορίες από τη ζωή τους, τις αντιξοότητες που αντιμετώπισαν, τις προκλήσεις που κατέκτησαν, τους πόνους που ξεπέρασαν, διασφαλίζοντας με αυτόν τον τρόπο τα ωραιότερα, τα σοφότερα κομμάτια των ανθρώπων που πέθαναν, μα συνεχίζουν με τον τρόπο αυτό να ζουν στη μνήμη μας. Το ομολογεί άλλωστε ρητά και η ίδια η συγγραφέας στον επίλογο του βιβλίου της: «… ακριβώς τέσσερα χρόνια απʼ τον θάνατο της μάνας μας, πέθανε κι ο Πατέρας. Με τον αποχαιρετισμό του νοιώσαμε ακόμη βαθύτερα συναισθήματα. Σαν να μεγαλώσαμε καμιά δεκαριά χρόνια μέσα σε δύο μέρες. Γίναμε πιο υπεύθυνοι και πιο σοφοί. Σίγουροι να συνεχίσουμε με αισιοδοξία να υπηρετούμε τον σκοπό της ζωής μας. Να φροντίσουμε την οικογένειά μας, να παντρέψουμε τα παιδιά μας, να κρατήσουμε αγκαλιά τα εγγόνια μας. Να γεράσουμε, να ασπρίσουν τα μαλλιά μας, να στηριχτούμε στη γκλίτσα μας και να παρηγορηθούμε με το κομπολογάκι μας. Να έρθει η ώρα να φύγουμε (απιέναι), να συνομολογήσουμε: «Νυν απολύεις τον δούλον σου, Δέσποτα» (σ. 405-406).

Αγγελική Γ. Κομποχόλη,
Φιλόλογος-Δρ. Λαογραφίας

Lexima.gr - Τα κείμενα αποτελούν απόψεις και θέσεις των συντακτών τους.