Λέξημα / Δημιουργοί: Μεταφράσεις / Ουμπέρτο ΣάμπαΑνώνυμος επισκέπτης
Δημιουργοί: Μεταφράσεις Νεότερο Παλαιότερο
'Αρθρο #1275 | Αποστολή από Apomakros |
   Δευ 15 Οκτ 2007 
Ουμπέρτο Σάμπα
Σωτήρης Παστάκας
Ουμπέρτο Σάμπα 
Μετάφραση : Σωτήρης Παστάκας

Ουμπέρτο Σάμπα (ψευδώνυμο του Ουμπέρτο Πόλι): Γεννήθηκε το 1883 στην Τεργέστη. Το 1911 δημοσιεύει την πρώτη ποιητική του συλλογή, Ποιήματα. Το 1912 ακολουθεί από τις εκδόσεις του περιοδικού Voce της Φλωρεντίας, η συλλογή, Με τα μάτια μου - το δεύτερο βιβλίο μου σε στίχους, γνωστή πλέον με τον τίτλο Η Τεργέστη και μια γυναίκα και στη συνέχεια Πράγματα ελαφρά κι ακαθόριστα (1920), Το αγαπημένο αγκάθι (1921) και την πρώτη οργανική συλλογή του μέχρι τότε έργου του, με τον τίτλο Συλλογή Τραγουδιών, κάτω από τον οποίο θα συγκεντρώσει σταδιακά (με αφαιρέσεις, διορθώσεις, προσθήκες) στις επόμενες εκδόσεις του, μέχρι την οριστική του 1961, όλο το σώμα της ποίησής του. Στο μεταξύ δημοσιεύει τις συλλογές Λέξεις (1934),Τελευταία πράγματα (1944),Μεσογειακά (1946),Σχεδόν σαν αφήγημα (1951), τους αφορισμούς Μονοπάτια και Διηγηματάκια (1946), την Ιστορία και χρονιστόρημα της Συλλογής Τραγουδιών (1948), όπου, με άλλο ψευδώνυμο, υποβάλλει το έργο του σε κριτική αποτίμηση και δίνει διάφορες αποσαφηνίσεις, μιλώντας για τον εαυτό του πάντα σε τρίτο πρόσωπο, και τα πεζογραφήματα, Ενθυμήματα - Αφηγήματα (1956). Το 1955 κουρασμένος και ψυχικά ταραγμένος από τη βαριά ασθένεια της γυναίκας του, καταφεύγει σε μια κλινική στην Γκορίτσια, έξω από την Τεργέστη, όπου και πεθαίνει δυο χρόνια αργότερα.



Παλιά πόλη

Συχνά, για να γυρίσω σπίτι μου,
παίρνω ένα σκοτεινό δρόμο της παλιάς πόλης.
Κίτρινο, σε κάποια λακούβα με νερό, καθρεφτίζεται
ένα φανάρι και ο δρόμος είναι κατάμεστος.

Εδώ, ανάμεσα στον κόσμο που πάει κι έρχεται
απ' την ταβέρνα στο σπίτι ή στο μπουρδέλο,
όπου εμπορεύματα κι άνθρωποι είναι τα υπολείμματα
ενός μεγάλου θαλασσινού λιμανιού,
ξαναβρίσκω διαβαίνοντας, το άπειρο
στην ταπεινότητα μέσα.
Εδώ πόρνη και ναύτης, ο γέρος
που βλαστημάει, η γυναίκα που τσακώνεται,
ο δραγώνος που κάθεται στην πιτσερία,
η αναστατωμένη κοπέλα ξετρελαμένη
απ' τον έρωτα,
είναι όλοι τους πλάσματα της ζωής
και του πόνου -
σαλεύει μέσα τους, όπως σε μένα, ο Κύριος.

Εδώ, με συντροφιά τους ταπεινούς, νιώθω
να γίνεται η σκέψη μου
τόσο αγνότερη, όσο πιο άθλιος είναι ο δρόμος.



