Λέξημα / Δημιουργοί: Πεζογραφία / Απόστολος ΣτράτουΑνώνυμος επισκέπτης
Δημιουργοί: Πεζογραφία Νεότερο Παλαιότερο
'Αρθρο #1433 | Αποστολή από astrofegia |
   Τετ 2 Ιούλ 2008 
Απόστολος Στράτου
Απόστολος Στράτου

Απόστολος Στράτου
Γεννήθηκα το 1980 στην Αθήνα. Κατάγομαι από το Βραχάτι Κορινθίας. Ακολούθησα τη βασική εκπαίδευση σε σχολεία της Αθήνας, ιδιωτικά και δημόσια. Σπούδασα στο ΤΕΙ Πειραιά Λογιστική, ενώ από το 2006, παρακολουθώ το τμήμα Διοίκησης Επιχειρήσεων και Οργανισμών του ΕΑΠ. Ασχολούμαι με τη μουσική σε ερασιτεχνικό επίπεδο, με ειδίκευση στο πιάνο και τη σύνθεση. Αφιερώνω το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου μου σε συγγραφή και μεταφράσεις, ενώ ήδη έχει ολοκληρωθεί η συγγραφή του πρώτου μυθιστορήματος, απόσπασμα του οποίου λάβατε. Ο κόσμος του βιβλίου είναι η δική μου χαμένη Ατλαντίδα.


«MENDIZABAL»
mendizabal=μαζί με το ρεύμα...

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1:   ΕΦΗΒΙΚΟ  ΜΠΙΛΜΠΑΟ..

Δρόμοι γεμάτοι ιστορία, παιδιά που παίζουν στα πλακόστρωτα δρομάκια του Μπιλμπάο και ένας ήλιος δώρο μετά τις βροχερές μέρες του φθινοπώρου. Οι βιαστικοί περαστικοί στέκονται για λίγο στο κατάστημα μπαχαρικών του Σέρτζιο, προσπαθώντας να διαβάσουν την ανακοίνωση του κόμματος για τη νέα συνέλευση που θα λάβει χώρα στο θέατρο της πόλης. Ίσως είναι το μόνο πράγμα που ενδιαφέρει τους κατοίκους της πόλης αυτής, ειδικά μετά τις πολιτικές εξελίξεις των τελευταίων ημερών. Βλέπεις, οι Ισπανοί, με κύριο εκφραστή τους την «βασιλική πρωτεύουσα» και την πολιτική κατεύθυνση που εκείνη χαράζει, αρνούνται να αποδεχθούν πως μέσα στην χώρα τους, ένα έθνος καθαρό και ιστορικό αναζητά λίγη αυτονομία. Όροι επικίνδυνοι, όπως αυτονομία, ελευθερία, αυτοδιάθεση. Τα προηγούμενα χρόνια, η κτηνωδία του Φράνκο, είχε αποδείξει πως η μεταπήδηση σε πιο δημοκρατικές διαδικασίες θα απαιτούσε αίμα βασκικό. Εκείνο που δεν ήξεραν όμως όλοι οι φιλόπατρεις Ισπανοί της δεκαετίας του 50, ήταν πως ο φόρος αίματος θα ήταν καθαρά ανταποδοτικός, ακολουθώντας τη χριστιανική διδαχή του «δούναι και λαβείν». Προφανώς στα Πυρηναία, λίγο πιο μακριά από τα σύνορα με τη Γαλλία, ένας ολόκληρος κόσμος είχε ήδη αρχίσει να συνειδητοποιεί το μέγεθος της θυσίας που θα έπρεπε να κάνει για να μπορεί εκείνη η σημαία που δειλά φαινόταν σε κάποια μπαλκόνια, να κυματίζει ελεύθερα στην πλατεία της πόλης του Μπιλμπάο, στο Σαν Σεμπαστιάν και όπου αλλού οι Βασκόνοι ζούσαν. Ο κόσμος άλλαζε με ταχύτατους ρυθμούς και δύσκολα οι υποστηρικτές του Φράνκο θα μπορούσαν πια να αντιστρέψουν μια κατάσταση, όπου λίγοι παθιασμένοι θα αποφάσιζαν να έρθουν αντιμέτωποι με την ισπανική ανελευθερία, αποζητώντας αυτό που κάθε έθνος απαιτεί. Ελευθερία.

