Λέξημα / Δημιουργοί: Πεζογραφία / RevoΑνώνυμος επισκέπτης
Δημιουργοί: Πεζογραφία Νεότερο Παλαιότερο
'Αρθρο #1456 | Αποστολή από astrofegia |
   Δευ 22 Σεπ 2008 
Revo
Πεζογραφία: Revo


Γεννήθηκα την άνοιξη του 1978. Από μικρό παιδί προσπαθώ να εκφράσω το φόβο και τις ανησυχίες μου γράφοντας μικρές ιστορίες για όλα αυτά που με τρομάζουν.


Μια ιστορία από τα παλιά

  Το χωριό κυριολεκτικά κρεμόταν πάνω από μια χαράδρα που κατέληγε σε έναν ορμητικό χείμαρρο. Τα πέτρινα σπίτια με τις τοξωτές σκεπές και τα λιθόστρωτα σοκάκια εναρμονίζονταν πλήρως με το περιβάλλον, σου έδιναν την εντύπωση ότι ήταν πάντα εκεί, απλά υπήρχαν. Κάτω από το γέρο-πλάτανο, στο κέντρο της πλατείας, τα τραγούδια και οι μουσικές έγραφαν στο πλακόστρωτο την ιστορία των ανθρώπων από γενιά σε γενιά. Ξημέρωνε, το φως του φεγγαριού υποχωρούσε μπροστά στη δύναμη της χαραυγής που πλησίαζε δειλά - δειλά από τα βάθη του ορίζοντα. Η πρωινή δροσιά έμπαινε αθόρυβα από το ανοικτό παράθυρο, κρατώντας από το χέρι την βαριά μυρωδιά του πεύκου.
  Έβγαλε τα ρούχα της και φόρεσε το λευκό, ολόμαλλο νυχτικό της. Ήταν χοντρό, μακρύ με τελειώματα από δαντέλα κεντημένη στο χέρι. Δώρο της γιαγιάς της. Τρία κοκάλινα κουμπιά με χαραγμένα σχέδια χώριζαν στη μέση το πλούσιο στήθος της το οποίο στεκόταν περήφανα στητό, ανέγγιχτο. Η λευκή της επιδερμίδα γυάλιζε στο φως της χαραυγής τονίζοντας τις πληθωρικές της καμπύλες. Έλυσε τα μακριά, ξανθά μαλλιά της να πέσουν στους ώμους της. Χαμογέλασε, ήταν πολύ όμορφη και το ήξερε. Είχε μεγάλα, σκουρόχρωμα, αμυγδαλωτά μάτια και κατακόκκινα μάγουλα. Τα χείλη της ήταν λεπτά, ίσα που διαγράφονταν και κάθε φορά που γελούσε στις γωνίες σχηματίζονταν δύο μικρά λακκάκια.
  Σήκωσε το σεντόνι και ξάπλωσε στο διπλό σιδερένιο κρεβάτι. Το δωμάτιο ήταν στον δεύτερο όροφο του πέτρινου σπιτιού και στηριζόταν σε πάτωμα από σκούρο ξύλο έλατου. Μπαίνοντας μέσα στα δεξιά, δίπλα στην μικρή μπαλκονόπορτα, ήταν ένα παλιό ξύλινο έπιπλο με τζάμια στη βιτρίνα το οποίο ήταν γεμάτο ασημένια σερβίτσια. Στα αριστερά ήταν ο γιούκος που φύλαγαν μέσα τα μάλλινα σκεπάσματα και στο βάθος το κρεβάτι πάνω από το οποίο ήταν μια κορνίζα που είχε ζωγραφισμένο ένα ηλικιωμένο ζευγάρι. Δίπλα στο κιτρινισμένο πορτρέτο ήταν ανοικτό το μικρό παράθυρο.