Έπειτα από έναν περίπατο

Μέχρι το λόφο ή την παραλία όταν βγαίνουμε
κι εμείς τα όμορφα βράδια
να περπατήσουμε,
την ένωσή μας βλέπω όλοι
να βρίσκουν πράγμα σωστό.
Σ' εμάς που η ζωή τόσο αίμα στοιχίζει
και τόσες απρόσμενες χαρές μας δίνει,
τίποτα δεν υπάρχει στην όψη που να προσβάλει
τον απλό λαό - είμαστε για όλους δυο πολίτες
φιλήσυχοι, που σκέφτονται ένα καλό ποτήρι.
Μόνον στις καρδιές αντηχούν σαλπίσματα,
ξεδιπλώνονται στον άνεμο σημαίες.

Και τις γιορτές, όσο παράξενο
κι αν είναι, ψάχνοντας το ερημικότερο
προάστιο, ποιος θα μας έβλεπε σαν κάτι άλλο
από ένα ζευγάρι που γευματίζει στην ύπαιθρο;
Ένας σύζυγος που ήδη θρηνεί φανερά
τη λευτεριά του και μια ζηλότυπη γυναίκα -
δεν υπάρχει - λέω - κάτι
απ' τους πολλούς που να μας διακρίνει φίλη μου,

εμάς που κουβαλάμε στην καρδιά
τα δυο αντίπαλα πεπρωμένα
της τέχνης και της αγάπης.



Χειμωνιάτικο μεσημέρι

Εκείνη τη στιγμή που ήμουν ήδη ευτυχισμένος
(ο Θεός ας μου συγχωρήσει τη μεγάλη και φοβερή
κουβέντα), ποιος έσπρωξε σχεδόν στα δάκρυα
τη σύντομη χαρά μου; Θα πείτε: “Κάποια
ωραία κυρία που από κει περνούσε
και σου χαμογέλασε”. Ωστόσο όχι - ένα μπαλόνι ήταν,
ένα γαλάζιο μπαλονάκι που στριφογύριζε
στον αίθριο, οικείο ουρανό - όπως ποτέ φωτεινός -
εκείνο το κρύο μεσημέρι του Χειμώνα.
Ουρανός με κάποιο άσπρο συννεφάκι
και τα τζάμια των σπιτιών να αστράφτουν στον ήλιο
κι ο λεπτός καπνός από κάνα δυο φουγάρα
και πάνω απ' όλα τα πράγματα, τα θεία
πράγματα, εκείνη η σφαίρα που έφυγε
απ' το απρόσεχτο χέρι παιδιού (θρηνούσε
βέβαια αυτό μέσα στο πλήθος τον πόνο του,
το μεγάλο του πόνο), ανάμεσα στο κτίριο
του Χρηματιστηρίου και το Καφενείο,
εκεί που καθισμένος θαύμαζα πέρα απ' τη τζαμόπορτα,
με μάτια υγρά να ανεβοκατεβαίνει η χαρά του.



Στην ακροθαλασσιά

Γύρω στις έξι το απόγευμα, μια φωτεινή
γιορτινή μέρα. Πίσω απ' το Φάρο, εκεί
που ακούγεται ευχάριστα ο ήχος μιας
σάλπιγγας, η φωνή κάποιου μικρού αγοριού
που παίζει ήρεμα γύρω στους σκελετούς
των παλιών καραβιών - καθισμένος κοντά
στην ανοικτή θάλασσα, μονάχος, άγγιξα αν δεν
σφάλλω το αποκορύφωμα του ανθρώπινου πόνου μου.
Μεσ' στα χαλίκια που έπαιρνα για να
πετάξω στα κύματα (σημάδευα κάποια σανίδα),
βρήκα ένα πήλινο θραύσμα, ένα όμορφο καφέ
θραύσμα, χαρούμενη φόρμα χρήσιμη
κάποτε στην κουζίνα, με τα παράθυρά της
ανοικτά στον ήλιο και στο πράσινο του λόφου.
Ακόμη και σ' αυτό ο άνθρωπος μέσα στην αγωνία του
μπορεί να μοιάσει.