Μέσα σε αυτό το κλίμα της έντασης, που θαρρείς πως κάτι θα συμβεί μα δεν γνωρίζεις πότε, περνούσε το κατώφλι της εφηβείας ο Πέδρο. Γόνος του Χουάν Ελκίνο, γνωστού πολέμιου των πρωτευουσιάνων της Μαδρίτης και γνήσιου Βάσκου. Ένα νοικιασμένο μαγαζί κοντά στο Μουσείο του Μετάλλου ήταν ό,τι είχε καταφέρει να αποκτήσει. Και αυτό πάλι δεν ήταν δικό του, εξεγείροντας την καλή του Μαρία, κόρη δημάρχου που είχε ξεπέσει και δεν μπορούσε να αντέξει τα ύπουλα λόγια των υπολοίπων κυριών στις κυριακάτικες συναντήσεις τους. Το μικρό μαγαζάκι, λοιπόν, που έσφυζε τα πρωινά από κόσμο, ήταν το ορμητήριο των φλογισμένων ιδεών του Χουάν. Κρατούσε το ξυράφι, ομολογουμένως με μαεστρία ξεχωριστή, και φώναζε με στεντόρεια φωνή, ικανή να ακουστεί μέχρι τη Μαδρίτη: «Χωρίς αίμα, το ξυράφι δεν θα είχε λόγο ύπαρξης. Χωρίς αίμα καμιά πατρίδα δεν αποκτήθηκε!». Συχνά-πυκνά, φωνές επιδοκιμασίας έβγαιναν από το μικρό μαγαζάκι, τρομάζοντας τους περαστικούς που κοντοστέκονταν να κοιτάξουν τη βασκική σημαία που φάνταζε στο πιο εμφανές σημείο του καταστήματος. Εκεί περνούσε τις ώρες του και ο Πέδρο, ακούγοντας ιστορίες για τους πολέμιους του Φράνκο, για τους αγώνες στα βουνά της Παμπλόνα, αποσβολωμένος, όταν ο πατέρας του, με ύφος σοβαρό, σχεδόν συγκλονισμένο, περιέγραφε τις βαρβαρότητες που υπέστησαν όλα αυτά τα χρόνια οι Βάσκοι αυτονομιστές, «οι δικοί του ήρωες», όπως τους αποκαλούσε όταν δάκρυζε και σταματούσε τη συζήτηση, πιάνοντας  το ξυράφι. Το ακόνιζε σκεπτικός και που και που έλεγε στον Πέδρο πόσο πολύ πρέπει να αγωνίζεται κανείς για την πατρίδα του, για τις γενιές που έρχονται, σιχτίροντας τη δειλία του και το ότι είναι ακόμα ζωντανός. Ήταν η ώρα που ο Πέδρο άφηνε τον αποτυχημένο επαναστάτη να σκεφθεί τα λάθη του και έτρεχε στην πλατεία να συναντήσει τους φίλους και εκείνη την πανέμορφη, μελαχρινή κοπέλα που συνήθιζε να παίζει τη βιόλα στο μπαλκόνι του σπιτιού της όταν ο καιρός το επέτρεπε. Ήταν τόσο όμορφη, τόσο εξωτική, χρωμάτιζε την πόλη, χρωμάτιζε την ψυχή του και τα εφηβικά του όνειρα... Στεκόταν κάθε απόγευμα, στις πέντε περίπου, κάτω από το άγαλμα του Ιγνασίου Λουόλα και ευτυχισμένος ταξίδευε στα τάστα της βιόλας, ένιωθε το άγγιγμα των δαχτύλων της και μπλεκόταν ανάμεσα στα κατάμαυρα μαλλιά της, όπως το απογευματινό αεράκι τα ανακάτευε. Ήταν γύρω στα 18, ένα χρόνο μεγαλύτερη από τον Πέδρο. Οι φίλοι του τον έβριζαν για την εμμονή του, μα όλοι τους, ακόμα και ο τόσο εγωιστής Αλφρέδο, χάζευε τη μορφή της και ας μην το παραδεχόταν. Ο Σεγκούρα, το τρίτο παιδί του δημάρχου, ένα σχεδόν ασθενικό αγόρι, πάντα χλωμό και φιλάσθενο, ο Κάρλος,  γιος αντάρτη που σκοτώθηκε από τους λοχαγούς του Φράνκο και ο Μπέτο, ο μόνος  πολιτικά συνειδητοποιημένος της παρέας, που πάσχιζε να ξυπνήσει τη βασκική ψυχή των υπολοίπων. «Jentilak», τους αποκαλούσε, παρομοιάζοντάς τους με τα μυθικά πλάσματα της πλούσιας βασκικής μυθολογίας. Για τον Μπέτο, όλοι τους ήταν απόγονοι φυλών που τα χνάρια τους σβήστηκαν στις κορυφές των Πυρηναίων, αφήνοντας συμβολισμούς που ξεσήκωναν το πνεύμα και φλόγιζαν την ψυχή του.... Όλοι τους, πιστό καθημερινό κοινό εκείνης της κοπέλας, που άθελά της είχε σαγηνεύσει εκείνες τις νεανικές καρδιές. Δυστυχώς, η πολυτέλεια του κονσέρτου τελείωνε μόλις σουρούπωνε. Τότε η «παρέα του Ιγνασίου» κατηφόριζε προς το κέντρο της πόλης, ακολουθώντας το δρόμο για το γήπεδο του Μπιλμπάο. Ολόκληρη η πόλη ζούσε για τους κυριακάτικους αγώνες, υποστηρίζοντας με θέρμη την τοπική ομάδα, που πάντα έπαιζε με την ψυχή του νικητή. Ακόμα και η Μαρία, η ξεπεσμένη αριστοκράτισσα μητέρα του Πέδρο, ξεχνούσε για λίγο την έπαρσή της για τη δήθεν ξεχωριστή καταγωγή της και πήγαινε στο γήπεδο για να πανηγυρίσει με την ψυχή της τα «παιδιά του Μπιλμπάο». Λες και η νίκη απέναντι στον αντίπαλο θα ήταν η απάντηση στις πίκρες που όλοι οι Βάσκοι κουβαλούσαν