Λέξημα / Δημιουργοί: Πεζογραφία / Ναούμ Θεοδοσιάδης - SimonSaysΑνώνυμος επισκέπτης
Δημιουργοί: Πεζογραφία Νεότερο Παλαιότερο
'Αρθρο #1324 | Αποστολή από ?????? |
   Κυρ 25 Νοε 2007 
Ναούμ Θεοδοσιάδης - SimonSays
'Ενα διήγημα
Ο Ναούμ Θεοδοσιάδης γεννήθηκε στην Πεντάπολη Σερρών και ζει στη Θεσσαλονίκη. Έχει συνεργασθεί με πολλά περιοδικά της Θεσσαλονίκης και των Αθηνών (Ανιχνεύσεις, Άβατον, Ανεξήγητο, Strange) και ασχολείται επαγγελματικά με την επιμέλεια βιβλίων και τη λογοτεχνική μετάφραση.
Στην διαδικτυακή κοινότητα είναι γνωστός με το ψευδώνυμο SimonSays

Το 2002 τιμήθηκε με το Πρώτο Βραβείο Διηγήματος από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών (ΠΕΛ) για το διήγημά του Γρήγορες Σαν Τον Άνεμο. Είναι ο συγγραφέας των βιβλίων Ξωτικά (εκδόσεις Αρχέτυπο), Τόλκιν: Ο Ονειρευτής και η Σκιά του (εκδόσεις Αρχέτυπο) και  Δράκοι και Μονόκεροι (εκδόσεις Ιάμβλιχος)



                Η ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΚΑΙ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ


«Κάποτε θα καταστρέψω όλ' αυτά τα χειρόγραφα που άφησε στο τραπέζι μου ο διάβολος και που τα οικειοποιήθηκα χωρίς ντροπή -και μόνον αυτός που έκανε τη νύχτα πολλές φορές τον ίδιο δρόμο, αυτός έμαθε πως δεν υπήρξε ποτέ δρόμος».
                                                                                                                                               Τάσος Λειβαδίτης




Έκλεισε με αργές, κουρασμένες κινήσεις το βιβλίο που κρατούσε στα χέρια. Το ακούμπησε  πάνω στην πράσινη μάλλινη κουβέρτα που του ζέσταινε τα γόνατα και άφησε τη ματιά του να περιπλανηθεί άσκοπα στον τοίχο, απέναντί του.
Ήταν ένας τοίχος-βιβλιοθήκη. Φορτωμένος από την μια άκρη ως την άλλη κι από το πάτωμα μέχρι το ταβάνι, με βιβλία. Μικρά, μεγάλα, πολύχρωμα, χαρτόδετα, δερματόδετα, χοντρά και λεπτά βιβλία. Τα κοιτούσε κι ήταν σαν να χάιδευε τις φθαρμένες περήφανες ράχες τους που στέκονταν όρθιες, στητές σαν στρατιώτες, η μια δίπλα στην άλλη, πάνω στα χοντρά κυρτωμένα ξύλα.
Τα χέρια του έτρεμαν. Ήταν η συγκίνηση που τα έκαναν να τρέμουν κι όχι η μεγάλη του ηλικία. Είχε από καιρό σταματήσει να μετράει τα χρόνια που γλιστρούσαν πάνω του όπως είχε σταματήσει να κάνει και πολλά άλλα πράγματα.  
Η συγκίνηση.
Μπορούσε να την αισθανθεί, χωρίς καλά-καλά να μπορεί να την καθορίσει. Κάθε φορά που πήγαινε να την φυλακίσει μέσα σε λέξεις, την ένοιωθε να γλιστράει, να ξεφεύγει και να λειώνει, αφήνοντας πίσω της ένα ανεπαίσθητο λεπτό άρωμα. Ήξερε πια πολύ καλά αυτό το  άρωμα. Ήταν η  μυρουδιά του χρόνου που χανόταν, η οσμή των χαμένων αναμνήσεων, το ξεθυμασμένο άρωμα της ζωής. Μια μικρή γεύση από τον άλλο κόσμο.
Άκουσε μια φωνή.
«Εκείνος ο άνθρωπος, είναι πάλι εδώ. Στέκεται πλάι στο δέντρο....»
«Είναι ο ίδιος;» ρώτησε με τα μάτια του καρφωμένα πάνω στην βιβλιοθήκη.
«Που θες να ξέρω εγώ. Δεν έχει φως εκεί κάτω κι ο κορμός της βελανιδιάς σχεδόν τον κρύβει ολόκληρο...»
«Τότε είναι αυτός».  
Το σαλόνι ήταν βουτηγμένο μέσα σε γκρίζες απαλές σκιές και το ελάχιστο φως του ερχόταν από την μισόκλειστη πόρτα της βιβλιοθήκης. Η Μάρθα καθόταν σε μια ξύλινη καρέκλα δίπλα στο παράθυρο και έσκυβε μπροστά με προσοχή για να μπορεί να κοιτάζει έξω.
«Φοράει μακρύ παλτό και καπέλο. Για στάσου λίγο... ναι... κρατάει και μπαστούνι... με... με ασημένια λαβή...»
«Χα, βλέπεις λοιπόν; Σου το είπα πως είναι αυτός. Ο αναθεματισμένος. Δεν πρόκειται να μ' αφήσει ποτέ στην ησυχία μου».