  Ήταν πολύ κουρασμένη, με δυσκολία κρατούσε τα μάτια της ανοικτά. Ο χορός την είχε εξαντλήσει, ήταν το πρόσωπο της βραδιάς και το είχε απολαύσει. Όλα τα βλέμματα ήταν στραμμένα πάνω της, τα περισσότερα με θαυμασμό κάποια όμως... Είχε και ένα άγχος για την συνέχεια μικρό κορίτσι μεγαλωμένο στο χωριό δεν είχε ιδέα τι έπρεπε να γίνει. Ξαφνικά άκουσε βήματα στη σκάλα, το αίμα της πάγωσε, κράτησε την αναπνοή της και περίμενε. Πριν ακόμα ανοίξει η πόρτα η μυρωδιά του αλκοόλ ξίνιζε στα ρουθούνια της. Η καρδιά της χτυπούσε σαν τρελή.  
  Η γνώριμη φιγούρα ενός σωματώδη άντρα έσπρωξε με δύναμη την πόρτα και μπήκε μέσα τρεκλίζοντας. Έτρεμε, έκλεισε τα μάτια της αλλά πανικοβλήθηκε και τα άνοιξε αμέσως. Στάθηκε μπροστά στην ορθάνοιχτη πόρτα. Θα πρέπει να ήταν γύρω στα τριανταπέντε, ψηλός με φαρδιές πλάτες και μαύρα σγουρά μαλλιά. Φορούσε λευκό πουκάμισο, μαύρο μάλλινο παντελόνι και μπότες από κατσικίσιο δέρμα. Σκούπισε με τη δεξιά παλάμη το χοντρό μουστάκι του που έσταζε ιδρώτα και κρασί. Το αγριεμένο του πρόσωπο, αν και της ήταν οικείο, φάνταζε τρομακτικό. Ήθελε να ουρλιάξει, όμως ένας κόμπος στο λαιμό δεν άφηνε την φωνή της να βγει. Η κραυγή της ανέβαινε από το στομάχι, έφτανε στο λαιμό και ξανακατέβαινε πάλι κάτω. Ο μεθυσμένος άντρας πλησίασε στο κρεβάτι και με μία απότομη κίνηση τράβηξε το σεντόνι και το πέταξε στο πάτωμα. Η κοπέλα τρομαγμένη τραβήχτηκε στην άκρη του κρεβατιού καλύπτοντας με τα δυο χέρια το ημίγυμνο κορμί της.
  Την κοίταξε για αρκετή ώρα με μάτια μεθυσμένα που γυάλιζαν και μετά άρχισε να γελά. Αυτή κοκαλωμένη, παραλυμένη από φόβο και ντροπή άρχισε να κλαίει. Έκλαιγε αθόρυβα, έπνιγε τα αναφιλητά της για να τα ξορκίσει, δεν έπρεπε να γίνει έτσι. Της έπιασε τα χέρια και την τράβηξε κοντά του. Μια πνιχτή κραυγή κατάφερε να βγει από το στόμα της. Όποια προσπάθεια να αντισταθεί θα ήταν μάταιη και το ήξερε. Της άνοιξε τα πόδια και μπήκε ανάμεσα. Οι μυρωδιές από τον ιδρώτα και το αλκοόλ ήταν τόσο έντονες που της ερχόταν να λιποθυμήσει. Έπιασε με τα δυο του χέρια το νυχτικό της και το έσκισε σε όλο το μήκος του. Πρώτη φορά την έβλεπε άντρας γυμνή και το μόνο που ήθελε ήταν να ανοίξει η γη και να την καταπιεί. Η αναπνοή του είχε γίνει γρήγορη και βαριά προκαλώντας της μεγαλύτερη αηδία. Με το ένα του χέρι της έσφιγγε το λαιμό και με το άλλο ξεκούμπωσε με βιαστικές κινήσεις το παντελόνι του. Άρχισε να τον χτυπά σε μια ύστατη προσπάθεια να τον διώξει από πάνω της, όμως εκείνη την στιγμή ένιωσε ένα κάψιμο κάτω από την κοιλιά της και αμέσως μετά έναν πόνο τόσο δυνατό που μούδιασε όλη της η λεκάνη. Η κραυγή της έσκισε σαν μαχαίρι τον πρωινό ουρανό και αυτός θαρρείς σα να μάτωσε άρχισε να κοκκινίζει. Πονούσε αφόρητα, αισθανόταν ότι αιμορραγούσε, οι μηροί της ήταν μούσκεμα και αυτός συνέχιζε να της πιέζει την πληγή. Ο ιδρώτας του έσταζε πάνω της. Το δωμάτιο γύριζε, πνιγόταν, ήθελε να ξεράσει στο πρόσωπο του και μετά να λιποθυμήσει. Πιο άσχημα δεν είχε νιώσει ποτέ στην ζωή της.