στην καρδιά τους. Πόσο πάθος αλήθεια είχε ολόκληρη η πόλη τις μέρες των αγώνων! Όλοι ήξεραν πως η έδρα του Μπιλμπάο είναι απροσπέλαστη για κάθε αντίπαλο, κάνοντας όλους τους κατοίκους να φουσκώνουν από υπερηφάνεια για τη δύναμή τους. Μέσα από τα κάγκελα του κάτω διαζώματος, η εφηβική παρέα προσπαθούσε να δει τα αστέρια της ομάδας. Γνήσια παιδιά της βασκικής φυλής όλοι τους. Κανένας Ισπανός δεν είχε αγωνιστεί σε αυτήν την ομάδα και ποτέ δεν θα γινόταν κάτι τέτοιο. Άλλωστε αυτός ήταν ένας άγραφος κανόνας που φρόντιζαν όλοι να μην παραβούν σε κάθε έκφανση της ζωής τους. Σιωπηρά απαρνούνταν όλοι τους οτιδήποτε ισπανικό, με έκδηλη αποστροφή. Όταν η νύχτα έπεφτε για τα καλά, ο Κάρλος, ο Πέδρο, ο Σεγκούρα και ο Αλφρέδο αποχαιρετούσαν ο ένας τον άλλον και χάνονταν στα στενά της παλιάς πόλης. Μονάχα ο Πέδρο περνούσε κάθε φορά από το σπίτι της άγνωστης σολίστ, παρά το γεγονός πως ο δρόμος αυτός θα τον καθυστερούσε κι άλλο, επιτείνοντας τον εκνευρισμό της μητέρας του, που πάντα ανησυχούσε για την εσωστρέφειά του και την αδιαφορία του για τις «ρητές εντολές» της, όπως η ίδια αποκαλούσε την εκδήλωση της μητρικής στοργής της. Στο σπίτι τα βράδια πάντα το ίδιο σκηνικό. Στο σαλόνι του μικρού σπιτιού, καθισμένοι στις πολυθρόνες αντίκες, που έτριζαν κάθε που άλλαζες στάση, οι ίδιες γνώριμες φυσιογνωμίες. Θιασώτες μιας ιεροτελεστίας, με άφθονο κονιάκ και φτηνό καπνό, φίλοι του πατέρα, ξεπεσμένοι επαναστάτες με πύρινες απόψεις και φανερό μίσος για την ανελεύθερη ζωή τους. Οι κυρίες, μαζεμένες στη μικρή σάλα που ένωνε το σαλόνι με τη κουζίνα, με θέα τη φωτισμένη παλιά πόλη, διαγωνίζονταν για την καταγωγή τους, τους κορσέδες και τις καλτσοδέτες τους, αδιαφορώντας για τις φωνές που ακούγονταν από το σαλόνι και τους ζαλισμένους, παθιασμένους άντρες τους. Ο Πέδρο απολάμβανε τη μοναξιά της εφηβείας του, ακούγοντας στο γραμμόφωνο τα παλιά δισκάκια του πατέρα και διαβάζοντας μυθιστορήματα με περίεργους ήρωες και αίσιο τέλος. Όμως, το στοιχείο της κοπέλας με τη βιόλα, οι απόψεις του Μπέτο, η απογοήτευση για όλα όσα ένιωθε πως δεν θα ζήσει, τον έκαναν να ξαγρυπνά τις νύχτες, να ονειρεύεται με μάτια ορθάνοιχτα και να απορεί για τον εαυτό του, για τη μοίρα του, που θαρρείς πως ήταν γραμμένη σε κάποιο τοίχο σε κάποια άλλη πόλη, πέρα από τα σύνορα του αγαπημένου του Μπιλμπάο. Δεν το 'θελε, μα κάτι μέσα του χόρευε σαν τις φλόγες στη σόμπα της σάλας, ζητώντας από εκείνον να το ανακαλύψει, να το αναζητήσει... Κάτι τέτοιες νύχτες θύμωνε αληθινά, η οργή του ξεχείλιζε και σαν να είχε μεγαλώσει απότομα σε λίγες μόνο ώρες, περνούσε μέσα από το σαλόνι και έβγαινε να κρυφτεί στο σκοτάδι του μπαλκονιού, με τα περίτεχνα αετώματα, κρυψώνες των χελιδονιών και τα κακοβαμμένα κάγκελα στο χρώμα του πεύκου. Στεκόταν εκεί και κοιτούσε την πόλη, απορροφημένος στις σκέψεις του, στα όνειρά του που πάλευαν να βρουν τρόπο να ξεκαθαρίσουν. «Είναι δύσκολο να γίνεις άντρας...». Έτσι έλεγε ο πατέρας του, καθώς τον ακουμπούσε στον ώμο και με μια τρυφερότητα ανομολόγητη ανάμεσα σε δυο αρσενικά, τον κοιτούσε με θαυμασμό... Ώρες κοινής ησυχίας και ιδιωτικής ανησυχίας, που διακόπτονταν από τις φωνές ανθρώπων που σαν σκιές περνούσαν από το δρόμο φωνάζοντας για μια επανάσταση που δεν είχε βρει τους εκφραστές της. «Euskal Herria!», «Euskal Herria!»… Και οι δυο τους γελούσαν συνωμοτικά, αγκάλιαζαν ο ένας τον άλλον και χαμηλόφωνα ο πατέρας, με ύφος σίγουρο, κατασταλαγμένο, του έλεγε πως «…θα χρειαστεί να παλέψεις κάποια στιγμή γιε μου....». Οι φωνές της Μαρίας τους ανάγκαζαν να γυρίσουν γρήγορα μέσα στο σπίτι.... Μα κάτι τέτοιες ώρες, ο Πέδρο ένιωθε πως γνώριζε καλά το μέλλον του. Θυμόταν τις απόψεις του Μπέτο, κοιτούσε τη σημαία που είχε στο δωμάτιό του και χαμογελώντας με σιγουριά και μελαγχολία μαζί, έκλεινε τα μάτια με αδιαφορία για το ενήλικο «αύριο»......