                                                                    * * *

Η Μάρθα βολεύτηκε στην ξύλινη ράχη της καρέκλας και κοίταξε σιωπηλή τον ουρανό. Ήταν πεντακάθαρος δίχως σύννεφα και τ' άστρα του τρεμόπαιζαν στην παγωνιά του χειμώνα. Τα μικρά γαλάζια μάτια της άρχισαν να ψάχνουν με προσοχή τις μακρινές, σιωπηλές φωτιές. Εντόπισε την Μικρή Άρκτο,  έψαξε για λίγο στα αριστερά της, και βρήκε αυτό που ζητούσε. Μια μικρή αχνή φωτιά στα βάθη του απείρου. Δεν ήταν τίποτα το σπουδαίο, ένα μικρό ντροπαλό αστράκι, που η Μάρθα το είχε βαφτίσει πριν πάρα πολλά χρόνια. Και του είχε δώσει  το όνομα του γιου της.
Κάποτε είχε διαβάσει πως παλιά, οι άνθρωποι κοιτούσαν τον ουρανό και κάθε φορά που ανακάλυπταν ένα αστέρι του έδιναν κι ένα όνομα. Γιατί λοιπόν να μην μπορούσε να κάνει κι εκείνη το ίδιο; Ποιος θα μπορούσε να της το απαγορεύσει; Και γιατί;  
Έκανε μια ευχή.

………………………………………….* * *

Άκουσε τον άντρα της να ψιθυρίζει από την βιβλιοθήκη.
«Ο αναθεματισμένος. Πάει και παλουκώνεται κάθε βράδυ απέναντι από το σπίτι μου. Τι νομίζει δηλαδή, ότι θα τον φοβηθώ;»
«Σιγά, μην φωνάζεις, μπορεί να σ' ακούσει».
«Δεν τον φοβάμαι. Ας μ' ακούσει».
«Μπορεί να μην είναι αυτός. Πέρασαν τόσα χρόνια από τότε. Πως μπορείς να είσαι τόσο σίγουρος;»  
«Μπορώ... το ξέρω... τον νοιώθω... είναι αυτός».

