Λέξημα / Δημιουργοί: Μεταφράσεις / Πέτια ΝτουμπάροβαΑνώνυμος επισκέπτης
Δημιουργοί: Μεταφράσεις Νεότερο
'Αρθρο #1274 | Αποστολή από Apomakros |
   Δευ 15 Οκτ 2007 
Πέτια Ντουμπάροβα
Μάια Γκιόλα
                                        Πέτια Ντουμπάροβα
                         Μετάφραση: Μάια Γκιόλα


Μάια Γκιόλα : Γεννήθηκα 08.12.1964 στην Βουλγαρία. Το επάγγελμα μου είναι παιδαγωγός. Έχω σπουδάσει νεοελληνική γλώσσα στο Ινστιτούτο ξένων γλωσσών - Σόφια. Μένω μόνιμα στην Ελλάδα, όπου κάνω μεταφράσεις από ελληνικά στα βουλγαρικά και αντιστρόφως.
Θα ήθελα να σας προσφέρω ταπεινά τις μεταφράσεις, πού έχω κάνει σε μερικά ποιήματα ενός 15-χρόνο κοριτσιού - της Πέτια Ντουμπάροβα από την Βουλγαρία. Τα ποιήματα αυτά είναι μοναδικά και διαβάζοντας τα, μας δίνουν την ελπίδα, ότι πραγματικά η ομορφιά μπορεί να σώσει τον κόσμο. Επίσης, πιστεύω, πώς μπορούν να καλύψουν ένα κενό στην κατηγορία “ποίηση”, όσων αφορά των εφήβων.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ για την Πέτια Ντουμπάροβα : Η γεννήθηκε 25.04.1962 στην πόλη Μπουργκάς της Βουλγαρίας, σε οικογένεια καθηγητών. Το ταλέντο της Πέτια να δημιουργεί διάφορα στιχάκια από ηλικία προσχολική είχε αφήσει έκπληκτη την μητέρα της - φιλόλογος, επίσης και την δασκάλα - νηπιαγωγός, η οποία πίστευε, πώς το κοριτσάκι δέχεται την βοήθεια της μητέρας. Το ταλέντο της Πέτια δεν έμεινε απαρατήρητο από τους ανθρώπους. Και τα περιοδικά λογοτεχνίας της άνοιξαν τις σελίδες τους για τις πρώτες της λυρικές ταραχές αργότερα.
Η Πέτια Ντουμπάροβα ποτέ της δεν φαντάστηκε, πώς θα έρθει η μέρα, πού οι δικές της δημιουργίες θα ψάχνονται, θα διαβάζονται, θα γράφονται από χέρι σε χέρι από χίλιους θαυμαστές της καταπληκτικής ποίησης, και ότι το πορτρέτο της θα ταξιδεύσει στις σελίδες των περιοδικών λογοτεχνίας - στην Σόφια, στη Μόσχα, στην Βαρσοβία…
Βρίσκοντας το δύσκολο μυστικό - το να εκφράζεις τον εαυτό σου - η Πέτια μεταμόρφωσε σε ειλικρινής και καθαρή ποίηση τις πιο-όμορφες στιγμές της εφηβείας - ένα χώρο, ανεκμετάλλευτο μέχρι στιγμής στην βουλγαρική ποίηση και όχι μόνο.
Και πέτυχε με μοναδικό τρόπο να μας πει με ταραγμένη φωνή για τα φύλλα, πού πέφτουν το φθινόπωρο και το μελαχρινό φως του ήλιου στην όμορφη πόλη Μπουργκάς, για τα τρελά χρώματα της θάλασσας και το χρυσό ηλεκτρισμό του αέρα, για το βραδινό Λούναπαρκ και το γαλάζιο λιμάνι, για το αυστηρό σχολείο - μιλάμε για τα σχολικά χρόνια του '70.
Η ποιήτρια ήταν και άριστη μαθήτρια. Σπούδαζε στο Αγγλικό γυμνάσιο της πόλης Μπουργκάς. Ήξερε και μιλούσε ξένες γλώσσες - αγγλικά, ρωσικά και γαλλικά.
Είχε ταλέντο και σαν ηθοποιός - όλοι στην πατρίδα της θυμούνται το κορίτσι να παίζει ρόλο στην ταινία “Τράμπα”.
Η Πέτια Ντουμπάροβα ήρθε στην βουλγαρική ποίηση ανυπόμονη και λαχανιασμένη, λες και έτρεξε σ' αυτήν μόνο για μια στιγμή - δηλαδή όσα κρατά το διάλειμμα στο σχολείο και έτοιμη αμέσως να γυρίσει στην τάξη, για να μην την τιμωρήσουν…
Κι έμεινε στην Ποίηση - δεκαεπτάχρονη για πάντα.
Η ποιήτρια απεβίωσε με τραγικό τρόπο 04.12.1979.
Δεν πρόλαβε να δει το πρώτο της βιβλίο - “Η θάλασσα κι εγώ”.
Αυτό εκδόθηκε ένα χρόνο μετά τον θάνατο της.
Θα ήθελα πάρα πολύ και όλοι, όσοι είναι θαυμαστές της καταπληκτικής ποίησης στην Ελλάδα, να μπορέσουν να την απολαύσουν. Το εύχομαι, γιατί οι φίλοι μου - οι έλληνες - είναι συναισθηματικοί.