Το πρωί θα τον ξυπνούσε ο λαμπερός ανδαλουσιανός ήλιος που φώτιζε τις πλατείες, το άγαλμα του Ιγνασίου και ίσως και την ψυχή του. Το παλιό γραμμόφωνο στο δωμάτιο, έπαιζε ξεκούρδιστο, έχοντας χάσει τις στροφές του δίσκου. Χάραζε το βινίλιο και σαν τον έφηβο Πέδρο, προσπαθούσε μονάχο να μπει στο ρυθμό. Στο σπίτι, παράθυρα ορθάνοιχτα, μια αναστάτωση πρωινή, καινούρια σαν τη μέρα που είχε γεννηθεί εκείνη ακριβώς τη στιγμή. Στο δρόμο φωνές, καλημέρες που αντηχούσαν σε ολόκληρη την παλιά πόλη. Και ανάμεσα σε αυτές, η φωνή του Μπέτο. «Ξύπνα επιτέλους! Θα αργήσουμε, δεν καταλαβαίνεις;» Η ανυπομονησία του πιστού του φίλου τον ξεσήκωνε με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που τις νύχτες τον αναστάτωνε εκείνο το μελαχρινό κορίτσι. Με μιας, βρισκόταν στο δρόμο, γινόταν ένα με τον κόσμο, χαιρετούσε τους γείτονες και αισθανόταν για μια στιγμή τόσο ευτυχισμένος, τόσο γεμάτος, για κάποιο λόγο ευγνώμων. Οι υπόλοιποι, πάντα στο γνωστό σημείο συνάντησης, με διάθεση εξερευνητική, πάντα οργισμένοι για κάποιο λόγο, να τσακώνονται για κάποια ποδοσφαιρική ανάμνηση, αδιαφορώντας για κάθε τι έξω από τα σύνορα αυτής της παρέας. Ο Μπέτο πάντα τους ανακαλούσε στην τάξη.

