Λέξημα / Δημιουργοί: Πεζογραφία / Αντώνης ΚουσούληςΑνώνυμος επισκέπτης
Δημιουργοί: Πεζογραφία Νεότερο Παλαιότερο
'Αρθρο #1516 | Αποστολή από astrofegia |
   Πεμ 26 Μαρ 2009 
Αντώνης Κουσούλης
Αντώνης Κουσούλης:  « Ημέρα αργίας »
Αντώνης Κουσούλης

     Ο Αντώνης Κουσούλης γεννήθηκε το 1986 στην Αθήνα. Είχε άριστη μαθητική πορεία με πολλές βραβεύσεις. Το 2004 εισήχθη στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Αρθρογραφεί σε ποικίλα sites στο διαδίκτυο. Συνέγραψε (μαζί με τον Κ. Κοντόκωστα) το «Η σύφιλη στην ιστορία και στις τέχνες», που κυκλοφορεί από το 2008.
Email: antonis.kousoulis@gmail.com



                              Ημέρα αργίας

        Κυριακή βράδυ. Σήμερα το πρωί κατεβήκαμε απʼ το σπίτι. Ημέρα αργίας, τα μαγαζιά κλειστά, τα κτίρια κλειδωμένα. Δεν βγήκαμε να μιλήσουμε, να περπατήσουμε ή να παίξουμε. Βγήκαμε επειδή μια ανώτερη δύναμη από μέσα μας μάς καλούσε να το κάνουμε. Να κάνουμε αυτό το βήμα, να πάρουμε αυτήν την απόφαση. Βγήκαμε γιατί δεν μπορούσαμε να μένουμε άλλο κλεισμένοι στους τέσσερις τοίχους, αποκομμένοι από το συναίσθημα, να εστιάζουμε πρωί και βράδυ στις διάφορες οθόνες που έχουμε χτίσει περιμένοντας, χωρίς εύλογη αιτία, να μας μιλήσουν ή να μας πείσουν ή να αλλάξουν κάτι. Σήμερα το πρωί βγήκαμε στους δρόμους.
        Και ξέρεις κάτι; Δεν ήμασταν οι μόνοι. Φαίνεται ότι αυτή η ανώτερη δύναμη δεν είναι προσωπική, ατομική και αποκομμένη όπως ζούμε. Ίσως είναι μια φωνή που μιλάει μέσα μας όταν μας βλέπει να αδιαφορούμε. Είναι ένα κίνητρο και ένα πειστικό επιχείρημα. Μια διαταγή και μια ελπίδα.
        Σήμερα το πρωί βγήκαμε στους δρόμους. Ήταν παντού γεμάτοι κόσμο. Ο ένας περπατούσε δίπλα στον άλλο. Μόνο που δεν σπρώχνονταν, δεν δυσφορούσαν, δε δυσανασχετούσαν για τον άλλον που ήθελε κι αυτός να περπατήσει δίπλα τους. Δεν ήταν μια κοινή καθημερινή ημέρα που ο καθένας πήγαινε στη δουλειά του, το δρόμο πλημμύριζαν κόρνες και φωνές και κάποιοι έτρεχαν ενώ άλλοι πήγαιναν αργά. Ήταν Κυριακή.
        Όλοι βγήκαν σήμερα στους δρόμους, αλλά δεν είχαν δώσει σημείο και ώρα συνάντησης. Όλοι περπατούσαν στον ίδιο ρυθμό και με τον ίδιο βηματισμό, αλλά δεν ήταν παρέλαση. Όλοι ήταν σιωπηλοί, αλλά δεν ήταν θλιμμένοι. Όλοι προχωρούσαν προς την ίδια κατεύθυνση, αλλά κανείς δεν καθοδηγούσε τους υπόλοιπους.
     Δεν ήταν μια πορεία ή μια διαδήλωση. Δεν ήταν ένα συλλαλητήριο ή μια διαμαρτυρία. Ήταν ένα συναίσθημα.