                                                                * * *

Είχε περάσει καιρός από την εποχή που συζητούσαν οι δυο τους σαν κανονικό ζευγάρι. Όχι ότι θα έλεγαν τίποτα σπουδαίο, μα της αρκούσαν οι καθημερινές κοινοτυπίες και τα μικροπράγματα που δεν ήταν παρά η αόρατη κλωστή που μπορούσε να τους κρατήσει δεμένους κάτω από την ίδια στέγη. Κι όμως ακόμη κι αυτά της είχανε λείψει τόσο πολύ, που μπορούσε να ανακαλέσει αυτές τις λιγοστές μνήμες μέσα στο μυαλό της με κάθε λεπτομέρεια.
«Είσαι με τα καλά σου, Μάρθα;» την είχε ρωτήσει ο άντρας της, όταν εκείνη του είπε πως είχε βαφτίσει ένα αστράκι με το όνομα του γιου τους. «Τι ανοησίες είναι αυτές που κάνεις; Ο γιος μας πέθανε. Πάει πια».
«Πως μπορείς να το λες, με τόσο κυνισμό».
«Δεν είναι κυνισμός και το ξέρεις πολύ καλά. Είναι η πραγματικότητα. Είτε μας αρέσει είτε όχι».
Δεν της άρεσε.
Μπορούσε ακόμα να νοιώθει μέσα της, τους δυνατούς πόνους όταν γεννούσε, το αίμα, την αγωνία, το πρώτο του κλάμα, το πρώτο άγγιγμα. Ένοιωθε εκείνον τον παράξενο αόρατο δεσμό μεταξύ τους που προχωρούσε πέρα από τις αισθήσεις. Ήταν ενωμένοι, ο ένας μέσα στον άλλον. Ήταν ενωμένοι, πολύ πριν τον γεννήσει, ένα σφιχταγκάλιασμα πέρα από την ζωή. Και δεν υπήρχε κανένας και τίποτα που θα μπορούσε να τους χωρίσει, ούτε ακόμα κι αυτός ο ίδιος ο θάνατος.
Κάθε φορά που ήθελε να μιλήσει για τον γιο της, στα πρώτα χρόνια της απουσίας του, σκεφτόταν:
Έχω τον γιο μου κλεισμένο σ' ένα συρτάρι, στο κομοδίνο από ξύλο τριανταφυλλιάς στο σαλόνι μου. Τον έχω δίπλα μου, μέσα σ' ένα μουσικό κουτί και κάθε φορά που το ανοίγω ακούω την μουσική του να ξεχύνεται στο δωμάτιο. Ένα βαλς από εκείνα τα παλιά. Και βουρκώνω...
Ένα φθινοπωρινό πρωινό, η πόρτα του σπιτιού τους είχε χτυπήσει μ' έναν αυστηρό υπηρεσιακό τρόπο. Ένας αξιωματικός τους παρέδωσε ένα χρυσό άστρο πάνω σε μια κορδέλα, ένα τυλιγμένο χαρτί και τα βαθιά του συλλυπητήρια. Η πατρίδα ήταν υπερήφανη για τον ηρωισμό και την αυτοθυσία των παιδιών της. Έπρεπε κι εκείνοι λοιπόν να αισθάνονται την ίδια υπερηφάνεια. Ο αξιωματικός έφυγε μετά από λίγη ώρα κι άφησε πίσω του δυο ανθρώπινα ερείπια και την ηχώ από τα υπερήφανα λόγια μιας σπουδαίας ομιλίας.
Η ηχώ των λέξεων εξαφανίστηκε πολύ γρήγορα κι έμεινε μόνο το χρυσό αστράκι που ήταν καρφιτσωμένο πάνω σε μια κορδέλα και το τυλιγμένο χαρτί. Η Μάρθα τα έβαλε με προσοχή μέσα στο μουσικό κουτί «που τόσο πολύ αγαπούσε ο γιος της» κι ακούμπησε το κουτί σ' ένα συρτάρι του κομοδίνου. Τον πρώτο καιρό συνήθιζε να το βγάζει πότε-πότε και να ακούει τις λιγοστές νότες από ένα παλιό βαλς που έβγαιναν από το μουσικό κουτί.
Και βούρκωνε.
Πονούσε βουτηγμένη μέσα στην σιωπή. Όχι. Δεν ήθελε να έχει έναν γιο, ήρωα και νεκρό. Τον προτιμούσε δειλό, φοβισμένο, ζωντανό, δίπλα της. Χωμένο μέσα στην αγκαλιά της, στην απέραντη ζεστή αγκαλιά της, που ήταν τόσο απελπιστικά άδεια. Γιατί δεν έφυγε; Γιατί δεν έτρεξε; Γιατί δεν έμεινε ζωντανός;
Κι ύστερα άρχισε να κοιτάζει τον ουρανό. Καθόταν στην καρέκλα μπροστά στο παράθυρο του σαλονιού, με τα φώτα σβησμένα και τα μάτια της υγρά κι ατένιζε το σκοτάδι. Ένα παλιό όμορφο βαλς σκέπαζε τους αναστεναγμούς της. Μια χούφτα νότες κι ο ουρανός έπαιρνε το σχήμα της αγκαλιά της: τόσο μεγάλος και μοναχικός, τόσο παγωμένος και έρημος.
Δεν θυμόταν πότε ήταν που άρχισε να προσέχει τις μικρές φωτιές των άστρων πέρα μακριά, στο σιωπηλό χάος. Ήταν όμως σίγουρη πως από την πρώτη κιόλας στιγμή -όποια κι αν ήταν αυτή- γνώριζε πολύ καλά τι έπρεπε να κάνει. Πέρασαν πολλές νύχτες ώσπου να βρει τελικά το αστέρι της, μέχρι να βρει τον γιο της ανάμεσα στις μυριάδες ανθρώπινες απώλειες που ήταν καρφωμένες στον νυχτερινό ουρανό. Όμως τον βρήκε.
Και κάθε φορά που ήθελε να μιλήσει για τον γιο της από εκείνη την στιγμή και μετά, σκεφτόταν:
Έχω τον γιο μου καρφωμένο στον ουρανό, μια μικρή ζωντανή φωτιά στ' αριστερά της Μικρής Άρκτου. Τον βλέπω κάθε βράδυ, όταν κοιτάω από το παράθυρό μου και νοιώθω την μουσική του σύμπαντος μέσα στα σπλάχνα μου. Είναι μια παράξενη, θλιμμένη μουσική. Και χαμογελάω...