  Κάποια στιγμή αυτός άρχισε να μουγκρίζει μέχρι που τον έπιασαν σπασμοί και ξαφνικά σταμάτησε. Τα χέρια του λύγισαν και έπεσε πάνω της. Λίγα λεπτά αργότερα και ενώ η κοπέλα είχε χάσει πλέον τις αισθήσεις της ο μεθυσμένος άντρας τραβήχτηκε από μέσα της με μία απότομη κίνηση αναγκάζοντας την να συνέλθει για ουρλιάξει από πόνο για τελευταία φορά. Η λεκάνη της ήταν ακόμα μουδιασμένη και αισθανόταν ένα τεράστιο κενό ανάμεσα στα πόδια της. Την έσπρωξε βίαια στην άκρη του κρεβατιού χωρίς να της πει κουβέντα. Η νεαρή κοπέλα γύρισε στο πλάι, το σώμα της έτρεμε ενώ τα δάκρυα έτρεχαν ακόμα στα μάγουλα της. Αυτός ο άνθρωπος μέσα σε δέκα λεπτά σκότωσε ότι πιο όμορφο είχε μέσα της, νέκρωσε κάθε της συναίσθημα, έπνιξε όλες τις ευτυχισμένες στιγμές της και έμεινε μόνο ένα άσχημο κενό, ένα άθλιο τίποτα.
  Στο τέλος τράβηξε από κάτω της το ματωμένο σεντόνι, το πήρε στα χέρια του και βγήκε στο μπαλκόνι. Οι ιαχές του αγριεμένου πλήθους αντήχησαν στα γύρω βουνά.
  Η πρώτη νύχτα του γάμου της ήταν παρελθόν.


Στο ενδιάμεσο

  Τα φώτα έσβησαν. Άκουσε τις τελευταίες φυσαλίδες οξυγόνου να σκάνε. Μούδιασε, κάτι μικρό χόρευε στο στέρνο του, χαμογέλασε. Στο βάθος χρώματα, χρώματα πολλά ερχόντουσαν. Χρώματα διάφορα, περίεργα και πρόσωπα γλυκά, αγαπημένα. Τα περίμενε χρόνια πολλά και τώρα ερχόντουσαν. Πλησίαζαν, άνοιξε τα μάτια του όσο περισσότερο μπορούσε για να τα δει καλύτερα. Ήταν παντού. Σηκώθηκε, πετούσε, στροβιλιζόταν μέσα στη δίνη τους και ξαφνικά... φως. Τα μάτια του υγρά και γαλάζια έμοιαζαν με δύο δοχεία νερό και ο κόσμος όλος μια υδάτινη σφαίρα που χυνόταν σιγά-σιγά μέσα τους.
  Το δωμάτιο είχε καταληφθεί από αλπική ομίχλη, λευκή και πυκνή, ένα ξένο σώμα που το αισθανόσουν γύρω σου. Δεν έβλεπε παρά λίγα εκατοστά μπροστά του. Ο καναπές πρέπει να ήταν καλός. Καθόταν αρκετές ώρες και δεν τον είχε ενοχλήσει καθόλου, τουλάχιστον έτσι νόμιζε. Ήταν σίγουρος πως ήταν κάποιος δίπλα του αλλά δεν μπορούσε να τον διακρίνει. Προσπάθησε να τον εντοπίσει, για κάποιον ανεξήγητο λόγο αισθανόταν πως αυτός ο άνθρωπος ήταν αγχωμένος, σε αντίθεση με αυτόν που ήταν απόλυτα ψύχραιμος. Τα λίγα που έβλεπε γύρω του ήταν και αυτά θαμπά αλλά δεν τον ενοχλούσε καθόλου, οι εικόνες δεν είχαν καμία σημασία πια.