-  Αντί να τσακώνεστε για τα πέναλτι και τα φάουλ, δεν κοιτάτε στις τσέπες σας να δούμε πόσα χρήματα έχουμε όλοι μας; Δεν ξέρω αν το θυμάστε, μα σήμερα βγαίνει η φυλλάδα. Θα έχει ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο για το σωματείο των Βάσκων εργαζομένων.

-  Καλό θα ήταν να μη μας ζαλίζεις με την παλιοεφημερίδα σου!, έλεγε ο Αλφρέδο, με εκείνο το υπεροπτικό ύφος για ό,τι δεν καταλάβαινε ή δεν αγαπούσε. Άλλωστε, για εκείνον τα κορίτσια, η μπάλα, τα χρήματα ήταν αρκετά για να τον κάνουν χαρούμενο και να δώσουν νόημα στη μέρα του. Καμιά φορά, έδειχνε τόσο φιλοχρήματος που νόμιζες πως είχε βρει ήδη το σκοπό της ζωής του. Περιτριγυρισμένος από πανέμορφα κορίτσια, με μασούρια από χρυσά νομίσματα, δέσμιος ενός εαυτού που είχε ήδη αρχίσει να διαμορφώνεται για τα καλά... Οι υπόλοιποι παρέμεναν αμέτοχοι σε τέτοιου είδους συζητήσεις. Ο Σεγκούρα, με εκείνη τη μελαγχολική έκφραση στο πρόσωπό του, έστεκε αμέτοχος, ενώ ο Κάρλος, συνοφρυωμένος, αδυνατούσε να καταλάβει «γιατί στο διάολο μαλώνουν κάθε πρωί». Και όμως, εκείνο το πρωί, η πόλη, οι άνθρωποι, σαν από ένστικτο ενός γεγονότος που πρόκειται να συμβεί από στιγμή σε στιγμή, έμοιαζε συννεφιασμένη, μουντή, με μια απροσδιόριστη αίσθηση να αιωρείται, σαν εκείνη που έτρεφε το θυμό του Πέδρο κάθε νύχτα. Τίποτα πια εφηβικό, τίποτα αθώο δεν θα επιβίωνε εκείνο το πρωί, λες και η μοίρα επιτάχυνε την εξέλιξη των πραγμάτων. Σαν να ξαναζωντάνευε ο βασκικός μύθος του Sugaar, που χάραζε τον ουρανό μα και τις ψυχές των ανθρώπων απρόβλεπτα, αλλάζοντας τα συναισθήματα, δίνοντας τον πρωταγωνιστικό ρόλο στη θλίψη, στην οργή, σκοτώνοντας τη λάμψη της μέρας, οδηγώντας με τον πιο σκληρό τρόπο τη «παρέα του Ιγνασίου» προς την ενηλικίωση, σε μια Ισπανία που δεν τους θέλει, σε μια πατρίδα που θα τους εκμεταλλευτεί...