                                                                 * * *

«Φοράει γυαλιά;»
Η Μάρθα τρόμαξε.
«Δεν ξέρω», είπε τελικά σκύβοντας προς το παράθυρο.
«Για κοίτα, είναι σημαντικό».
Η Μάρθα κοιτούσε τώρα.
«Δεν μπορώ να τον διακρίνω καλά... για περίμενε λίγο... κουνήθηκε... χτυπάει με το μπαστούνι του την βελανιδιά... μικρά, κοφτά χτυπηματάκια... σαν, σαν...»
«Σαν τι;»
Τον διέκοψε ο ήχος από την μηχανή ενός αυτοκινήτου που περνούσε τον δρόμο. Η Μάρθα συνέχισε.
«...τα φώτα ενός αυτοκινήτου τον φώτισαν για μια στιγμή κι αυτός κρύφτηκε πίσω από τον κορμό. Αλλά... αλλά πρόλαβα να τον δω για λίγο... και... και... ναι, φοράει γυαλιά... μαύρα γυαλιά... ηλίου...»
«Το ήξερα, το ήξερα πως είναι αυτός».
Η Μάρθα σηκώθηκε και γλίστρησε σαν σκιά μέσα στην βιβλιοθήκη, όπου ο άνδρας της έσφιγγε με δύναμη το βιβλίο στα χέρια του. Τα μάτια του ήταν καρφωμένα στο κενό κι είχαν μια γνώριμη γυαλάδα. Ήταν ένας άνθρωπος μπροστά σε μια τεράστια βιβλιοθήκη, σ' ένα αχανές σύμπαν τυπωμένων σελίδων που τον είχαν απορροφήσει. Η Μάρθα ήξερε καλά αυτή την γυαλάδα στα ακίνητα μάτια του. Εκείνο που δεν ήξερε, και για το οποίο πάντοτε αναρωτιόταν, ήταν, το τι ακριβώς αντίκριζαν αυτά τα μάτια. Να ήταν άραγε ένας τοίχος με βιβλία ή ένας άλλος κόσμος; Να ήταν άραγε απλώς μελάνι και χαρτί ή ζωή κι ανάσες; Αντίκριζαν άραγε την ξύλινη βιβλιοθήκη ή μια μαγεία πέρα από αυτήν; Όχι, δεν μπορούσε να ξέρει.
Ακούμπησε το χέρι της στον ώμο του.
«Θα σου φέρω κάτι να φας», του είπε.
Εκείνος δεν της απάντησε. Η Μάρθα του έφερε έναν δίσκο μ' ένα ποτήρι ζεστό γάλα και δυο φρυγανιές. Ακούμπησε τον δίσκο μπροστά του και κάθισε δίπλα του με τα χέρια της σταυρωμένα.
«Φοβάμαι», του είπε. «Αυτός ο άνθρωπος εκεί κάτω... Είναι επικίνδυνος;»
Εκείνος γέλασε με την ψυχή του.
«Δεν υπάρχει πια τίποτα επικίνδυνο για ανθρώπους σαν κι εμάς», της είπε. «Οι φόβοι κι οι ελπίδες μας, όλα όσα αγγίξαμε, όλα γέρασαν μαζί μας. Έλειωσαν, και το μόνο που μας έμεινε είναι τα πτώματά τους για να τα σέρνουμε σε κάθε μας βήμα. Αυτός ο άνθρωπος δεν μπορεί πια να μας ακουμπήσει. Ας πούμε πως είναι απλώς ενοχλητικός».
Ήταν η πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια που της μιλούσε έτσι. Η πρώτη φορά που παραδεχόταν την παντοδυναμία του χρόνου πάνω στο κορμί και το μυαλό τους. Η πρώτη φορά, που της έδειχνε τον κουρασμένο άνθρωπο που έκρυβε μέσα του, τόσα χρόνια τώρα.
«Βρίσκεις κάτι επικίνδυνο στην συνάντηση ενός τυφλού κι ενός ανάπηρου;» την ρώτησε χαμογελώντας.
«Είναι τυφλός;»
«Το ρωτάς; Αφού το είδες και μόνη σου. Ο άνθρωπος αυτός φοράει γυαλιά ηλίου μέσα στα μαύρα μεσάνυχτα. Τι άλλο μπορεί να είναι;»
«Και... και τι περιμένει, τόσες νύχτες κάτω από το παράθυρό μας;»
«Δεν ξέρω. Μπορεί να του λείπει το θάρρος ή μπορεί...μπορεί και να του περισσεύει».
Πήρε τον δίσκο από τα γόνατά του και τον ακούμπησε στο τραπέζι.
«Ποίος είναι; ρώτησε διστακτικά. Τι θέλει;»
«Είναι μια παλιά ιστορία. Γέρικη όπως κι εμείς. Καμιά φορά αναρωτιέμαι αν έχει πραγματικά συμβεί ή αν την έχω διαβάσει σε κάποιο βιβλίο ή ακόμα κι αν την έχω γράψει εγώ. Έρχεται μια στιγμή που η μνήμη γίνεται ένα τόσο ακατάστατο συρτάρι που δεν μπορείς να της έχεις πια καμιά εμπιστοσύνη. Δεν ξέρω καν αν την θυμάμαι καλά-καλά».
Η Μάρθα του χάιδεψε το χέρι ενθαρρύνοντας τον.
«Ξέρω ότι θα τα καταφέρεις», του ψιθύρισε. «Όπως πάντα».
Τον περίμενε να αρχίσει την διήγησή του και ένοιωθε την καρδιά της να χτυπάει και πάλι δυνατά. Από ευτυχία.