  Τελικά το αποφάσισε, «είσαι πολύ ώρα εδώ;» ρώτησε διστακτικά. Δεν ήταν σίγουρος πως αυτό που άκουσε ήταν απάντηση αλλά μη έχοντας τίποτα καλύτερο να κάνει συνέχισε «εγώ πρέπει να είμαι αρκετή». Είχε την εντύπωση ότι δεν μιλούσε βγάζοντας ήχους αλλά δεν μπορούσε να καταλάβει τι γινόταν, παρόλα αυτά επέμεινε «από το νοσοκομείο είσαι και εσύ;» είπε όσο ποιο ήρεμα μπορούσε. «Όλοι εδώ από το νοσοκομείο ήμαστε». Αυτή την φορά η απάντηση ακούστηκε καθαρά. Επιτέλους βρέθηκε κάποιος να μιλήσουν, χάρηκε «θα πρέπει να βρισκόμαστε σε κάποιο ενδιάμεσο στάδιο, από εδώ θα πρέπει να γίνετε η επιλογή» είπε γεμάτος ενθουσιασμό.
  Η διαπίστωση του θα πρέπει να προβλημάτισε τον διπλανό του. Η ατμόσφαιρα ηλεκτρίστηκε. Αρνητική ενέργεια ερχόταν σε κύματα από την κατεύθυνση που βρισκόταν ο συνομιλητής του και προκαλούσε ρίγη σε όλο του το κορμί. Όχι βέβαια πως πτοήθηκε ο ίδιος αλλά ένιωθε ότι στο μυαλό του διπλανού του επικρατούσε πανικός, ήταν σίγουρος πως φλεγόταν. Το κεφάλι του θα πρέπει να ήταν έτοιμο να εκραγεί. Άκουγε τις σκέψεις του, μικρές πύρινες σφαίρες χτυπούσαν στα εσωτερικά τοιχώματα του κρανίου και εκσφεντονίζονταν με μεγάλη ταχύτητα προς καινούργια κατεύθυνση. Ήταν καθιστός και ακίνητος αλλά βρισκόταν σε τέτοια υπερένταση όπως μετά από έναν έντονο ερωτικό καυγά που δεν ολοκληρώθηκε ποτέ.
  «Ηρέμησε, θα πάθεις τίποτα» του είπε χαμογελώντας, προσπαθώντας να τον καθησυχάσει. «Τι εννοείς θα πάθω τίποτα, είμαι ήδη νεκρός τι χειρότερο μπορεί να μου συμβεί;» απάντησε φανερά εκνευρισμένος. «Μπορεί να σε στείλουν πίσω, δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο από το να ξαναρχίζεις από την αρχή κάτι που δεν θα μπορέσεις ποτέ να τελειώσεις». Οι λέξεις ταξίδευαν στο κενό προσπαθώντας να βρουν μια εσοχή να κουρνιάσουν για λίγο, μάταια όμως μιας και δεν υπήρχε τίποτα να τις κρατήσει.
  Έκανε άλλη μία προσπάθεια. «Δεν υπάρχει λόγος να φοβάσαι για κάτι, φίλε μου. Ο θάνατος είναι η φυσιολογική εξέλιξη της ζωής. Άλλωστε όπως μπορείς να αντιληφθείς τίποτα δεν τελείωσε, απλά είσαι ξανά στην αρχή και επιπλέον αυτή τη φορά έχεις κρατήσει την προηγούμενη εμπειρία. Αντί λοιπόν να αγχώνεσαι, χαλάρωσε και απόλαυσε το, ίσως αυτή την κατάσταση να μην την βιώσεις ποτέ ξανά». Δεν πρόλαβε να συλλαβίσει τις τελευταίες αυτές λέξεις και η απάντηση ήρθε σα χείμαρρος από τον συνομιλητή του «είσαι τρελός; τι είναι αυτά που μου λες; πριν από λίγα λεπτά έχασα για πάντα την οικογένεια μου, τους φίλους και τους συγγενείς και εσύ μου λες φιλοσοφικές μαλακίες! άκουσε αγαπητέ μου αυτό που θα σου πω και βάλτο καλά στο μυαλό σου η φιλοσοφία και οι ωραίες ιδέες σταματάνε εκεί που αρχίζει ο ανθρώπινος πόνος κι όταν αυτό συμβεί το μόνο που μένει είναι η πίστη». Από το ύφος του καταλάβαινες πως η συζήτηση τελείωσε εκεί.      