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2:  ΚΟΚΚΙΝΟ ΠΡΩΙ

Στην κεντρική πλατεία, λίγα μόνο μέτρα από την κεντρική αγορά του Μπιλμπάο, βρισκόταν το εργατικό βασκικό συνδικάτο. Μια μικρή ομάδα εργαζομένων της περιοχής, είχαν ήδη αρχίσει να κάνουν αισθητή την παρουσία τους στην κοινωνική ζωή του Μπιλμπάο. Πρώην αντάρτες που γλίτωσαν από τις θηριωδίες των Ισπανών, νεαροί φοιτητές από το πανεπιστήμιο της πόλης, επαγγελματίες που έκρυβαν  περίσσιο πόθο, πέρα από τα χρήματα που θα τους εξασφάλιζαν μια πιο άνετη ζωή. Απέναντι ακριβώς από το παλιό νεοκλασικό σπίτι, με τα φρεσκοβαμμένα παραθυρόφυλλα, στεγαζόταν το σχολείο της περιοχής, εκεί όπου  η νέα γενιά του Μπιλμπάο πάλευε να επουλώσει τις πληγές ενός ολόκληρου έθνους. Ο Μπέτο, πάντα περηφανευόταν  που το σχολείο του βρισκόταν σε ένα τέτοιο κομβικό σημείο της βασκικής πόλης. Καμιά φορά στεκόταν αμήχανος στην είσοδο του σχολείου, διαβάζοντας τις ανακοινώσεις που αναρτούνταν στην πρόσοψη του κτιρίου. Μια πινακίδα φαρμακείου που έστεκε ακόμα πάνω από την πόρτα του σπιτιού, πρόδιδε την ιστορία αυτού του οικήματος. Ξύλινη, τριμμένη από την πολυκαιρία και τον ανδαλουσιανό ήλιο, θαρρείς πως ήταν απόλυτα φυσικό να βρίσκεται εκεί, παρά τη νέα ιδιότητα του κτιρίου. Στους τοίχους, εκατέρωθεν της εισόδου, γραμμένη με κόκκινα γράμματα, αποτυπωνόταν η λέξη «EKIN». Συμπυκνωμένη σε μια δισύλλαβη λέξη, η βασκική πρόσφατη ιστορία. Δράση, προσπάθεια για αλλαγή, για κοινωνική και πολιτική εγρήγορση. Ένα κοινό μυστικό, μια κοινή γραμμή πορείας για όλους όσους πίστευαν στην ελευθερία, στην αυτοδιάθεση. Ήταν ομολογουμένως μια απόπειρα να εκφραστεί το αίσθημα της κοινής γνώμης. Μια κοινή γνώμη που ασφυκτιούσε, αναζητώντας διέξοδο μέσα από τα σύμβολα, τις κρυμμένες σημαίες στους τοίχους των σπιτιών, στις ολιγοσέλιδες φυλλάδες που κυκλοφορούσαν από χέρι σε χέρι  σε ολόκληρη την πόλη. Το συνδικάτο ήταν ίσως αποτέλεσμα της φλόγας των φοιτητών του τοπικού πανεπιστημίου, που έμοιαζαν να αποστρέφονται πια όρους όπως η «διαλλακτικότητα», ο «πολιτικός διάλογος» και άλλες τέτοιες παρόμοιες τάσεις. Πολλοί θεωρούσαν εθνικιστική την όλη προσπάθεια, κατηγορώντας τους σπουδαστές πως η δημιουργία του συνδικάτου ήταν μια παράτολμη ενέργεια που θα προκαλούσε τη μήνη των Ισπανών πρωτευουσιάνων. Μα όπως έλεγε ο Μπέτο, «επιτέλους κάτι που δεν μένει κρυφό!», συμπυκνώνοντας σε μια φράση την ανάγκη ενός ολόκληρου λαού να διεκδικήσει και να εκφραστεί. Η μετριοπάθεια των προηγούμενων γενεών έδινε τώρα τη θέση της σε μια ζωντανή και ανυπόμονη  νεολαία, που σίγουρα θα πάλευε πιο ενεργά για όλα όσα ο Φράνκο και η δικτατορία του πάσχιζε τόσα χρόνια να τους στερήσει. Η παρουσία Γάλλων δημοκρατικών στις εβδομαδιαίες συγκεντρώσεις του συνδικάτου, απεδείκνυε μια αποδοχή πολύτιμη από ανθρώπους που μοιράζονταν εκτός από τους πρόποδες των Πυρηναίων, μια έκδηλη άρνηση για οτιδήποτε περιοριστικό, άδικο κι ανελεύθερο.