Πέρασε μια βάρκα μ' ένα κίτρινο πανί
που κίτρινη έβαφε από κάτω τη θάλασσα -
κι απόλυτη σιωπή τριγύρω. Επιθυμία
δεν αισθάνθηκα για το θάνατο, μα ντροπή
γιατί μοναδικό εκλεκτό δεν τον διάλεξα ακόμη,
αγαπώντας περισσότερο από κείνον
κάτι άλλο, που πάνω στη γη κινείται
και ξεγελά με το μειλίχιο πρόσωπο.



Απ' τον ανήφορο

Απ' τον μοναχικό ανήφορο που πέφτει
στη θάλασσα - πράσινη κι αφρισμένη
με το πλάι της σήμερα δέρνει την πόλη - φαίνεται
το άσπρο πανόραμα της Τεργέστης.

Εσύ τους γνώριζες ήδη - λες - αυτούς
τους δρόμους μου, όπου συναντάς το πολύ
μια γυναίκα να ανεβαίνει ασθμαίνουσα,
ένα αγοράκι, που αν η τραμουντάνα φυσάει
- βάζοντας σ' όλα φτερά - πετάει για χάρη σου. Μετά
συνέρχεται, σε προσπερνάει αγέρωχο.

Ένας ολόκληρος κόσμος αγαπημένος, που
του είχα δοθεί και ξαναζεί σήμερα μόνο για σένα.



Αγάπησα

Αγάπησα λέξεις φτηνές, που δεν τολμούσε
κανένας. Η ρίμα fiore/ amore *
με γοήτευσε
- η πιο παλιά και δύσκολη του κόσμου -

Αγάπησα την αλήθεια, που μένει στο βυθό
σαν ξεχασμένο όνειρο και φίλη την
ανακαλύπτει ο πόνος. Φοβισμένη η καρδιά
την πλησιάζει χωρίς να την εγκαταλείπει πια.

Αγαπώ εσένα που μ' ακούς, και το καλό μου φύλλο
το φυλαγμένο για το τέλος της παρτίδας.


*(fiore/ amore: άνθος/ αγάπη)



Ουρανός

Η ευγενική, η υπέροχη Λίνα
ανοίγει διάπλατα το παράθυρο ώστε να βλέπω
τον απέραντο ουρανό.

Ήσυχος εδώ σε ανάπαυση, όταν σκέφτομαι
πως μάταια έδωσα, πως το τέλος πλησιάζει,
ακόμη πιο πολύ μ' αρέσει αυτός ο ουρανός,
αυτά τα χελιδόνια, αυτά τα σύννεφα.
Άλλο δεν ζητώ.
                           Να καπνίζω
την πίπα μου σιωπηλά σαν ένας γέρος
θαλασσόλυκος.



Τελευταίο

Κοιτάζω γυναίκα το σκύλο σου που τον αγαπάς
και σ' αγαπάει. Κι εγώ, αν σκεφτώ τη ζωή μου…
Διάφορα επινόησα, καλά ή άσχημα
δεν ξέρω - ένας Θεός το ξέρει, ίσως κανένας.
Ποτέ δεν ανήκα σε κάτι ή σε κάποιον.
Υπήρξα πάντα (“δικό σου σφάλμα” μου απαντάς),
υπήρξα πάντα ένας φτωχός αδέσποτος σκύλος.





Η σελίδα του Σωτήρη Παστάκα : http://www.poiein.gr/gr/index.html 

Lexima.gr - Τα κείμενα αποτελούν απόψεις και θέσεις των συντακτών τους.