Λέξημα / Δημιουργοί: Ποίηση / Σταύρος ΣωτηρίουΑνώνυμος επισκέπτης
Δημιουργοί: Ποίηση Νεότερο Παλαιότερο
'Αρθρο #1429 | Αποστολή από astrofegia |
   Πεμ 26 Ιούν 2008 
Σταύρος Σωτηρίου
Σταύρος Σωτηρίου
ΣΤΑΥΡΟΣ ΣΩΤΗΡΙΟΥ
  
Θέλω ησυχία για να ακούσω, να μυρίσω
και να θυμηθώ  τη γέννησή μου.
Στην Αθήνα, στα Άνω Πατήσια, Νοέμβρη του 1964.

Από τότε, σκυμμένος στην κλειδαρότρυπα,
έβλεπα τους ποιητές.
Φόβος μήπως ανοίξει η πόρτα και με δουν να κρυφοκοιτάζω.
Η πόρτα κάποτε άνοιξε και τη θέση του φόβου πήρε η απόφαση. «Θα εκτεθώ» είπα και  ακολούθησε  δημοσίευση ποιημάτων μου σε λογοτεχνικά  έντυπα τόσο στην Αθήνα όσο και στην επαρχία.  

Ένα άλλο καράβι ξεκίνησε Αύγουστο του 1989 με τη σύντροφο της ζωής μου και τα δύο μας παιδιά. Στο αμπάρι του κρυμμένες σελίδες. Πότε πότε κατέβαινα και έγραφα επάνω στις λευκές σελίδες.

Με το φίλο μου δικηγόρο και δημοσιογράφο Ηλία  Ακριβάκη κοινοποιούμε  ένα κομμάτι  από την ποιητική  μου συλλογή σε  ονειροπαρμένους ακροατές των ραδιοφωνικών εκπομπών μας το έτος 1994 και 1995.

Από τότε μέχρι σήμερα το νερό συνεχίζει να κυλάει, το καράβι συνεχίζει το ταξίδι του και οι λευκές σελίδες συμπληρώνονται.



-1-  
Γύρισε ο αέρας τη σελίδα.
Κοιτούσε ο γενειοφόρος ουρανός
με τα άσπρα του σύννεφα.
Το καλοκαίρι τελειώνει.
Αφαιρώντας του τη ραχοκοκαλιά
έμεινε η αμαρτία
ανασαίνοντας μέσα σε μια ιδρωμένη παλάμη.
                      
  
         -2-
Βιολί στα χέρια μου η νύχτα,
το δοξάρι στα χέρια σου.
Το πρωί θυμηθήκαμε τα κομμάτια που αφήσαμε.
Ποτέ δεν είναι πολύ αργά.

          -3-
Φύγαμε βιαστικά
σχεδόν κυνηγημένοι.
Το καλοκαίρι δε μας αγάπησε
Χτυπάμε την πόρτα του χειμώνα.
Δεν έχουμε πολλές ελπίδες.
Αγαπώ το κόκκινο.
Από το άλλο δωμάτιο σ' ακούω.
Συνεχίζεις επίμονα να διδάσκεις,
θάλασσα που γλύφει το βράχο.
Η σαγιονάρα μου κόπηκε
Αφήνοντας το πόδι μου ελεύθερο.


              -4-
Ζώο μυθικό.
Περιμένω τα κλειδιά σου στην πόρτα
να με ξεκλειδώσουν.
Μάγισσες της νύχτας, ήρθατε πάλι.
Εσείς που καλπάζατε
στην κοιλάδα της νιότης μου.
Φύγετε, σε λίγο θάρθει.
Το άδειο σεντόνι
θα γεμίσει το κορμί της.
Ας κουράστηκε η νύχτα.
Ας στέγνωσαν οι ώρες.


              -5-  
Τα Πατήσια που κοιμούνται.
Αύγουστος ο μήνας.
Παιδιά που πεινάνε,
κρεμάνε το φταίχτη τους.
Ο σκύλος γάβγισε.
Μπλεχτήκανε όνειρα, παιδιά, σεντόνια.
Ο γέρος το ‘σκασε.
Το πρωί ήρθε με τους φύλακες.
Οι υπόλοιποι τάχα δεν είδαμε τίποτα.


            -6-
Και να σε πάλι εδώ, στο τέλος της ημέρας
αγκαλιασμένος με τα μικρά σου εγκλήματα,
με τα λόγια που δεν τόλμησες,
τις μικρές σου φαντασιώσεις που κατέβηκαν
στην προηγούμενη στάση του τρένου.
Ο ζητιάνος στο σταθμό απλώνει το χέρι του.
Η χούφτα του είναι γεμάτη θάρρος.


-7-
H μέρα σου γεμάτη
μικρές φυλακές
ολομόναχος.
Πολλά τα μονοπάτια.
Ρίχνεις μια ματιά πίσω σου
κοιτάς τη φαρέτρα σου
μετράς τα βέλη σου
κάνεις τους υπολογισμούς σου.
Βράδιασε.

Γεμίζεις μια κούπα
κόκκινο κρασί
και κοιτώντας τη θάλασσα
λες την ευχή.
Να το πιεις κάποτε ανέρωτο.