                                                                * * *

Μετά από τον θάνατο του γιου τους, η Μάρθα ένοιωσε τις πρώτες ανεπαίσθητες αλλαγές στον χαρακτήρα του άντρα της. Δεν ήταν κάτι που φαινόταν καθαρά, με την πρώτη ματιά. Εξωτερικά συνέχισε να φέρεται όπως πάντα, ένας μετρημένος, προσγειωμένος άνθρωπος που κάπου-κάπου ξεχείλιζε από τον κυνισμό του αρσενικού. Τα πράγματα όμως δεν είναι ποτέ τόσο απλά κι αυτό ήταν κάτι που η Μάρθα το γνώριζε πολύ καλά. Μπορούσε να νοιώσει κάπου βαθιά μέσα της, κάποιους ελάχιστους κραδασμούς που την διαβεβαίωναν πως αυτός ο βράχος της λογικής απέναντί της, ήταν έτοιμος να διαλυθεί. Ήταν όμως ανίκανη να τον βοηθήσει.
Οι συγγραφείς είναι έτσι κι αλλιώς περίεργα πλάσματα.
Όλα ξεκίνησαν όταν άρχισε να ξεφεύγει από τις ημερομηνίες για την παράδοση των βιβλίων του. Ήταν νευρικός και παραπονιόταν πως οι εκδότες του τον πίεζαν πολύ, και πως περνούσε μια από εκείνες τις στείρες δημιουργικές περιόδους, που εμφανίζονται αργά ή γρήγορα σε όλους τους συγγραφείς. Όμως δεν έφταιγε καθόλου αυτό. Μπορούσε να τους ξεγελάσει όλους με τις δικαιολογίες του, όλους εκτός από αυτήν. Η Μάρθα προσπαθούσε να κοιτάξει μέσα του. Να κοιτάξει πίσω από την μάσκα.
Μέσα στον κάδο με τα σκουπίδια βρήκε σε κακά χάλια μερικά χειρόγραφά του. Κατάφερε να τα διαβάσει, κι ήταν τότε που συνειδητοποίησε για πρώτη φορά πως η κατάσταση είχε ξεφύγει από τα χέρια του. Τα κείμενα ήταν υπέροχα όπως πάντα, καλογραμμένα ακόμα και στην πρώτη τους γραφή. Υπήρχε όμως μέσα τους, διάχυτη η αίσθηση της απώλειας και μια βαθιά πίκρα. Οι ιστορίες του μιλούσαν όλες για κάτι που χανόταν και που ήταν αδύνατον πια να ξαναβρεθεί: ένα χαμένο χειρόγραφο σε μια άγνωστη γλώσσα, ένας βελούδινος άνθρωπος που έσβηνε στην άκρη ενός κρεβατιού, μια χρυσή πολιτεία κι ένα μαγεμένο βασίλειο πίσω από αρχαίες ομίχλες, ένα κοραλλένιο νησί κάτω από τα σκοτεινά κύματα, ένα αστέρι στα βάθη του σιωπηλού σύμπαντος...
Ναι. Ήταν μια ιστορία για το δικό της αστέρι, το αστέρι για το οποίο πάντα την κορόιδευε και προσπαθούσε να την προσγειώσει. Είχε γράψει για εκείνο το αστέρι, τον γιο τους και τον πόνο που δεν μπορούσε να σηκώσει πια στους ώμους του. Η Μάρθα έκλαψε για όλα αυτά. Έκλαψε και για τον άνθρωπο που τα έγραφε.
Ξαφνικά είχε μπροστά της δυο τελείως διαφορετικούς ανθρώπους. Ποιος ήταν άραγε ο αληθινός; Ποιος ήταν εκείνος που έγραφε; Ανάμεσα στην μάσκα και τον άνθρωπο πίσω από την μάσκα, η ζυγαριά μέσα της, έκλεινε προς τον άνθρωπο. Και τι είδους πλάσμα είναι αυτό που μπορεί να συμβιβάζει, και την μάσκα και την ψυχή, τόσο τέλεια; Και ως πότε;
«Οι συγγραφείς», σκεφτόταν, «είναι τόσο περίεργα πλάσματα. Έχουν πάντοτε την μανία να βουτάνε την πραγματικότητα μέσα τους, στα σκοτεινά και άμορφα βάθη τους, να την αλλοιώνουν, να την μεταπλάθουν, και να την μετασχηματίζουν σε κάτι άλλο. Δημιουργούν έναν δικό τους κόσμο για να τον αντιτάξουν στον κόσμο γύρω τους και παρασύρονται πότε στον έναν και πότε στον άλλον, χωρίς να ξέρουν καλά-καλά το γιατί. Ένας παράξενος, δυνατός άνεμος τους σπρώχνει κι αυτοί τον ακολουθούν. Ίσως γιατί δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς. Ίσως γιατί νομίζουν πως είναι παιχνίδι. Όλα τα παιδιά αγαπούν τα παιχνίδια».
Τρεις μήνες αργότερα, ο άνδρας της έπεσε στις ρόδες ενός αυτοκινήτου που έτρεχε με μεγάλη ταχύτητα στον αυτοκινητόδρομο. Μετά από μια μεγάλη ταλαιπωρία από νοσοκομείο σε νοσοκομείο κι από ειδικούς σε ειδικούς, έχασε τελικά και τα δυο του πόδια. Κανείς δεν έμαθε ποτέ γιατί άφησε το αυτοκίνητό του και προχωρούσε πεζός στον μεγάλο δρόμο. Ο οδηγός που τον χτύπησε, ορκιζόταν πως τον είδε ξαφνικά να τρέχει καταπάνω του λες κι ήθελε να αυτοκτονήσει. Ο ίδιος αρνιόταν πεισματικά να μιλήσει, είχε κλειστεί στο εαυτό του, είχε χαθεί στον κόσμο που με τόση υπομονή δημιουργούσε τόσα χρόνια.
Πέρασαν πολλά χρόνια σιωπής.
Αρνήθηκε το αναπηρικό καρότσι μα η Μάρθα κατάφερε να τον πείσει τελικά, να κάθεται την ημέρα στην δερμάτινη καρέκλα του γραφείου του, που την έβαζε απέναντι από την μεγάλη βιβλιοθήκη. Εκείνη του κατέβαζε βιβλία κι εκείνος τα διάβαζε, κι όταν δεν διάβαζε κοιτούσε σιωπηλά την μεγάλη βιβλιοθήκη. Ή κάπου πέρα από αυτήν.
Τι κοιτούσε;
Ποιος μπορούσε να ξέρει;
Μα δεν σταμάτησε ποτέ να του μιλάει. Στην πραγματικότητα μιλούσε και για τους δυο. Καθόταν στην καρέκλα της δίπλα στο παράθυρο και του έλεγε καθετί που έβλεπε. Κάποιες φορές αναρωτιόταν για όλες εκείνες τις λεπτομέρειες που είχε ο κόσμος γύρω της. Έτσι περνούσαν οι μέρες, οι μήνες, τα χρόνια. Αλλά ποιος τα μετρούσε;
Ξαφνικά όμως, μια νύχτα πριν είκοσι μέρες κάτι άλλαξε. Η Μάρθα είχε κατάφερε να τον κάνει να μιλήσει. Μια-δυο λέξεις στην αρχή. Ήταν σαν ένα λαμπρό ξημέρωμα μετά από μια μεγάλη βαθιά νύχτα. Η Μάρθα πάλεψε με όλες της τις δυνάμεις για να κομματιάσει την σιωπή του. Δεν της έλειπε η υπομονή και σιγά-σιγά κατόρθωσε να φτάσει στην σημερινή μέρα. Την μέρα που ήταν έτοιμος να της διηγηθεί μια ιστορία από την ζωή του.