Εκείνο το πρωινό της δεκάτης εβδόμης του Οκτώβρη του 1952, το Μπιλμπάο θα γινόταν και πάλι πεδίο βολής, ένα σκοπευτήριο εκτελέσεων, σαν εκείνα της Αλγερίας, της Αθήνας. Ήταν η μέρα που θα διεξάγονταν οι πρώτες εκλογές του συνδικάτου. Ο πατέρας του Πέδρο, ήταν φυσικό να βρίσκεται εκεί. Είχε φτάσει από νωρίς και έχοντας μαζέψει γύρω του μια παρέα φοιτητών, τους εξιστορούσε με πάθος ιστορίες του πρόσφατου παρελθόντος, πάντα με στόμφο. Καμιά φορά, φωνές επιδοκιμασίας έρχονταν από το εσωτερικό του σπιτιού, φανερώνοντας τα συναισθήματα όσων βρίσκονταν εκεί.

-  Μακάρι να πετύχει αυτή η προσπάθεια, μονολογούσε ο Μπέτο, κοιτάζοντας με μάτια ορθάνοιχτα τον κόσμο που μπαινόβγαινε στην είσοδο. Και τι δεν θα έδινα να σπουδάζω στο πανεπιστήμιο τώρα και να είμαι και εγώ μέρος αυτής της απόπειρας, συμπλήρωνε χαμηλόφωνα, κοιτάζοντας τον Πέδρο. Οι υπόλοιποι, ίσως αδιάφοροι για την ιστορία που γραφόταν μπροστά στα μάτια τους, τσακώνονταν για το ποδόσφαιρο και την διαφαινόμενη ήττα της ομάδας στο προσεχές παιχνίδι με τη Ρεάλ στην πρωτεύουσα, την ερχόμενη Κυριακή.

-  Θα μας κερδίσουν εύκολα, έλεγε ανήσυχα ο  Κάρλος και συνέχιζε να μετράει τα νομίσματα που είχε στη χούφτα του.

- Καλά θα κάνεις να πάψεις να είσαι έτσι ηττοπαθής, του απαντούσε ο Σεγκούρα, με μια ήπια φωνή, όμοια με εκείνη των πρωταγωνιστών στο θέατρο, όταν το δράμα έφτανε στην κορύφωσή του. Άλλωστε, όλοι τους μέρος ενός θεατρικού έμοιαζαν, έτσι όπως στέκονταν γύρω από το τσιμεντένιο παγκάκι, λες και η σκηνοθετική ματιά απαιτούσε μια επιμελημένη ατημέλεια, όμοια με εκείνη της αγοράς αλλαντικών στην κάτω πόλη, όπου παρά την αταξία, όλα έμοιαζαν να είναι στην κατάλληλη θέση τους.