  Ηλίθια πλάσματα σκέφτηκε καθώς γυρνούσε μπροστά του, θυσιάζουν την εμπειρία στο βωμό του συναισθήματος. Δεν αντέχουν την ελευθερία, γιατί η ελευθερία προϋποθέτει αποδέσμευση και αυτοί έχουνε ρίξει άγκυρες. Πως γίνετε να είσαι ευτυχισμένος όντας δεμένος, ακόμα και αν είσαι στον Παράδεισο; Έχει και η Κόλαση τις όμορφες στιγμές της. Ναι, αυτοί είναι οι τρελοί, μόλις τους βγάλει κάποιος από την ανύπαρκτη πορεία τους, μόλις συνειδητοποιήσουν ότι έχασαν την ψεύτικη αίσθηση ελέγχου των πραγμάτων που συμβαίνουν γύρω τους, παραλύουν. Πως γίνετε να αισθάνεσαι πληρότητα και ασφάλεια ¨ελέγχοντας¨ μία ανεξέλεγκτη κατάσταση. Είναι σαν να κολυμπάς στη μέση του ωκεανού κρατώντας ένα ποτήρι θαλασσινό νερό στα χέρια σου και να τρελαίνεσαι όταν ξαφνικά κάποιος σου το παίρνει, δεν έχει νόημα. Καθώς οι σκέψεις του προχωρούσαν, χωρίς να αλλάξει κουβέντα με τον διπλανό του, είχε αρχίσει να τον φαντάζεται σαν το ποιο μίζερο, το ποιο ελεεινό ανθρωπάκι που είχε γνωρίσει ποτέ στη ζωή του.
  Μετά από λίγο ο εκνευρισμός του ήταν ολοφάνερος. Μη μπορώντας να κρατηθεί άλλο είπε δήθεν αδιάφορα «τι νομίζεις ότι θα γίνει μετά από εδώ; που νομίζεις ότι θα πάμε;» Η ερώτηση θα πρέπει να τον προβλημάτισε γιατί άργησε να απαντήσει. «Δεν ξέρω» είπε μετά από αρκετή ώρα «δεν μπορώ να φανταστώ κάτι, πιστεύω πάντως πως ο Κύριος έχει εκτιμήσει την προσφορά μου. Επειδή, λοιπόν, έχω δουλέψει σκληρά στη ζωή μου και έχω ταλαιπωρηθεί πολύ θα ήθελα να πάω κάπου που να είναι ήρεμα, ήσυχα και να μην χρειάζεται να κουράζομαι ούτε σωματικά ούτε πνευματικά» την τελευταία αυτή πρόταση αν και την είπε χαμηλόφωνα όπως και τις προηγούμενες την είπε αργά και καθαρά για να ακουστεί όσο καλύτερα γινόταν.
  Η αντίδραση από την άλλη πλευρά ήταν άμεση «εγώ φίλε μου, σε αντίθεση με εσένα, δεν έχω δουλέψει ποτέ στην ζωή μου, όσο για την κούραση και την ταλαιπωρία θα έλεγα ότι είναι κάτι που δεν με απασχόλησε ποτέ μιας και ότι έκανα στην ζωή μου το έκανα επειδή ήθελα να το κάνω και γι αυτό ακόμα και αν ήταν επίπονο ήταν πάντα ευχάριστο. Για το λόγο αυτό λοιπόν, αλλά και επειδή είμαστε όπως λένε τα αγαπημένα ζώα του Κυρίου δεν πιστεύω πως θα θελήσει να μας χαλάσει το πρόγραμμα. Οπότε κατά την γνώμη μου εσύ θα πας να συνεχίσεις τις δουλειές σου αιωνίως και εγώ την ξάπλα μου». Μόλις τελείωσε την πρόταση του, ξαναγύρισε μπροστά του, χαμογέλασε και χαλάρωσε απολαμβάνοντας τα κύματα αρνητικής ενέργειας που ερχόντουσαν από την πλευρά του συνομιλητή του.


Lexima.gr - Τα κείμενα αποτελούν απόψεις και θέσεις των συντακτών τους.