                                                                * * *

«Πες μου», του είπε απαλά.
«Σου το είπα, είναι μια παλιά ιστορία. Την εποχή εκείνη, εγώ ήμουν φοιτητής ακόμα, πηγαίναμε με την παρέα μου στην εθνική βιβλιοθήκη. Ήταν... ήταν κάτι σαν μυστικές αποστολές για να ανακαλύψουμε, παλιά σπάνια βιβλία. Η βιβλιοθήκη ήταν τεράστια, γεμάτη διαδρόμους, πατώματα και πάλι διαδρόμους κι αν υπολόγιζες και τα υπόγειά της, τότε καταλαβαίνεις τι είδους λαβύρινθο είχαμε να αντιμετωπίσουμε. Οι αποστολές μας απαιτούσαν φοβερή οργάνωση και σχεδιασμό. Είχαμε χαρτογραφήσει ολόκληρη την βιβλιοθήκη είχαμε καταστρώσει σχέδια και χάρτες ειδικών διαδρομών, είχαμε ορίσει μυστικούς τόπους συνάντησης και επικοινωνούσαμε μεταξύ μας με διακριτικά σήματα Μορς πάνω στους μεταλλικούς σωλήνες  εξαερισμού. Ήταν τέλειο, ένα γράμμα για τον όροφο,  ένα γράμμα για τον διάδρομο κι ένα γράμμα για το είδος της ανακάλυψης. Για τα προκαθορισμένα σημεία συνάντησης είχαμε δημιουργήσει μια παραλλαγή του κώδικα Μορς κι έτσι δεν είχαμε να φοβηθούμε τίποτα. Ήταν φοβερό, έφταναν μερικά διακριτικά χτυπήματα για να συγκεντρωθούμε όλοι μαζί και να κάνουμε έναν απολογισμό των ανακαλύψεών μας. Φυγαδεύαμε τα ευρήματά μας έξω από την βιβλιοθήκη και τα πουλούσαμε σε ιδιώτες συλλέκτες».
«Μα καλά δεν ήταν επικίνδυνο αυτό. Αν σας έπιαναν;»
«Μα σου είπα ότι ήταν σκέτος λαβύρινθος εκεί μέσα. Οι υπάλληλοι λιγοστοί κι οι επισκέπτες ακόμα λιγότεροι. Υπήρχαν φορές που τριγυρνούσαμε ολομόναχοι μέσα στην βιβλιοθήκη, ώρες ατέλειωτες... Δεν είχαμε υπολογίσει όμως τον διευθυντή της βιβλιοθήκης. Από μια άποψη δεν είχαμε κι άδικο. Ποιος θα υπολόγιζε ποτέ έναν τυφλό; Ένας τυφλός είναι πάντα ένας τυφλός. Ένας άνθρωπος που δεν βλέπει».
Η Μάρθα πάγωσε. Έδειξε δειλά με το δάχτυλό της το παράθυρο του σαλονιού. Εκείνος έγνεψε κλείνοντας τα μάτια του.
«Ναι. Αυτός είναι. Ποιος θα το φαντάζονταν ποτέ! Μια μέρα ακούσαμε το συνθηματικό χτύπημα στους σωλήνες και συγκεντρωθήκαμε σε ένα από τα προκαθορισμένα σημεία συνάντησης στο υπόγειο. Ένας από τους φίλους μου είχε βρει κάποιο χειρόγραφο σ' ένα μικρό γραφείο στο υπόγειο. Δεν ήταν το είδος που μας ενδιέφερε μα ο φίλος μου που το βρήκε υποστήριζε πως το είχε διαβάσει και πως ήταν καταπληκτικό. Μάλλον το είχε ξεχάσει κάποιος από τους επισκέπτες της βιβλιοθήκης. Δεν πρόλαβα καλά-καλά να το πάρω στα χέρια μου όταν ακούστηκαν ξαφνικά βήματα. Βήματα, ήχος από μπαστούνι και η ηχώ τους. Ήταν εκείνος. Εμφανίστηκε πίσω από έναν διάδρομο και στάθηκε ακίνητος.  
»‘‘Θα πρέπει πια να μαζευτήκατε όλοι σας'', είπε.
»Κανείς μας δεν έβγαζε άχνα. Είχαμε παγώσει στις θέσεις μας. Ο άνθρωπος με το μπαστούνι γέλασε.
»‘‘Ω, ελάτε τώρα'', είπε, ‘‘ξέρω ότι είστε εκεί... όλοι σας''.
»Κοιτάζαμε ο ένας τον άλλον γεμάτοι απορία. Δεν υπήρχε περίπτωση να ξέρει κάτι για μας. Κάποιος έβηξε μα ο διευθυντής δεν έδωσε σημασία. Παρά το γεγονός πως ήταν τυφλός ήξερε πολύ καλά πως βρισκόμασταν εκεί, απέναντί του.
»‘‘Νομίζετε πως δεν ήξερα το μικρός σας μυστικό, ε;'' ρώτησε μα δεν περίμενε απάντηση.