        Ένα συναίσθημα κοινό, διογκωμένο από την απρόσμενη ανταπόκριση που βρήκε ο καθένας στον διπλανό του, δυναμικό και ισχυρό. Ήταν ένα συναίσθημα, με τη μορφή μιας μάζας ανθρώπων, αυτό που περπατούσε στο δρόμο. Ήταν ένα συναίσθημα για χρόνια κλειδωμένο στα βαθύτερα έγκατα του νου εκεί όπου όλοι δίσταζαν να ψάξουν, φοβούνταν να κοιτάξουν, δεν πίστευαν ότι υπήρχε ακόμη.
        Κι όμως, αυτό που μέχρι χθες ήταν κρυμμένο και ψυχορραγούσε στην ανέκφραστη συνείδηση του καθενός σήμερα είχε ανθρώπινη μορφή και περπατούσε στο δρόμο. Είχε το πρόσωπο ενός νεαρού παιδιού που στα αγνά του μάτια φανερώνεται και πάλι η ελπίδα για το καλύτερο αύριο. Είχε τα γένια ενός παλιού ναυτικού που στο, αλλοιωμένο από το χρόνο, πρόσωπό του γραφόταν μια ολόκληρη ιστορία από ταξίδια, εμπειρίες και θύμησες από κόσμους διαφορετικούς. Είχε το κορμί μιας ισχνής γιαγιάκας που στον λυγισμένο της κορμό είχε σηκώσει όλα τα βάρη και όλους τους πόνους της ζωής της. Είχε το καλοραμμένο, καινούργιο κουστούμι της διευθύντριας που στην τσέπη του φύλαγε ακόμα εκείνο το παιδικό ραβασάκι που της πέρασε κάτω από το θρανίο το πρώτο της ερωτικό σκίρτημα. Είχε τα γυμνασμένα, δυναμικά άκρα ενός αθλητή γιατί ήταν έτοιμο να τρέξει, να οδηγήσει, να χτυπήσει και να χτυπηθεί, να μη λυγίσει και να μην υποχωρήσει.
        Μέσα σε αυτό το μεγάλο μωσαϊκό από τα διαφορετικά πρόσωπα, τις ασύγκριτες εμπειρίες και την ανόμοια διάθεση, ήταν μια κοινή σκέψη αυτή που καθοδηγούσε τους πάντες. Η σκέψη ότι πρέπει να αγγίξουμε το στόχο μας. Πρέπει να φτάσουμε στον προορισμό μας. Δε θα ανεχτούμε άλλο αυτούς που συγκεντρώνονται καθημερινά για να ανάψουν ένα μόνο σπίρτο και να παραδώσουν στις φλόγες το μέλλον μας. Δε θα περιμένουμε άλλο θαύματα από αυτούς που φόρεσαν οι ίδιοι στο πρόσωπό τους το φωτοστέφανο και ορίστηκαν αυτόκλητοι θεματοφύλακες της κληρονομιάς μας. Δε θα διστάζουμε πια να αγγίξουμε τον άλλον, να μιλήσουμε στην καρδιά του, να ακούσουμε τον πόνο του.
        Ένα γνωστό συναίσθημα κι έναν ανείπωτο πόνο θα μοιραστούμε. Μία κρυφή ελπίδα και μία ανεκπλήρωτη επιταγή θα μας οδηγούν. Μία άφατη χαρά και ένα πνιγμένο χαμόγελο θα μας ορκίζουν. Λίγες γραμμές σε ένα βιβλίο ή μια εικόνα σε μια οθόνη θα μας πείθουν. Δυο στίχοι χωρίς μελωδία και μια μουσική χωρίς λόγια θα μας ενώνουν.
                                      *   *   *