Σκοτεινοί δρόμοι σκυθρωπά απλώνουνε σώματα
και μαζεύονται σε κόμπο - παγωμένη πλατεία.
Όλη νύχτα άνεμοι ασταμάτητα μάχονται
πάνω από την σάρκα της πόλης με ζήλια.

Ξυπόλητες κολόνες. Βρύσες δακρυσμένες, γυμνές,
λυσσαλέα από πόνο και φρίκη πλατάνια.
Και μακριά, πίσω από πολλές χρυσές Κυριακές
το καλοκαίρι ξαπλώνει σε κάποια παλάμη.

Και πίσω από Σάββατα με απόχρωση μαβιά
κάποιο Λούναπαρκ τις ακτίνες του απλώνει
και όλα τα πλατάνια γύρω του πράσινα, γερά
δένουν το δικό τους μαγικό, ζεστό κορδόνι.

Και των άλλων τριών σεζόν την παγωμένη πλάτη
με χέρια θα την κάνω κομμάτια παγωμένα.
Εγώ δεν θα αφεθώ ποτέ στο Χρόνο άλλο πια
πίσω μεταξύ των ημερών να με πηγαίνει.

Θα πέφτω σε κόκκινη θάλασσα μαθημάτων
και μόνη μου θα φτάνω το πιο-φωτεινό γιαλό,
με χέρια απ' το κρύο πληγωμένα, άρρωστα
θα ζωγραφίζω καλοκαίρι στο χιόνι εγώ.

Και κρατώντας ψηλά την κοριτσίστικη μου πιστή,
θα φτάσω του καλοκαιριού την γαλάζια θράκα -
εκεί, που περιμένει καλό σαν πράσινος σταθμός
το δικό μου το μικρό, το καλό μου Λούνα παρκ.



ΚΑΛΟΣΥΝΗ

Κάπου-κάπου είμαι τόσο πολύ καλή,
πώς ολόκληρη μουδιάζω και πονώ.
Οι φλέβες μου πλεχτές σε δάσος, σαν κλαρί
ψάχνουν για μένα όνομα ευγενικό.

Κάπου-κάπου είμαι τόσο πολύ καλή! …
Και στην κόφα του με κρύβει κυπαρίσσι.
Νέο παιχνίδι, άγνωστο μέχρι στιγμής,
με ψάχνει και τα δυό μου χέρια βρίσκει!

Κάπου-κάπου είμαι διάφανη σαν μέλι.
Τότε χείλια διάφανα με αγαπούν.
Κάπου-κάπου είμαι ηλιοτρόπιο,
όμορφο σαν το κεφάλι κοριτσιού.

Είμαι λευκή και καλή κάπου-κάπου.
Σπάνια μου συμβαίνει να είμαι λευκή!
Τότε θέλω να δώσω Όνειρο σε κάποιον.
Και την αγάπη μου ολόκληρη

να σπάσω σε μικρά κομμάτια από κρύσταλλο,
να τα σκορπίσω, για να χαρίσουν φως.
Και δίνοντας χυμό σε κλαρί από τα θρύψαλα,
να κρατώ το μυστικό μου, ότι ζω!



ΣΤΟΥΣ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΧΡΟΝΟΥΣ

Είμαι λυγερή, δεκαπεντάχρονη και νέα,
είμαι τόσο νέα για πρώτη μου φορά
Δεν κατέχω ημεράδα, ούτε και φινέτσα.
Ασύγκριτη είμαι με άνθη βυσσινιάς.