-8-
Θα ήθελα να σηκώσω από κάτω
την κουρασμένη μέρα σου.
Να ψιθυρίσω στ΄αυτί σου
τη Συννεφούλα του Σαββόπουλου.
Να σου μιλήσω για τη Άνοιξη
που κρύβει μέσα του το Φθινόπωρο.
Βράδιασε.
Η μέρα που θα ξημερώσει
θα μας δώσει το άλλοθι
να ξεπλύνουμε το βρώμικο ψωμί.
Και πάλι θα συνεχίσουμε
να ονειρευόμαστε
νηστικοί σαν τον Καραγκιόζη.


          - 9 -
Ακολουθάς σιωπηλός το κελάρυσμα
του ποταμού.

Η φλόγα στην καμινάδα του διυλιστηρίου
καίει μέρα και νύχτα.

Επιμένεις να περπατάς πάνω στα ίδια πρόσωπα
ώσπου το ποτάμι να κρυφτεί ξανά στη γη
ενώ η φλόγα στην καμινάδα θα συνεχίσει να καίει.



-10 -
Ασθενική φωνή,
σκεπάζει με σεντόνι την οργή.

Νικημένο δειλινό,
χορεύει η νύχτα στις φωτιές.

Το λευκό ξαναγράφει
τις σελίδες μου.


            -11 -
Αν μπορούσες να με δεις,
θα αηδίαζες.
Καθρεπτίζομαι στα νερά μιας χλιαρής ημέρας.

Αν μπορούσες να με ακούσεις,
θα ντρεπόσουν.
Η φωνή της μαμάς μου βγαίνει από την κοιλιά μου.

Αν μπορούσες να με νοιώσεις,
θα φοβόσουν.
Τρανταχτά γέλια κύλησαν από το βουνό.


-12-
Γυμνοί παπαράτσοι
κυνηγούν τις τύψεις μου.

Οι φωτογραφίες λιώνουν
όπως η σοκολάτα στα ζεστά
χέρια του παιδιού.

Το ταξίδι τελειώνει εδώ.
στα πράσινα μάτια της.


-13-
Το τσίριγμα του ξύλου
Καθώς βγαίνει από τη σάρκα του
Το καρφί.
Μια καινούργια οικοδομή γεννιέται.
Η φωνή του παιδιού,
μεγαλώνει η εικόνα του θεού.
Το γαύγισμα του σκύλου,
περιχαρακώνει τα όριά του.
Το σανίδι που πατάω και επιμένει
να τρίζει.
Το γέλιο που μας ξεπλένει.
Το κλάμα που μας προστατεύει.
  

-14-
Ο δρόμος που μας οδηγεί στη θάλασσα.
Το φτερωτό μυρμήγκι χαρούμενο.
Τα κάγκελα στολισμένα με χρυσά φύλλα.
Διάλεξα τα κάγκελα.
Εδώ είπα θα γεννήσω.
Και γέμισε ο κόσμος παιδιά
λουσμένα από το χρυσαφί του ήλιου.

  
-15-
Aπό τα παιδιά που έκαναν
μπάλα ένα πορτοκάλι
ζήτησα λίγο από το παιχνίδι τους.
Και ο δρόμος άδειασε.
Ένα γέρικο παλιό παπούτσι
με κοιτούσε ολοχάσκωτο.


           -16-
Γελάει σε η νεράιδα
με το κατσαρό της το γέλιο.
Παίρνει το ψέμα, όμορφο χρώμα και βάφει τα χείλη της.
Παίρνει το όνειρο, όμορφο χρώμα και βάφει τα μάτια της.
Φοράει τη νύχτα, όμορφο ρούχο και έρχεται δίπλα σου.
Μπαίνει μέσα σου, βγαίνει και ξαναμπαίνει.
Αυτή η κίνηση της δίνει λόγο ύπαρξης
για να αφήσει σε σένα, τον παραδομένο, τα παιδιά σας.
Να τα δει η μέρα και να τα μισήσει.
Να τα κάνει χλωμά και αδύναμα, ανίκανα.
Και εσύ, ένας θεός καθρέπτης
πρέπει ή να τα φιλήσεις ή να τα διώξεις.


          -17-
Από το δρόμο
βλέπω το τζάμι του παραθύρου σου
που πάνω του ξεψυχά η μέρα.
Σήμερα το παράθυρό σου διάλεξε η νύχτα
για να αποτελειώσει τη μέρα.
Και σωριάζεται κάτω και βρέχεται στις αναμνήσεις.
Ξεθωριάζει το μοβ.

  
-18-
Καρφωμένος πίσω από την πόρτα
ο πεθαμένος ποιητής με το αγκάθινο στεφάνι
χρόνια σε αυτή τη θέση, επάνω στο σταυρό
ακούει το ρολόι από το διπλανό τοίχο
όταν σταματούν τα χαχανητά, τα βογκητά και οι βρισιές
και μένει η μπόχα της ανθρώπινης σάρκας.


              


Lexima.gr - Τα κείμενα αποτελούν απόψεις και θέσεις των συντακτών τους.