        Σήμερα το πρωί βγήκαμε στους δρόμους. Άγγιξα διστακτικά το χέρι σου. Στην αρχή τρόμαξες, γύρισες και με κοίταξες. Σου χαμογέλασα. Χαμογέλασες κι εσύ και μου αντέτεινες το χέρι σου. Το έσφιξα.
Προχωρήσαμε μαζί με όλους όσους βρήκαμε στο δρόμο. Αυτοί οδηγούσαν και εμείς ακολουθούσαμε. Εμείς πηγαίναμε μπροστά και αυτοί ξοπίσω μας. Ξεκινήσαμε από την οδό Ονείρων να βγούμε στην οδό Παραμυθιών και περνώντας από την πλατεία Συνείδησης να καταλήξουμε στην οδό Αλήθειας. (Παράξενα ονόματα μου φάνηκαν).
Θέλαμε να γράψουμε τις δικές μας σελίδες στην ιστορία. Δε θέλαμε μόνο να διαβάζουμε, να μαθαίνουμε και να θυμόμαστε. Ήμασταν περήφανοι για όσα είχαν καταφέρει πριν από εμάς, δακρύζαμε στην ανάμνηση της εκπλήρωσης του ονείρου ή του στόχου. Αναπολούσαμε και θαυμάζαμε ήρωες και θυσίες. Αλλά, κατά βάθος, πιστεύαμε ότι αν ήμασταν εκεί θα πετυχαίναμε κι εμείς τα ίδια...
Μπορεί να πέρασαν ώρες, μπορεί και λίγα λεπτά, όταν φτάσαμε στον προορισμό μας. Σταθήκαμε για μια στιγμή, κοιταχτήκαμε - ίσως να ήταν η πρώτη φορά μετά από καιρό - γνέψαμε, χαμογελάσαμε και ύστερα...
                                        *   *   *
Γύρισα το κλειδί και η πόρτα άνοιξε. Μπήκαμε σπίτι. Ήμασταν εξαντλημένοι, μα είχαμε ξανανιώσει. Είχαμε χτυπηθεί, μα ήμασταν άθικτοι. Είχαμε κυλήσει στο χώμα, μα ήμασταν καθαροί. Είχαμε ξεχάσει, μα δημιουργήσαμε νέες μνήμες. Είχαμε πολεμήσει, μα όλα ήταν ειρηνικά. Ήμασταν μεγάλοι κι ας ήμασταν νέοι. Ήμασταν νέοι κι ας ήμασταν μεγάλοι.
                                        *   *   *
Δεν μπορούσα καν να θυμηθώ τι έγινε. Δεν μπορώ να διηγηθώ τα γεγονότα. Δεν ξέρω αν συνέβη κάτι ή αν τα έπλασα όλα με τη φαντασία μου. Δεν ξέρω πότε ακριβώς μπορώ να τοποθετήσω το γεγονός. Δεν είμαι σίγουρος αν όλα ήταν μια εικόνα μιας ιδρωμένης νύχτας, παρασυρμένης απʼ το όνειρο ή μιας αληθινής ημέρας το σενάριο της οποίας γράφτηκε απʼ το όνειρο. Θυμάμαι μόνο κάτι. Ήταν Κυριακή, ημέρα αργίας, και κατεβήκαμε από το σπίτι για να βγούμε στους δρόμους.
Ξύπνησα από ένα ρεύμα κι ένα ρίγος κάπου ανάμεσα στο όνειρο και την πραγματικότητα. Κάπου χαμένος ανάμεσα στην αυθεντικότητα του ονείρου και στην ονειρική πραγματικότητα. Είχα ανάγκη να πιστέψω.
Σε κοίταξα που κοιμόσουν. Σε ακούμπησα απαλά και άνοιξες διστακτικά τα μάτια. «Τι ώρα είναι;», σε ρώτησα. «Σώπα, ηρέμησε», μου απάντησες, «ξημερώνει Δευτέρα»...


                                                           Αθήνα, Ιανουάριος 2009

Lexima.gr - Τα κείμενα αποτελούν απόψεις και θέσεις των συντακτών τους.