Κουβαλώ το άγριο γόητρο μιας λέαινας,
ζω στο χάος την ζούγκλας και των ημερών,
μα στην ουσία είμαι θαλάσσια -στα μάτια μου
η θάλασσα υψώνει τοίχο γαλανό.

Έχω γαλάζιο αίμα γυναίκας-ινδιάνας,
βράζει μέσα μου εξουσία φοβερή.
Δείτε, δείτε την καρδιά της νεαρής σκιάς μου -
πολύχρωμη, πάντα διαφορετική,

άλλα είμαι μία και νέα για πρώτη φορά -
σαν δάκρυ δένδρου, αρπαγμένο τυχαία,
σαν φλόγα, γεννημένη από παρθένα φωτιά,
σαν καταπράσινο, φουντωτό αμπέλι.

Θα μεγαλώνω, θα μαζεύω μέσα μου τις μέρες
και την ζωή στην δύσκολη της σύνθεση μαζί,
άλλα αυτή την δύναμη, την δεκαπεντάχρονη
θα την κρατήσω όπως είναι αυτή την στιγμή.



ΤΟ ΨΕΜΑ

Πόσο βαρύ είναι! Πως μέσα μου σκοτώνει
το γαλάζιο στο στίχο μου το γαλανό.
Με κλειδώνει σ' ένα κύκλο μαύρο και στενό,
σαν γκρίζα φαντασίωση με φανερώνει.

Πως θολερό σαν θολούρα φθινοπωρινή
εισέρευσε στο αίμα μου, στα μάτια μου κυλά,
όπου κρύβεται η μυστική μου η φωτιά,
όπου σαν βότανο γαλάζιο, θαλασσινό

κρύβω το κοριτσίστικο μου μυστικό,
όπου σαν ανοιξιάτικα σιντριβάνια
φουντώνει το γέλιο μου. Με άγρια παλάμη
αρπάζει το μέλι απ' το μελισσώνα

της ημέρας μου. Ω, πως πίσω να γυρίσω
την αψίδα της ευτυχίας μου πού χάρισα;
Χέρια θυμωμένης αναστενάρισσας
θα σηκώσω απέναντι του και θα χτίσω

απ' τα μαλλιά μου βωμό μαύρο, παγωμένο
για το ψέμα και την δικιά του ψεύτικη καρδιά!
Εγώ, δυνατή με τα φτερά μου τα πολλά,
με τα χρόνια μου τα δεκαπέντε νέα

θα κάψω την δικιά του γκρίζα ζαβολιά,
θα ρεύσω πάλι στο τραγούδι μου το γαλανό,
όμορφη, καλή και μακριά από αυτό,
ευτυχισμένη, πώς πλημμύρισα χαρά!



ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ ΜΟΥ

Αθώα όπως το καπρίτσιο παιδικό,
γυρίζω απ' το δικό μου “μακριά”.
Πονοκέφαλος κόκκινος και δυνατός
πλημμυρίζει την γαλάζια βραδιά.

Ο πόνος με προκαλεί κυπαρισσένια
στού στίχου μου τα πόδια να πέσω.
Με δέχεται, ας μην είμαι καλεσμένη,
τις ζωντανές του νότες για να δέσω.

Και όταν νιώθω κουρασμένη και καμιά,
όταν αδιαφορία με πληγώνει,
όταν πέφτω μετά την δόξα μιας βραδιάς,
ο Στίχος μου μ' εξουσία με σηκώνει.

Πάνω στις ράγες των δικών μου των χεριών
ο Στίχος βάζει κόκκινα τρενάκια
και κάπου ήσυχα στη ζέστη των ματιών
γαλαξίες σαν σταφύλια ωριμάζουν.

Πάρτε τους! Βιαστείτε! Πως όμορφα είναι
με τους γαλαξίες μου να μένεις!
Πιέστε με τα μάτια σας τους γαλαξίες,
γεννημένους απ' το Στίχο μου και μένα.

Γιατί σαν πονοκέφαλος άκρως δυνατός
η δικιά μου γαλάζια βραδιά περνά.
Εγώ αθώα σαν καπρίτσιο παιδικό,
φεύγω πάλι στο δικό μου “μακριά”.





Μάια Γκιόλα E-Mail:maiairia@pathfinder.gr





                                             

Λέξημα : δημοσίευση 10/01/2005



Lexima.gr - Τα κείμενα αποτελούν απόψεις και θέσεις των συντακτών τους.