»‘‘Ένας τυφλός, όπως εγώ ξέρετε, μετά από ένα σημείο αρχίζει κι ενδιαφέρετε για πολύ παράξενα πράγματα, για ηχητικούς κώδικες ας πούμε. Η σιωπή μιας βιβλιοθήκης δεν είναι ακριβώς σιωπή για έναν τυφλό. Αυτή είναι μια λεπτομέρεια που ξεφεύγει πάντα από τους ανθρώπους που... βλέπουν. Η παραλλαγή του κώδικα ήταν ευφυέστατη και διασκεδαστική, όσο για τον κυρίως κώδικά θα πρέπει να ξέρετε πως δεν είστε οι μοναδικοί άνθρωποι στον κόσμο που τον γνωρίζουν. Οι υπόλοιπες λεπτομέρειες, ήταν απλώς θέμα υπομονής''.
»‘‘Αφού τα ήξερες όλα αυτά'', είπα εκνευρισμένος, ‘‘γιατί δεν μας σταμάτησες νωρίτερα;''
»Εκείνος γέλασε.
»‘‘Αχ οι νέοι, οι νέοι! Τόσο τολμηροί και τόσο άμυαλοι. Η αλήθεια είναι πως όταν περάσουν πολλά χρόνια μέσα από το κεφάλι σας, θα ανακαλύψετε και μόνοι σας, πως μια χούφτα χαρτιά δεν θα έχουν για σας καμιά σημασία. Από την άλλη δεν θα ήθελα να σκέφτομαι πως αυτή η βιβλιοθήκη, αυτό το μνημείο της τέχνης, δεν είναι τίποτε άλλο από μια φυλακή για την γνώση και τα βιβλία. Η γνώση και τα βιβλία δεν θα πρέπει να φυλακίζονται''.
»Στεκόμουν δίπλα στο παράθυρο που κοιτούσε προς τις σκουριασμένες γραμμές του παλιού σταθμού, και είδα πέρα μακριά μια ομάδα από αλήτες που χτυπούσαν έναν άνθρωπο. Ένας από αυτούς είχε αρπάξει το θύμα τους από το κεφάλι και το ανεβοκατέβαζε με μανία πάνω στα χοντρά χαλίκια και τις πέτρες. Κανείς μας δεν μπορούσε να βοηθήσει τον άτυχο εκείνον άνθρωπο. Ήμασταν κοντά του αλλά τόσο μακριά! Μέσα σε μια βιβλιοθήκη. Αντιμέτωποι με την ντροπή μας, αφού μας είχαν τσακώσει τελικά, και απέναντι σ' έναν τυφλό που μας μιλούσε για τέχνη! Θύμωσα. Θύμωσα, γιατί σκέφτηκα ξαφνικά πως αυτό το περιστατικό εκεί έξω ήταν η πραγματική ζωή και πως τίποτε άλλο δεν είχε σημασία μπροστά της. Κανένας δεν είχε δικαίωμα να μιλάει για τέχνη όταν μόλις λίγα μέτρα μακριά του, η ζωή λυσσομανούσε.  
»‘‘Και ποιος είσαι εσύ για να το κρίνεις αυτό, ο Θεός; Νομίζεις πως είσαι σπουδαίος; Η βιβλιοθήκη σου δεν είναι παρά ένα μνημείο του ψεύδους. Η τέχνη που υπερασπίζεις με τόσο πάθος, είναι ένα μεγάλο ψέμα. Ένα ψέμα, μ' ακούς;''
»Έμεινε για λίγο σκεφτικός και στο τέλος ψιθύρισε.
»‘‘Δεν είμαι παρά ένας τυφλός άνθρωπος. Και συμφωνώ μαζί σου νεαρέ μου. Η τέχνη είναι ένα ψέμα. Να εύχεσαι να είναι αλήθεια αυτό, παιδί μου, γιατί αλλιώς το ψέμα είμαστε εμείς. Δώσε μου τώρα σε παρακαλώ το χειρόγραφο που βρήκατε''.
»‘‘Είναι δικό σου ε; Εσύ το έγραψες''. Ήξερα πως ήταν έτσι. Δεν ξέρω πως, αλλά το ήξερα. Ένας άνθρωπος πέθαινε εκεί έξω κι εκείνος ενδιαφερόταν μόνο για το χειρόγραφό του.
»‘‘Δεν έχει καμία αξία για σας. Ανήκει σε κάποιους φίλους μου''.
»Άπλωσε το χέρι του και περίμενε να το  δώσω...Οι φίλοι μου μ' έσπρωχναν προς το μέρος του κι εγώ... κι εγώ το κρατούσα σφιχτά στο χέρι μου... Δεν ξέρω τι μ' έπιασε... ήμουν θυμωμένος, οργισμένος και... και το έβαλα στα πόδια... οι υπόλοιποι μ' ακολούθησαν... ο γέρος δεν φώναξε, δεν έβγαλε μιλιά.... κανείς δεν μας κυνήγησε... κράτησα το χειρόγραφο... άρχισα να το διαβάζω ξανά και ξανά... ξανά και ξανά... ξανά και ξανά... μπορεί να ήταν αυτός ο λόγος που άρχισα... να γράφω.... μπορεί...