-  Παράτα με Σεγκούρα και κοίτα να μην ανακατεύεσαι με τα ποδοσφαιρικά, φώναζε ο Κάρλος, που δεν μπορούσε να αντέξει το μειλίχιο ύφος του φίλου του. Πράγματι, ο γιος του δημάρχου είχε μια ήρεμη δύναμη, σχεδόν καταπραϋντική, που εξόργιζε όποιον προσπαθούσε να συζητήσει μαζί του. Όπως έλεγε η Μαρία, όταν καμιά φορά συζητούσαν με τον πατέρα αργά το βράδυ πλάι στη σόμπα, ήταν ίδιος η μητέρα του, η Φελλίπια Λινάρες, κόρη του ιατρού της πόλης, που πια έμοιαζε να τα έχει χαμένα, φορτωμένος από αναμνήσεις για φίλους που χάθηκαν στα χέρια του από τα φράνκικα πολυβόλα.

-  Αν και όμορφη αληθινά, δύσκολα μπορώ να καταλάβω τι σόι πλάσμα είναι αυτή η Φελλίπε, έλεγε η Μαρία, κουνώντας τα χέρια της με εκείνο τον χαρακτηριστικό τρόπο που θύμωνε τον πατέρα μα ικανοποιούσε τη γυναικεία φιλαρέσκεια, αφήνοντας σε κοινή θέα το ολόχρυσο βραχιόλι που είχε κληρονομήσει από τον πατέρα της όταν παντρεύτηκε τον Χουάν Ελκάνο.

Η ώρα είχε περάσει και το καμπαναριό με το παλιό ρολόι θα χτυπούσε από λεπτό σε λεπτό, θυμίζοντας στην «παρέα του Ιγνασίου» την σχολική τους υποχρέωση. Μα εκείνη τη μέρα, εκείνο το πρωί, ο ήχος του ρολογιού δεν θα  χτυπούσε. Κακό σημάδι, έλεγαν οι παλιότεροι που στέκονταν  στο απέναντι παγκάκι, απορώντας γι' αυτή την απρόσμενη παραβίαση της ρουτίνας τους. Ξαφνικά, από το βάθος του δρόμου ακούστηκαν φωνές. Μερικοί πυροβολισμοί αναστάτωσαν την ηρεμία της περιοχής, αναγκάζοντας τα πηγαδάκια των φοιτητών να διαλυθούν και τον Μπέτο να διακόψει άγαρμπα τη δημοκρατική του ονειροπόληση. «Καμιόνια!», φώναζε ένας πιτσιρικάς που ανέβαινε με την ψυχή στο στόμα, φανερά ανήσυχος. Ο πατέρας του Πέδρο ήταν ο μόνος που δεν νοιάστηκε για τις φωνές, δείχνοντας έτοιμος να ικανοποιήσει το χρέος του εαυτού του, βάζοντας ένα τέλος στη δειλία που του κατάτρωγε τόσα χρόνια τα μέσα του.

- Πέδρο, Κάρλος, δρόμο από εδώ!, φώναξε δυνατά, αναγκάζοντας τα παιδιά να κρυφτούν στην είσοδο του σχολείου, πίσω από την μεταλλική πόρτα με το μικρό φεγγίτη στο κέντρο.

Πριν ακόμα καταλάβει κανείς τι συνέβαινε, πλήθος φοιτητών και εργαζομένων είχαν συγκεντρωθεί στην είσοδο του παλιού φαρμακείου, περιμένοντας το χειρότερο να φανεί στην πλακόστρωτη ανηφοριά που οδηγούσε από την κάτω πόλη στην αρχιτεκτονικά αρμονική παλιά συνοικία. Τέσσερα καμιόνια, φορτωμένα με ένστολους, άρχισαν να φαίνονται στο βάθος.

-  Καλύτερα να το διαλύσουμε όσο είναι καιρός, ψέλλισε αναστατωμένος ένας από  τους φοιτητές που περιτριγύριζαν τον Χουάν Ελκάνο, υψώνοντας αποφασιστικά τις γροθιές τους μερικά λεπτά πριν.


Lexima.gr - Τα κείμενα αποτελούν απόψεις και θέσεις των συντακτών τους.