                                                               * * *

Τα μάτια του έμειναν καρφωμένα στην βιβλιοθήκη απέναντί του. Η Μάρθα ήξερε πολύ καλά αυτό το βλέμμα. Είχε χαθεί για άλλη μια φορά. Μα δεν την πείραζε. Της είχε διηγηθεί μια ιστορία από την ζωή του. Δεν ήξερε αν ήταν βγαλμένη από την πραγματικότητα ή από τον παράξενο κόσμο μέσα στον οποίο χανόταν. Ήταν μια ιστορία από την ζωή του, αυτό είχε σημασία. Τον σκέπασε και πήγε να καθίσει στην καρέκλα της δίπλα στο παράθυρο. Κρατούσε στα χέρια της ένα μουσικό κουτί. Στο δωμάτιο ξεχύθηκαν μια χούφτα νότες από το παλιό αγαπημένο βαλς κι εκείνη κοιτούσε τον καθαρό χειμωνιάτικο ουρανό.
Όταν και η τελευταία νότα έσβησε μέσα στο σκοτάδι έσκυψε στο παράθυρο και κοίταξε έξω, τον έρημο δρόμο. Έκλεισε τα μάτια της και φαντάστηκε ένα δέντρο. Δεν ήταν καθόλου δύσκολο. Η δημιουργία για μια γυναίκα δεν είναι παρά ένα κομματάκι από την φύση της. Μετά φαντάστηκε έναν άνθρωπο πλάι στο δέντρο.
«Εκείνος ο άνθρωπος, είναι πάλι εδώ», είπε. «Στέκεται πλάι στο δέντρο....»


Lexima.gr - Τα κείμενα αποτελούν απόψεις και θέσεις των συντακτών τους.